Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Οφείλω εξ αρχής να διευκρινίσω ότι οι «Ασεμνες ιστορίες», που συνέλεξε ο Μισέλ Φάις και που συνδέονται μεταξύ τους με εικόνες των Καλλιόπης Ασαργιωτάκη, Περικλή Γουλάκου και Μαριλένας Ζαμπούρα, δεν είναι καθόλου άσεμνες, διεγερτικές ή ερεθιστικές. Οι αναγνώστες του τόμου δεν θα συναντήσουν την τολμηρή ερωτική μαγεία των άγριων κοριτσιών της Dorothy Allison, της Kathy Acker και της Rebecca Brown, ούτε των άγριων αγοριών του Henry Miller, του William Burroughs και του Harold Norse. Δεν υπάρχει ωμή σεξουαλικότητα, δεν υπάρχουν τολμηρές ή βίαιες ερωτικές πράξεις, δεν υπάρχουν άσεμνες σκηνές με επεισόδια που να προκαλούν. Και από αυτή την άποψη φαίνεται ότι το DNA του όρου «άσεμνο» των ανθολογούμενων συγγραφέων πρέπει να είναι πολύ χαμηλό. Με εξαίρεση, όπως θα δούμε, τα διηγήματα του Σωτήρη Δημητρίου, της Ερσης Σωτηροπούλου και του Μισέλ Φάις ο οποίος αυτοανθολογείται, όλες οι υπόλοιπες ιστορίες δεν παρουσιάζουν κανένα «άσεμνο» ενδιαφέρον.


Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος, η ιστορία του Σωτήρη Δημητρίου «Τοκ, Τοκ Τοκ, Τοκ» είναι ευρηματική και διαστροφικά αξιόλογη. Εδώ ο πρωταγωνιστής του Σωτήρη Δημητρίου διεγείρεται ακούγοντας το τοκ τοκ τοκ, τον θόρυβο δηλαδή της βούρτσας στο κασελάκι ενός λούστρου στην Ομόνοια, σχεδόν παθαίνει ερωτική ψύχωση κάθε φορά που το ακούει και φθάνει σε ολοκλήρωση με υπαινιγμούς: το άγγιγμα της βούρτσας του λούστρου στα παπούτσια του απλώνει στο σώμα του ένα ευχάριστο μούδιασμα, διοχετεύοντας στο σώμα του ένα γλυκύτατο ερωτισμό. Στην ιστορία της Μαρίας Ευσταθιάδη «Non possim aliter» έχουμε την ερωτική σχέση μεταξύ ενός ηλικιωμένου ζωγράφου και ενός νεαρού, αλλά πρόκειται για μια σχέση εγκεφαλική και θεωρητική χωρίς περιγραφές, όλα ανάγονται στην αισθητική μέσα σε ένα περιβάλλον υπαινικτικό που δεν προσκομίζει κανένα άσεμνο στοιχείο. Στο «Πουτς Πουτς» της Αμάντας Μιχαλοπούλου έχουμε ένα μικρό κορίτσι που προσπαθεί μόνο του να μάθει τα περί τον έρωτα ­ των μεγάλων, ασφαλώς. Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε μια ιστορία που έχει μεν χιούμορ αλλά που ανήκει στην παιδική λογοτεχνία. Στα «Παιχνίδια της μοναξιάς» του Δημήτρη Νόλλα, όπου ένας νυχτοφύλακας κάνει μάτι στο ίδιο παράθυρο με εναλλασσόμενες σκηνές από διαφορετικά ερωτικά ζευγάρια και μια γυναίκα – επιδειξία, δεν ξέρω τι συνιστά το άσεμνο: οι ερωτοτροπούντες ή το ότι κάποιος κάνει μάτι; «Το Μπρικ» του Αλέξη Πανσέληνου είναι η προετοιμασία ενός εγκλήματος με κάτι κουρασμένα παλικάρια σε φτηνό ξενοδοχείο της Πραξιτέλους και μάλλον ανήκει στη σειρά «Αστυνομικές» παρά «Ασεμνες» ιστορίες.


Ακολουθεί ο Αντώνης Σουρούνης με την «Εναέρια κυκλοφορία». Κι εδώ έχουμε μάτι στην αεροσυνοδό που κάθεται απέναντι από τον συγγραφέα – επιβάτη σε πτήση της Ολυμπιακής από Θεσσαλονίκη προς Αθήνα, με φαντασιώσεις και με μια σαν γδούπο αυτοϊκανοποίηση. Στην ευρηματική ιστορία «Το μουνί μέσα στη ζέστη» της Ερσης Σωτηροπούλου, με άσεμνη γραφή και τολμηρή γλώσσα, έχουμε μια σύγχρονη και νευρωτική γυναίκα που ενώ την καταβρίσκει ταΐζοντας την υγρή της τρύπα παγωτό, αποπειράται να κάνει έρωτα με τον Αντρέα. Ακολουθεί ένα πλήρες φιάσκο και οι δύο τους αποφασίζουν ότι είναι προτιμότερο να μιλάνε για διαστροφές παρά να κάνουν έρωτα. Στην «Ανάπαυση του πολεμιστή» του Πέτρου Τατσόπουλου έχουμε τον αποχαιρετισμό στα όπλα ενός Καζανόβα που απαριθμεί τις ερωτικές του κατακτήσεις. Στην ιστορία «Τρόποι του λέγειν» της Καίης Τσιτσέλη η μεγαλύτερη εξαδέλφη διαφωτίζει τη μικρότερη περί τα ερωτικά ­ των ενηλίκων ­, η οποία τα καταγράφει σε ένα τετράδιο που το θάβει στον κήπο για να μην το βρει ποτέ. Τέλος, στην τελευταία ιστορία, «Θεία Κλάρα, η ξεκαρδισμένη» του Μισέλ Φάις, έχουμε ένα ερωτικό και άσεμνο απόσπασμα από μυθιστόρημα ­ κατά τη γνώμη μου. Ο αφηγητής, μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, περιγράφει τις πρώτες ερωτικές του αναμνήσεις και εμπειρίες με την πλήρη ερωτισμού θεία Κλάρα αλλά και τον μετέπειτα βίο και πολιτεία της, σε μια ατμόσφαιρα οικογενειακά ερωτική.


Οφείλω να ομολογήσω ότι όλες οι ιστορίες, ως αφηγήματα, είναι πολύ καλές, παρουσιάζουν αρκετό ενδιαφέρον, είναι καλογραμμένες και με υψηλή λογοτεχνικότητα. Τους λείπει όμως η τόλμη, κάτι που να τις κάνει όντως άσεμνες και να δικαιολογεί τον τίτλο του τόμου. Απλώς, φαίνεται ότι είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους με σελοτέιπ και μου θυμίζουν κάτι που είχε πει ο Γκορ Βιντάλ για έναν άσπονδο φίλο του συγγραφέα: «Ηταν καλός συγγραφέας, ώσπου άρχισε να εκδίδει βιβλία». Φυσικά και δεν θα επαναλάμβανα τον Γκορ Βιντάλ, γιατί εδώ έχουμε μερικούς από τους καλύτερους σύγχρονους συγγραφείς μας, μερικοί εκ των οποίων είναι και βραβευμένοι, οι οποίοι όμως με τις «άσεμνες» ιστορίες τους μας υπενθυμίζουν ότι δεν μπόρεσαν να γράψουν διηγήματα «ακραίου ερωτισμού», όπως διαφημίζονται οι «Ασεμνες ιστορίες», αλλά μπόρεσαν να συνθέσουν, με την εξαίρεση ενός πορνό και δύο καλών, επτά μέτρια, ως προς το στοιχείο «άσεμνο», πρωτότυπα διηγήματα.


Οσο για τον πρόλογο του Βαγγέλη Αθανασόπουλου, παρατηρείται το περίεργο φαινόμενο της αξιολόγησης των ιστοριών, ενώ είναι κοινός κανόνας ότι οι καλοί τρόποι υπαγορεύουν πως σε προλόγους δεν επιτρέπονται αξιολογήσεις. Βρίσκω δε περιττό το να θεωρητικοποιείται μια ανθολογία «Ασέμνων ιστοριών» με έναν πρόλογο 13 σελίδων, τη στιγμή που το μεγαλύτερο διήγημα είναι 12 σελίδες, ο μέσος όρος κάθε ιστορίας είναι πέντε με επτά σελίδες και σε πραγματικό όγκο όλες μαζί οι ιστορίες είναι να μην ξεπερνούν τις 60 σελίδες. Φυσικά, αν φιλοδοξία του τόμου είναι «να φέρει πιο κοντά τον βιβλιόφιλο με τον φιλότεχνο» πιθανόν να έχει επιτύχει ο στόχος, αν όμως ο μέσος, όχι ο απαιτητικός, αναγνώστης θέλει να διαβάσει άσεμνες ιστορίες, έχει πέσει σε λάθος βιβλίο…


Ο κ. Ντίνος Σιώτης είναι συγγραφέας.