Το γκλαμ ροκ δημιουργήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν στο μουσικό τοπίο της Βρετανίας κυριαρχούσαν συγκροτήματα που έπαιζαν βαρύ ροκ, αυτό που με τα χρόνια μετεξελίχθηκε σε χέβι μέταλ, με κύριους εκπροσώπους τους Led Zeppelin και τους Black Sabbath. Από την άλλη, υπήρχε το progressive rock, με τα ατέλειωτα και βασανιστικά κιθαριστικά σόλο συγκροτημάτων όπως οι Emerson Lake & Palmer, που στέγνωναν κυριολεκτικά τον θεατή από κάθε διάθεση για διασκέδαση. Το μόνο κίνημα με το οποίο το γκλαμ είχε κοινό σημείο εκκίνησης ήταν το πανκ: μπορούσες να γίνεις ροκ σταρ αρκεί να το πίστευες. Με τη διαφορά ότι το πανκ υποκινήθηκε από έναν άκρατο ρεαλισμό, στον οποίο διαφοροποιήθηκε το γκλίτερ. Το γκλαμ ροκ τα χρόνια που επικράτησε και εδώ διίστανται οι απόψεις επανέφερε στην αίγλη τον δίσκο των 45 στροφών. Τρίλεπτες κιθαριστικές βινιέτες που κύριο στόχο είχαν να ξεσηκώσουν τον ακροατή-θεατή με τη φρεσκάδα και τα σεξουαλικά υπονοούμενά τους.
Το σεξ και ιδιαίτερα η αμφιφυλία αποτέλεσε τον δούρειο ίππο για την είσοδο του γκλαμ στη σόου μπίζνες. Επαιξε ίσως και τον σημαντικότερο ρόλο στην ανάπτυξή του, εφόσον η μουσική του εκτιμήθηκε μάλλον αργότερα. Εκείνο που αφορούσε τους οπαδούς του γκλαμ ήταν να δουν τους ήρωές τους, τα νέα είδωλά τους, όσο πιο μακριά από την πραγματικότητα, όσο πιο ακραίους γινόταν. Ενα σημαντικό βήμα προς τη σεξουαλική απελευθέρωση είχε γίνει τη δεκαετία του ’60 από το κίνημα των χίπις καθώς και τη διάδοση του αντισυλληπτικού χαπιού. Το γκλαμ όμως προχώρησε πολύ περισσότερο. Με τα πολύχρωμα, ακραία και τόσο κιτς ρούχα του και το έντονο μακιγιάζ του, απαίτησε από το κοινό του να ξεμπερδέψει διά παντός με τις ενοχές που του δυσκόλευαν τη ζωή και αφορούσαν την επιλογή συντρόφου. Στον χώρο του γκλαμ ροκ δεν υπήρχαν αναστολές.
Ο σημαντικότερος ίσως εκπρόσωπος του γκλαμ ροκ, με την έννοια ότι η καριέρα του ταυτίστηκε με αυτό, ήταν αναμφίβολα ο Μαρκ Μπόλαν. Μαζί με το συγκρότημά του, τους Τ. Rex, ήταν ο πρώτος που παρουσιάστηκε, το 1971, στην αγγλική εκπομπή «Top Of The Pops» με ζωηρό μακιγιάζ, τραγουδώντας τη Νο 1 επιτυχία του «Hot Love». Ηδη όμως έχει κάνει την εκκεντρική εμφάνισή του ο μουσικός που έμελλε να καθορίσει την πορεία του ροκ και να εξελιχθεί πέραν των μουσικών ιδιωμάτων του. Ο Ντέιβιντ Μπάουι, λοιπόν, κάνει την πρώτη νύξη γύρω από την αμφισεξουαλικότητά του με το εξώφυλλο του δίσκου του «The Man Who Sold the World», όπου εμφανίζεται φορώντας φόρεμα σε μια φωτογραφία που γρήγορα αντικαταστάθηκε, αφού η λογοκρισία υπήρξε αμείλικτη. Το 1972 με τον δίσκο «Ziggy Stardust and the Spiders from Mars» φέρνει τα πάνω-κάτω στο μουσικό προσκήνιο. Υιοθετεί τη φιγούρα του ανδρόγυνου Ziggy και λέει σε δημοσιογράφο της μουσικής εφημερίδας «Melody Maker»: «Είμαι γκέι, πάντα ήμουν, ακόμη κι όταν λεγόμουν Ντέιβιντ Τζόουνς». Οι εξελίξεις είναι πλέον ραγδαίες. Οι Roxy Music δημιουργούνται την ίδια χρονιά κυκλοφορώντας το σινγκλ «Virginia Plane» και ο Μπράιαν Ινο δηλώνει αργότερα: «Δεν ήμουν γκέι, αλλά ήθελα να δείχνω υπέροχος και λέγοντας υπέροχος εννοώ να ντύνομαι σαν γυναίκα». Ο Λου Ριντ και ο Ιγκι Ποπ, από την άλλη μεριά του Ατλαντικού, πείθονται από τον Μπάουι να υιοθετήσουν το στυλ του, δημιουργώντας ταυτόχρονα τους καλύτερους δίσκους τους: «Transformer» και «Raw Power», αντιστοίχως. Καρικατούρες, όπως σε κάθε κίνημα, υπήρξαν, και μάλιστα ήταν πολλές και με επιτυχία. Ο Γκάρι Γκλίτερ, οι Slade, o Αλις Κούπερ, ο Τζομπράιαθ, η Σούζι Κουάτρο και οι New York Dolls ήταν μόνο μερικοί από τους διάττοντες αστέρες της περιόδου αυτής, οι οποίοι όμως ό,τι σημαντικό έκαναν στην καριέρα τους αν έκαναν περιορίστηκε στο διάστημα των λίγων χρόνων που εκτυλίχθηκε η όλη ιστορία.
Το 1973 ο Μπάουι δηλώνει στο Hammersmith Odeon ότι αυτή είναι η τελευταία συναυλία που κάνει, εννοώντας πως η σχέση του με τον Ziggy και γενικότερα με το γκλαμ τελειώνει τη στιγμή που το κοινό δεν έχει προλάβει ακόμη να το βαρεθεί. Την επόμενη χρονιά ο Μαρκ Μπόλαν δηλώνει πως «το γκλαμ ροκ πέθανε». Το γκλαμ κράτησε όσο ένα πολύ καλό μασκέ πάρτι. Οσοι μπόρεσαν να παραμείνουν αλώβητοι από τη μέθη του περιμάζεψαν το σαρκίο τους και συνέχισαν με αξιοπρέπεια. Δυστυχώς δεν μπόρεσαν όλοι.



