Ακόμη και για όσους δεν συγκαταλέγονται στο τακτικό κοινό των ανά τον κόσμο λυρικών θεάτρων, οι «Γάμοι του Φίγκαρο» δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Ενα από τα γνωστότερα λυρικά έργα του Μότσαρτ αλλά και του παγκόσμιου ρεπερτορίου εν γένει, κατά καιρούς υμνήθηκε για πολλούς και διαφορετικούς λόγους έχοντας, παράλληλα, «γνωρίσει» πολλές προσεγγίσεις.
Το έργο αυτό λοιπόν διάλεξε το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης προκειμένου να προχωρήσει στη νέα, έκτη κατά σειρά, παραγωγή όπερας. Πρόκειται, ωστόσο, για ανέβασμα με ιδιαίτερο χαρακτήρα αφού στηρίζεται αποκλειστικά στη νέα γενιά ελλήνων λυρικών ερμηνευτών, κάποιοι εκ των οποίων έχουν ήδη αρχίσει να διαγράφουν ενδιαφέρουσα πορεία στη διεθνή σκηνή. Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, τον ρόλο του Κόμη Αλμαβίβα ερμηνεύει ο βαρύτονος Δημήτρης Τηλιακός, της Κοντέσας η υψίφωνος Μαρίνα Βουλογιάννη, της Σουζάννας η υψίφωνος Μάτα Κατσούλη, του Φίγκαρο ο βαρύτονος Χάρης Ανδριανός και του Κερουμπίνο η υψίφωνος Ειρήνη Καράγιαννη. Την σκηνοθεσία υπογράφει ο βέλγος Ζοέλ Λόουερς ενώ την Ορχήστρα Αμαντέους της Σόφιας διευθύνει ο Νίκος Αθηναίος.
Βασισμένη σε λιμπρέτο του Λορέντσο ντα Πόντε, οι «Γάμοι του Φίγκαρο» είναι η δεύτερη όπερα που συνέθεσε ο Μότσαρτ αφότου εγκαταστάθηκε στη Βιέννη, την πρωτεύουσα της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας το 1781. Παρά το ότι εκεί έγινε αρχικά γνωστός ως συνθέτης οργανικής, κυρίως, μουσικής, ενδιαφερόταν ανέκαθεν και για το μουσικό θέατρο στο οποίο, όπως διαβάζουμε στα κείμενα του προγράμματος του Μεγάρου, εκείνη την εποχή κυριαρχούσαν οι Ιταλοί ή ιταλόφιλοι συνθέτες. Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν και έχοντας προηγηθεί η γραμμένη στα γερμανικά «Απαγωγή από το Σεράι», ο Μότσαρτ επιθυμούσε να συνθέσει μια ιταλική κωμική όπερα αναζητώντας, ωστόσο, μια υπόθεση με ενδιαφέρουσα πλοκή. Το 1775 ανέβηκε στο Παρίσι το έργο του Μπομαρσέ «Ο Κουρέας της Σεβίλλης» – το οποίο ανταποκρινόταν στις αναζητήσεις του Μότσαρτ – και το 1784, η συνέχειά του υπό τον τίτλο «Μια τρελή ημέρα ή Οι γάμοι του Φίγκαρο». Το δεύτερο αυτό έργο παρουσιάστηκε με αρκετή καθυστέρηση από τη συγγραφή του, ένεκα της λογοκρισίας του Λουδοβίκου του ΙΣΤ. Και αυτό, γιατί όπως διαβάζουμε και πάλι στο πρόγραμμα του Μεγάρου, «ήταν ένα έργο που ασκούσε έμμεση αλλά καυστική κριτική στο αριστοκρατικό καθεστώς, το ancien regime, στο πλαίσιο μιας εύθυμης και σύγχρονης – για την εποχή του – κωμωδίας».
Παρά το ότι το έργο διακωμωδούσε και εξευτέλιζε την τάξη τους, εν τούτοις – και αυτό είναι ενδεικτικό της σύνθετης κοινωνικής πραγματικότητας της εποχής – τα μέλη της υψηλής γαλλικής κοινωνίας που παρακολούθησαν την πρώτη, ιδιωτική, παρουσίασή του το υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό. Το θεατρικό σημείωσε επιτυχία τόσο στη Βιέννη όσο και στη Γερμανία αλλά οι κοινωνικές αιχμές που περιείχε αποτέλεσαν την αιτία απαγόρευσής του από τον αυτοκράτορα Ιωσήφ B’. Ενθουσιασμένος με το εν λόγω έργο, ο Μότσαρτ ζήτησε από τον Ντα Πόντε να στηρίξει σε αυτό το λιμπρέτο του. Για να παρακάμψουν, ωστόσο, την αυτοκρατορική απαγόρευση, οι δυο τους άμβλυναν τα αιχμηρά σημεία τα οποία θα μπορούσαν να προκαλέσουν αντιδράσεις. Υστερα από αρκετές περιπέτειες, η πρεμιέρα του έργου – το οποίο ανήκει στην κατηγορία της opera buffa – δόθηκε την 1η Μαΐου του 1786 στο Burgtheater της Βιέννης κερδίζοντας το κοινό από την πρώτη κιόλας στιγμή. H μεγάλη επιτυχία της όπερας στην Πράγα, την επόμενη χρονιά μάλιστα, οδήγησε στην παραγγελία του επόμενου έργου των Μότσαρτ – Ντα Πόντε, του «Ντον Τζιοβάνι».
H παράσταση της Θεσσαλονίκης
Είναι η τρίτη φορά που ο Ζοέλ Λόουερς σκηνοθετεί τους «Γάμους του Φίγκαρο» και, όπως σπεύδει να δηλώσει, κάθε προσέγγισή του είναι διαφορετική. «Είναι το ίδιο το έργο το οποίο κάθε φορά σού επιτρέπει να το αλλάζεις εντελώς» τονίζει χαρακτηριστικά. Την επόμενη στιγμή εξηγεί με ένα παράδειγμα: «Μιλώντας σε σύγκριση με την αμέσως προηγούμενη σκηνοθεσία του στο ίδιο έργο που είχε ανεβεί στη Γερμανία, θα έλεγα πως εκείνη ήταν περισσότερο διανοητική, περισσότερο βασισμένη στο κείμενο. Τώρα στηρίζομαι κυρίως στη μουσική αλλά και στο χιουμοριστικό στοιχείο στο οποίο επιμένω ιδιαίτερα. Είναι χαρακτηριστικό του ύφους του Μότσαρτ να μιλά για τα σημαντικότερα πράγματα με ένα χαμόγελο. Σε ό,τι αφορά τη συγκεκριμένη όπερα δε, θα έλεγα ότι η αίσθηση του χιούμορ υπερβαίνει κάθε όριο».
Συνεχίζοντας, ο σκηνοθέτης εκφράζει τη χαρά του για τη συνεργασία του με νέους ερμηνευτές. Οπως λέει, προσπαθεί να τους έχει στη σκηνή όσο το δυνατόν περισσότερο, εκμεταλλευόμενος, παράλληλα, και τις δυνατότητες κίνησης τις οποίες διαθέτουν.
«Για να μεταφράσουμε αυτό το εργαστήρι του παιχνιδιού των εραστών που έστησε ο Μότσαρτ, για να σκηνοθετήσουμε αυτήν την κυψέλη των συναισθημάτων αλλά και να συνεχίσουμε να χαμογελάμε με αυτήν, ξεκινάμε μια αληθινά ομαδική δουλειά, με την ακριβέστερη δυνατή παρατήρηση της σχέσης μεταξύ των ατόμων αυτών, όσο πιο κοντά γίνεται στα πρόσωπα, στα προτερήματα και στα ελαττώματά τους, το καλύτερο αλλά και το χειρότερό τους. Προσπάθεια δύσκολη αλλά ταυτόχρονα, συναρπαστική» σημειώνει ο σκηνοθέτης ολοκληρώνοντας.
H όπερα του Μότσαρτ «Οι γάμοι του Φίγκαρο» κάνει πρεμιέρα στις 7 Μαΐου στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης (25ης Μαρτίου και Παραλία). Παραστάσεις θα δοθούν επίσης και στις 9, 12 και 15/5. Ωρα έναρξης: 20.00. (Συνέντευξη της Μαρίνας Βουλογιάννη στο «BHMAgazino».)



