Το 2000 το Αμφι-Θέατρο που ίδρυσε ο Σπύρος Ευαγγελάτος, μαζί με τη Λήδα Τασοπούλου, θα γίνει 25 χρόνων. Η επέτειος αυτή, μαζί με τον εορτασμό για την έλευση της δεύτερης χιλιετίας, εμπλουτίζει ακόμη περισσότερο το ρεπερτόριο που θα παρουσιάσουν. Εμμένοντας στους βασικούς του στόχους το Αμφι-Θέατρο αισιοδοξεί να κάνει και ένα άνοιγμα σε πιο σύγχρονο ρεπερτόριο, ενώ από τον τριετή προγραμματισμό του δεν λείπουν τα μεγάλα έργα, οι «ογκόλιθοι» του διεθνούς δραματολογίου. Μέσα στις καινοτομίες εντάσσεται και η πρώτη σκηνοθετική δουλειά της Λήδας Τασοπούλου, για τον προσεχή χειμώνα. Με δεδομένα τα έργα και τα ανεβάσματα ο Σπύρος Ευαγγελάτος, αμέσως μετά τις θερινές πρεμιέρες του (Μικρή Επίδαυρος, Επίδαυρος), θα ολοκληρώσει τους θιάσους και θα ξεκινήσει τις πρόβες.
Η δουλειά είναι γνωστή. Αλλά και τόσο διαφορετική κάθε φορά.
«Υπάρχει ένα πυρήνας ηθοποιών» σημειώνει ο σκηνοθέτης. «Τμήμα αυτού του πυρήνα παραμένει στο Αμφι-Θέατρο, όπως έχει συμβεί με ηθοποιούς παρέμειναν περισσότερο από δέκα χρόνια. Κι αυτό είναι κάτι που το προσπαθώ. Αλλά δεν μπορεί να έχουν μόνιμη συνεργασία. Επομένως κατά κατά περιόδους εναλλάσσονται. Πολλές φορές οι ίδιοι ηθοποιοί επανέρχονται, φεύγουν, ξανάρχονται». Και ενώ το Αμφι-Θέατρο διαθέτει την πρωταγωνίστριά του, συνιδρύτρια και σύντροφο – σύζυγο του Σπύρου Ευαγγελάτου, τη Λήδα Τασοπούλου, δεν συμβαίνει το ίδιο με τους άνδρες. «Είναι επιλογή μας οι συνεργασίες αυτές και είναι μοιραίο όταν δεν υπάρχουν ρόλοι να φεύγουν. Για παράδειγμα, ο Γιάννης Φέρτης έμεινε τρία χρόνια κοντά μας. Με αυτόν τον τρόπο γίνεται πιο ευκίνητος ο θίασος. Μην ξεχνάμε ότι από νωρίς το Αμφι-Θέατρο άρχισε να συνεργάζεται με έκτακτους πρωταγωνιστές. Νομίζω ότι το θέατρο ως ζωντανός οργανισμός που είναι δεν πρέπει να μουχλιάζει. Οταν η σχέση αρχίζει να γίνεται δημοσιοϋπαλληλική, τότε είναι η στιγμή πρόσκαιρου, ίσως, διαζυγίου».
Από πλευράς όμως συντελεστών με το Αμφι-Θέατρο συνεργάζονται, σταθερά, σκηνογράφοι και μουσικοί. Ο Γιώργος Πάτσας, από τους πλέον «μόνιμους», αλλά και οι Γιώργος Ζιάκας, Λαλούλα Χρυσικοπούλου, Γιάννης Μετζικώφ, Αντώνης Κυριακούλης, Απόστολος Βέττας. Στη μουσική ο Μικρούτσικος, ο Θεοδωράκης, ο Κουρουπός, ο Γαζουλέας, ο Τερζάκης. Και επανέρχεται: «Για τις επιλογές μας, πάντως, γνώμονας παραμένουν τα έργα».
Πώς επιλέγεται το ρεπερτόριο; Στα 23 χρόνια λειτουργίας του Αμφι-Θεάτρου οι επιλογές ακολουθούν έναν τριπλό στόχο. Το αρχαίο δράμα, τα μεγάλα έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου και τα νεοελλληνικά κείμενα που συχνά – πυκνά ανασύρει και ξαναζωντανεύει ο ίδιος ο Σπύρος Ευαγγελάτος. Πέραν αυτών το έργο εξακολουθεί όμως να είναι ο πυρήνας στη σκέψη. «Η έμφυτή μου διάθεση είναι αυτή που καθορίζει τις επιλογές. Από παιδί προσπάθησα να ασχοληθώ με μεγάλα κείμενα. Κάθε είδος τέχνης είναι αξιόλογο αλλά από ένα μπουλβάρ προτιμώ έναν Σαίξπηρ. Σε μια θαυμάσια συνεργασία με την Αλίκη Βουγιουκλάκη έκανα τη “Φιλουμένα Μαρτουράνο” του Εντουάρντο ντε Φιλίπο και αυτό ίσως είναι το λιγότερο βαρύ έργο που έχω κάνει στο θέατρο». Φέτος το καλοκαίρι στην Επίδαυρο σειρά έχουν οι «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη. «Από τις κωμωδίες που δεν έχω κάνει θα ήθελα να ανεβάσω τις “Θεσμοφοριάζουσες”, ενώ σε κλειστό χώρο σκέφτομαι να κάνω, στο μέλλον, τους “Ορνιθες”. Πιστεύω ότι η παράσταση θα έχει τελείως διαφορετική οπτική από εκείνη του ανοιχτού θεάτρου». Αναλογιζόμενος τα έργα που έχει ανεβάσει μετρά και τους συγγραφείς με τους οποίους δεν έχει ακόμη ασχοληθεί: «Δεν έχω κάνει Τσέχοφ και Μπέκετ. Και θα ήθελα να ανεβάσω. Δεν έχω κάνει και Τενεσί Γουίλιαμς αλλά ούτε και θέλω να τον ανεβάσω. Είναι ένας συγγραφέας που νιώθω ότι δεν μου πάει».
Υστερα από 14 χρόνια στον ίδιο χώρο το Αμφι-Θέατρο αντιμετώπισε, τη χρονιά που μας πέρασε, ένα πρόβλημα στέγης. Το κτίριο επί της οδού Αδριανού, όπου στεγάζεται το θέατρο ανήκει στην Εμπορική Τράπεζα και το Αμφι-Θέατρο το έχει νοικιάσει από μεσάζοντα. Ηδη όμως ο μεσάζων, με δικαστική απόφαση, έχει εξέλθει και η τράπεζα είχε ως πιθανό στόχο την πώλησή του. Και αυτό θα σήμαινε ότι το θέατρο έπρεπε να μετακομίσει από εκεί. Η πολιτεία όμως έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον και, όπως λέει ο Σπύρος Ευαγγελάτος, τόσο ο υπουργός Πολιτισμού κ. Ευάγγελος Βενιζέλος και ο γενικός γραμματέας του ΥΠΠΟ κ. Ευγένιος Γιαννακόπουλος όσο και ο υπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ κ. Γιώργος Πασχαλίδης, ο υπουργός Μεταφορών κ. Τάσος Μαντέλης, ο διοικητής της Εμπορικής Τράπεζας κ. Κωνσταντίνος Γεωργουτσάκος και ο γενικός διευθυντής της κ. Γιώργος Μιχελής ασχολήθηκαν με την υπόθεση.
Και προσθέτει: «Μου έκανε δε την τιμή να εκδηλώσει το ενδιαφέρον του και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός. Του έγραψα ένα γράμμα και προς μεγάλη μου έκπληξη έλαβα απάντηση. Φθάνοντας σε απόγνωση, και μη θέλοντας να δώσω δημοσιότητα σε ένα θέμα που ήλπιζα ότι μπορεί να διευθετηθεί ηπίως, έστειλα αυτή την επιστολή. Η απάντηση του Πρωθυπουργού ήρθε μετά τρεις εβδομάδες και ήταν θερμή. Αναφερόταν στην ιστορία του Αμφι-Θεάτρου και στην ευχή του να βρεθεί μια λύση». Ο σκηνοθέτης του Αμφι-Θεάτρου είχε γνωρίσει το πρωθυπουργικό ζεύγος κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στη Γερμανία, όταν ο κ. Σημίτης ήταν βουλευτής της αντιπολίτευσης. Βρέθηκαν μαζί για τις ανάγκες μιας τηλεοπτικής εκπομπής στη γερμανική τηλεόραση που έκανε αφιέρωμα στην Ελλάδα και στην οποία συμμετείχαν προσωπικότητες που μιλούσαν τη γερμανική γλώσσα. Χωρίς να πιστεύει ότι ο χώρος προσδιορίζει, έχει την άποψη ότι βοηθάει. «Ο κόσμος έχει συνηθίσει να μας βρίσκει εδώ. Βασικό πλήγμα για μας θα είναι να χάσουμε αυτή τη σκηνή. Η σκηνή του Αμφι-Θεάτρου είναι η πιο ιδιότυπη σκηνή σε όλη την Ευρώπη, τουλάχιστον. Το θεάτρο ξεκίνησε με έναν πολύ μεγαλύτερο αριθμό θέσεων, που τις καταβροχθίσαμε για να μεγαλώσει η σκηνή και στο τέλος φθάσαμε να αφαιρέσουμε και μια ολόκληρη πλευρά για να έχουμε και τη δεξιά πλευρά της σκηνής. Θα μας ήταν λοιπόν πολύ δυσάρεστο να το χάσουμε. Γι΄ αυτό και δεν το βάζουμε κάτω».
Ούτε όμως και το θέμα της σχολής ή του εργαστηρίου δεν έχει πάψει να τους απασχολεί. «Οπως στο παρελθόν είχε οργανωθεί από τη Λήδα Τασοπούλου, από την ίδια μπορεί να ξαναγίνει». Αποψη του σκηνοθέτη αλλά και της πρωταγωνίστριας του Αμφι-Θεάτρου είναι ότι για να πηγαίνουν καλά τα πράγματα και για να μπορεί μια σχολή να επιλέγει τα παιδιά που θέλει και να κάνει το πρόγραμμα που θέλει, πρέπει οι μαθητές να είναι υπότροφοι. «Οπως ήταν και τότε. Οταν η σχέση μπει σε μια οικονομική βάση πρέπει να κάνεις μοιραίες υποχωρήσεις, διότι έχεις ανάγκη τα παιδιά. Αν ρέπεις κιόλας προς τα κέρδη, τότε είναι ακόμη πιο ελαστικά τα κριτήρια». Ωστόσο δεν αποκλείουν τίποτε. Αλλωστε ο σκηνοθέτης δουλεύει και συνεργάζεται με νέους, κάτι που τον κάνει να νιώθει πάντα δάσκαλος.
Προς το παρόν ο Σπύρος Ευαγγελάτος στρέφει το βλέμμα του προς την επόμενη χιλιετία. «Με τρόμαξε κάπως το 2000. Γι΄αυτό και είπα να το χαιρετίσω με ογκόλιθους του διεθνούς δραματολογίου. Ετσι συμβολικά».
Τι θα δούμε στο Αμφι-Θέατρο
Με μια αίτηση τριετούς προγραμματισμού επιχορήγησης από το υπουργείο Πολιτισμού το Αμφι-Θέατρο είναι έτοιμο να υποδεχθεί τα χρόνια που έρχονται και να δώσει το παρών στην επόμενη χιλιετία. Με έμφαση κυρίως στο χειμερινό ρεπερτόριο ο ιδρυτής του, σκηνοθέτης Σπύρος Ευαγγελάτος, καταστρώνει τα σχέδιά του. Στην αίτησή του δεν έχει συμπεριλάβει τα ονόματα εκείνων που θα στελεχώσουν τα έργα.
Βρίσκεται σε συζητήσεις με τους ηθοποιούς αλλά ακόμη δεν μπορεί να ανακοινώσει τα ονόματά τους. Η λίστα των ηθοποιών που ως τώρα έχουν συνεργασθεί το Αμφι-Θέατρο πιστοποιεί και την ποιότητα των προσεχών επιλογών του. «Στα θέατρα που έχουν δείξει τη συνέπειά τους πρέπει το υπουργείο να δείχνει κατανόηση» προσθέτει.
Το ρεπερτόριο του 1998-1999
Η χρονιά θα αρχίσει με την επανάληψη του έργου του Λουίτζι Πιραντέλο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε», με τη Λήδα Τασοπούλου στον ρόλο του σκηνοθέτη και την ίδια, με πέρυσι, υπόλοιπη διανομή.
Στη συνέχεια θα ανεβεί μια θεατρική παράσταση συνόλου, στηριγμένη εξ ολοκλήρου σε ποιήματα και πεζά του Διονυσίου Σολωμού, η οποία και θα συμβολίσει το Ετος Σολωμού. Η επιλογή των κειμένων θα γίνει από τον Σπύρο Ευαγγελάτο, ο οποίος και θα σκηνοθετήσει την παράσταση με τον τίτλο «Σολωμός». Οπως λέει ο ίδιος, «σημαντική θέση θα κατέχει ο μουσουργός που θα συνεργασθεί μαζί μου σε αυτή την παραγωγή. Η δυσχέρεια αυτού του εγχειρήματος και για να πετύχει η παράσταση κύριο μέλημά μας θα είναι να μη μοιάζει με συναυλία αλλά να διαθέτει στοιχεία θεαματικά. Θα ακολουθούμε μια συγκεκριμένη πορεία και κάθε λέξη που θα ακούγεται επί σκηνής πρέπει να ανήκει στον ποιητή. Αυτό είναι το στοίχημα. Κι ό,τι άλλο θα χρειαστεί να προστεθεί θα είναι μουσική, παντομίμα αλλά όχι λόγος άλλου συγγραφέα ή ποιητή. Πρόκειται για μια δραματοποιημένη μορφή του έργου του. Προς Θεού όμως δεν θα υπάρχει ρόλος του Σολωμού επί σκηνής».
Ενας ιστός θα δένει όλα αυτά τα στοιχεία ώστε να παρακολουθείται από τον θεατή η ροή της παράστασης. «Θα υπάρχει μια σκιώδης υπόθεση, μια εξέλιξη αφαιρετική». Με στόχο να μεταφέρει το πνεύμα του ποιητή στη σκηνή του Αμφι-Θεάτρου ο Σπύρος Ευαγγελάτος θα δώσει έμφαση και στα πεζά του. «Είναι παράξενο πώς λειτουργεί η ποίηση του Σολωμού, αν τη διαβάσει κανείς επιπόλαια. Πρέπει να λάβω υπόψη τη νέα γενιά. Νομίζω ότι είναι παρεξηγημένος ποιητής, γιατί δεν διδάχθηκε σωστά. Και παρά το γεγονός ότι έχουν γραφτεί πολλά και αξιόλογα έργα για τον ποιητή, δεν έχουν διαβαστεί. Η νεότερη γενιά δεν έχει τον μάθει σωστά». Πιστεύει ότι το μέτρο και η ρίμα είναι στοιχεία που απομακρύνουν τους νέους από την ποίηση. «Η αφαιρετική ποίηση μοιάζει και είναι πιο κοντά τους» παρατηρεί. Γι΄ αυτό και με την παράσταση της προσεχούς χρονιάς θα επιχειρήσει να αναδείξει τα πολλά επίπεδα που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια του Σολωμού. «Για μένα» καταλήγει «αποτελεί τη μνήμη της φυλής μας. Ενα βάδισμα ανθρωπιάς. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό. Τον θεωρώ, ως ποιητή, ι primus inter pares». Και ίσως δώσει έτσι και την αφορμή να τον ξαναδιαβάσουμε.
Το τρίτο έργο της σεζόν και η δεύτερη, νέα, πρεμιέρα θα σηματοδοτήσει και ένα άνοιγμα του Αμφι-Θεάτρου προς μια κατεύθυνση που δεν είχε διόλου ακολουθήσει ως τώρα. Αυτή η κατεύθυνση αφορά το εντελώς σύγχρονο ρεπερτόριο. Ετσι την άνοιξη του 1999 θα ανεβεί το έργο του άγνωστου στην Ελλάδα γερμανού συγγραφέα Ντάνιελ Καλ με τίτλο «Αστραπές χωρίς βροντές». Πρόκειται για ένα έργο με τρεις γυναίκες, το οποίο ήδη μεταφράστηκε, κατά παραγγελία του Αμφι-Θεάτρου, από τη Νίκη Αντενάιερ. Θα το σκηνοθετήσει, κάνοντας το ντεμπούτο της, η Λήδα Τασοπούλου.
Το ρεπερτόριο του 1999-2000
«Εκανα μια διττή πρόταση, γιατί δεν έχω ακόμη καταλήξει ποιο από τα δύο έργα που πρότεινα θα ανεβάσω τελικά» λέει ο σκηνοθέτης του Αμφι-Θεάτρου. Το ένα είναι ο «Μάκβεθ» του Σαίξπηρ και το άλλο είναι «Ο Γλάρος» του Αντον Τσέχοφ. «Να σημειώσω ότι ως τώρα δεν έχω ανεβάσει ποτέ Τσέχοφ. Χρειάζομαι όμως λίγους μήνες ακόμα για να κατασταλάξω μέσα μου. Και τα δύο έργα είναι γοητευτικά και τα δύο έργα έχουν προβλήματα. Και τα δύο παίζονται συχνά αλλά κανένα από τα δύο δεν εξαντλείται. Η μετάφραση στον Τσέχοφ είναι δύσκολη υπόθεση, γιατί συνήθως μεσολαβεί μια ενδιάμεση γλώσσα στη μετάφραση. Αν δεν δοθεί παραγγελία για μετάφραση από τη ρωσική, τότε θα χρησιμοποιήσω μια εκ των υπαρχουσών. Εκτός αν ρισκάρω κάποιον νέο, με τον οποίο θα συνεργασθώ. Στην περίπτωση του “Μάκβεθ” θα γίνει ανάθεση».
Δεύτερο έργο της σεζόν θα είναι ένα έργο από το γνωστό δραματολόγιο του Αμφι-Θεάτρου. Πρόκειται για το «Αλεξανδροβόδας, ο ασυνείδητος» του Γεωργίου Σούτσου (1785) το οποίο εξέδωσε πρόσφατα ο Δημήτρης Σπάθης. «Πιστεύω ότι μπορεί να γίνει ενδιαφέρουσα παράσταση. Δεν αποκλείω πάντως την πιθανότητα να ανεβάσουμε και ένα τρίτο έργο την περίοδο αυτή».
Το ρεπερτόριο του 2000-2001
Η τρίτη χρονιά περιλαμβάνει ένα από τα πιο φιλόδοξα σχέδια του Σπύρου Ευαγγελάτου: τον «Φάουστ» του Γκαίτε σε ένα διήμερο παραστάσεων, που θα περιλαμβάνει δύο παραγωγές. Το πρώτο μέρος είναι η τραγωδία της Μαργαρίτας, το οποίο είχε ανεβάσει ο ίδιος προ πολλών ετών με το ΚΘΒΕ στη Θεσσαλονίκη, σε μια τετράωρη παράσταση, με Φάουστ τον Αλέκο Πέτσο, Μεφιστοφελή τον Νικήτα Τσακίρογλου και Μαργαρίτα την Ιλιάδα Λαμπρίδου. Το δεύτερο μέρος είναι άπαικτο στην Ελλάδα. Η τραγωδία διαδραματίζεται σε δύο φάσεις. Η πρώτη είναι στον μικρόκοσμο, στον κοινωνικό βίο που ζούμε. Εκεί, περνώντας από διάφορες δοκιμασίες, που αρχίζουν από τις πιο ποταπές (κρασοκατάνυξη), μεταμορφώνεται τελικά σε νέο για να μπορέσει, με όλες τις δυνάμεις του να αναμετρηθεί με τους πειρασμούς. Και έτσι θέτει σε μεγάλο κίνδυνο τον έρωτά του για τη Μαργαρίτα. Μετά τις δοκιμασίες στον μικρόκοσμο ακολουθεί το δεύτερο μέρος, που είναι διπλό σε έκταση. Απαικτο καθώς είναι στην Ελλάδα δεν έχει μεταφρασθεί και αυτό αποτελεί ένα πρόβλημα στο ανέβασμα. Αν προλάβει πάντως ο σκηνοθέτης, δεν αποκλείεται και να το μεταφράσει ο ίδιος. Πρόκειται δε για μετάφραση σε ομοιοκατάληκτο στίχο.
Το δεύτερο μέρος διαδραματίζεται στον μακρόκοσμο και φθάνει ως την αρχαία Ελλάδα. «Το τέλος σηματοδοτεί και τη νίκη του Φάουστ, ο οποίος δεν ενδίδει και διατηρεί το ύψιστο αγαθό, που είναι η ελευθερία. Το έργο τελειώνει με έναν ύμνο στη γυναίκα. Το αιώνιο θηλυκό μάς τραβάει προς τα πάνω. Είναι αριστουργηματικό κείμενο αλλά πολύ αφαιρετικό, κάτι επικίνδυνο για παράσταση. Πιστεύω όμως ότι αν πετύχει, θα έχει μεγάλη σημασία, κυρίως για το άπαικτο δεύτερο μέρος» λέει ο Ευαγγελάτος και επισημαίνει ότι τώρα πια στο εξωτερικό και κυρίως στη Γερμανία παίζονται πάντα και τα δύο μέρη, σε ένα διήμερο παραστάσεων. Οι παραστάσεις του ΚΘΒΕ, όπως ο ίδιος υπολογίζει, θα έχουν διάρκεια ίσως και μικρότερη των τεσσάρων ωρών εκάστη.
Την ίδια χρονιά θα ανεβεί και ένα σύγχρονο ελληνικό έργο, ύστερα από ανάθεση σε συγγραφέα. Με τον τρόπο αυτόν θα εορτάσουν και τα 25 χρόνια του Αμφι-Θεάτρου.
Η Λήδα Τασοπούλου περνά στη σκηνοθεσία
Με το έργο του γερμανού σύγχρονου συγγραφέα Ντάνιελ Καλ «Αστραπές χωρίς βροντές» η πρωταγωνίστρια και συνιδρύτρια του Αμφι-θεάτρου Λήδα Τασοπούλου αφήνει, μετά από 20 χρόνια το σανίδι για να κατεβεί κάτω από τη σκηνή και να πάρει στα χέρια της την μπαγκέτα του σκηνοθέτη. Φαίνεται ότι ο ρόλος στο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» λειτούργησε καταλυτικά στις επιλογές της αφού εκεί ερμήνευσε τον ρόλο του σκηνοθέτη χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σκέφτεται να εγκαταλείψει την υποκριτική τέχνη, κάνει όμως ένα βήμα μπροστά.
«Φυσικά και αυτονόητα», όπως λέει η ίδια, συνεχίζει την καλλιτεχνική της πορεία με τη σκηνοθεσία. Δεν ήταν κάτι που είχε προσχεδιάσει ούτε προαποφασίσει. Είναι μια ανάγκη που ήρθε όταν οι συνθήκες ωρίμασαν και οι επιθυμίες έγιναν πιο ξεκάθαρες. Ως τώρα μια τέτοια σκέψη έμενε μακριά από την υλοποίηση. Με το πλήρωμα του χρόνου όμως άλλαξαν τα πράγματα. Ηδη εδώ και αρκετό καιρό δουλεύει μαζί με μια μαθήτριά της, σαν εργαστήριο, ένα θεατρικό κείμενο. Παράλληλα όμως η επιθυμία να σκηνοθετήσει μια ολόκληρη παράσταση έγινε πιο δυνατή. Αλλωστε, όπως λέει η ηθοποιός, η επιλογή της αυτή δεν σημαίνει ότι την οδηγεί κάπου αλλού. Η σκηνοθεσία είναι ένας τρόπος να συνεχίσει και να ανανεώσει τη δουλειά της στο θέατρο. Διότι παραδέχεται ότι η δική της ματιά πάνω στον εαυτό της και στον τρόπο που παίζει εμπεριείχε τη σκηνοθεσία.



