Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Όταν η Χαμάς εξαπέλυσε την πρωτοφανή επίθεση της 7ης Οκτωβρίου του 2023, πολλοί θεώρησαν ότι η πολιτική καριέρα του Μπενιαμίν Νετανιάχου είχε ουσιαστικά τελειώσει, καθώς ο ισραηλινός πρωθυπουργός βρέθηκε αντιμέτωπος με τη σοβαρότερη αποτυχία των υπηρεσιών ασφαλείας στην ιστορία της χώρας.

Ωστόσο, οι πόλεμοι που ακολούθησαν κράτησαν ενωμένο έναν εύθραυστο κυβερνητικό συνασπισμό, στον οποίο κυριαρχούν ακροδεξιά και υπερορθόδοξα κόμματα, επιτρέποντάς του να ολοκληρώσει την πρώτη πλήρη (τετραετή) κυβερνητική θητεία στο Ισραήλ από το 1988.

Στις 27 Οκτωβρίου, ο Νετανιάχου θα κριθεί από τον λαό του, καθώς οι Ισραηλινοί θα προσέλθουν στις κάλπες, σε μια εκλογική αναμέτρηση που θεωρείται από τις σημαντικότερες στην ιστορία της χώρας.

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις καταγράφουν για πρώτη φορά σαφές προβάδισμα της αντιπολίτευσης. Ωστόσο, παρά τη φθορά του, ο μακροβιότερος πρωθυπουργός του Ισραήλ εξακολουθεί να διατηρεί σοβαρές πιθανότητες να παραμείνει στην εξουσία, καθώς το αποτέλεσμα δεν θα κριθεί μόνο από το ποιο κόμμα θα τερματίσει πρώτο, αλλά κυρίως από το ποιος θα καταφέρει να συγκροτήσει βιώσιμο κυβερνητικό συνασπισμό.

Μια από τις σημαντικότερες εκλογικές αναμετρήσεις στην ιστορία του Ισραήλ

Οι εκλογές θα διεξαχθούν έπειτα από 33 μήνες συνεχών συγκρούσεων στη Γάζα, στον Λίβανο και με το Ιράν. Πρόκειται για την πρώτη φορά που οι πολίτες καλούνται να αξιολογήσουν την κυβέρνηση μετά τη μεγαλύτερη αποτυχία ασφαλείας στην ιστορία του Ισραήλ, όταν η Χαμάς διαπέρασε τα σύνορα της Γάζας και σκότωσε περίπου 1.200 ανθρώπους.

Έκτοτε, ο Νετανιάχου υποσχέθηκε «ολοκληρωτική νίκη» απέναντι στη Χαμάς, τη Χεζμπολάχ και το Ιράν. Ωστόσο, οι πόλεμοι παραμένουν ουσιαστικά ανοιχτοί, ενώ οι αντικειμενικοί σκοποί που είχε θέσει η ισραηλινή κυβέρνηση δεν έχουν επιτευχθεί: Η Χαμάς και η Χεζμπολάχ δεν έχουν εξαλειφθεί, το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα δεν καταστράφηκε, το καθεστώς δεν ανετράπη και το Ισραήλ συνεχίζει να διατηρεί στρατεύματα στη Γάζα, στον νότιο Λίβανο και στη Συρία.

Παράλληλα, η διεθνής εικόνα της χώρας βρίσκεται σε πρωτοφανή χαμηλά, με το Ισραήλ να έχει απολέσει σημαντικό μέρος της διεθνούς στήριξης που απολάμβανε πριν από τον πόλεμο, οι σχέσεις με την ΕΕ έχουν κλονιστεί ενώ και οι σχέσεις με τις ΗΠΑ έχουν δοκιμαστεί – ακόμη και επί προεδρίας Ντόναλντ Τραμπ, του «μεγαλύτερου συμμάχου του Ισραήλ που έχει περάσει ποτέ από τον Λευκό Οίκο» όπως τον έχει αποκαλέσει ο Νετανιάχου.

Προβάδισμα της αντιπολίτευσης

Οι τελευταίες μετρήσεις καταγράφουν σημαντική υποχώρηση του κυβερνητικού συνασπισμού.

Δημοσκόπηση του Channel 13 που δημοσίευσε η ισραηλινή εφημερίδα Haaretz εκτιμά ότι, εάν οι εκλογές διεξάγονταν σήμερα, τα κόμματα της σημερινής ακροδεξιάς κυβέρνησης συνασπισμού θα περιορίζονταν στις 50 έδρες – πολύ λιγότερες από τις 61 που απαιτούνται για κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Για πρώτη φορά, μάλιστα, τα κόμματα της αντιπολίτευσης φαίνεται να συγκεντρώνουν από μόνα τους 61 έδρες, χωρίς να χρειάζονται τη στήριξη αραβικού κόμματος για τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως, ο πρώην αρχηγός των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων Γκάντι Άιζενκοτ αναδεικνύεται στον βασικό αντίπαλο του Νετανιάχου. Σύμφωνα με δημοσκόπηση που επικαλείται ο Guardian, το σχετικά νεοσύστατο κόμμα του, Yashar, περνά για πρώτη φορά μπροστά από το κυβερνόν Λικούντ, συγκεντρώνοντας 24 έδρες έναντι 23 του κόμματος του Νετανιάχου – παρ’ ότι δεν έχει ακόμα κάποιο σαφές πρόγραμμα.

Ακόμη πιο μεγάλη διαφορά εμφανίζεται στη δημοσκόπηση του Economist, η οποία εκτιμά ότι συνολικά τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα μπορούσαν να φτάσουν ακόμη και τις 66 από τις 120 έδρες της Κνεσέτ (το ισραηλινό κοινοβούλιο).

Υπάρχει περίπτωση ο Νετανιάχου να κερδίσει;

Παρά τα παραπάνω δεδομένα, τα διεθνή και ισραηλινά μέσα δεν «ξεγράφουν» τον Νετανιάχου.

Ο λόγος είναι καταρχήν το ίδιο το ισραηλινό πολιτικό σύστημα. Η απλή αναλογική καθιστά σχεδόν αδύνατη την αυτοδυναμία, με αποτέλεσμα οι κυβερνήσεις να προκύπτουν μέσα από πολύπλοκες διαπραγματεύσεις μεταξύ πολλών κομμάτων.

Το περιοδικό ΤIME επισημαίνει ότι, ακόμη κι αν η αντιπολίτευση επικρατήσει τελικά στις κάλπες, η συγκρότηση κυβέρνησης δεν είναι δεδομένη. Ο Άιζενκοτ, ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Γιαΐρ Λάπιντ δεν ταυτίζονται πλήρως στις απόψεις τους και διεκδικούν όλοι πρωταγωνιστικό ρόλο, γεγονός που δυσκολεύει τη διαμόρφωση ενιαίου μετώπου και καθιστά την αντιπολίτευση συνολικά κατακερματισμένη.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, ο Νετανιάχου θα μπορούσε να επιχειρήσει νέες πολιτικές συμφωνίες προκειμένου να διατηρηθεί στην εξουσία, αξιοποιώντας για ακόμη μία φορά την εμπειρία του στις μετεκλογικές διαπραγματεύσεις.

Ο αντίκτυπος της 7ης Οκτωβρίου

Ένα ακόμη στοιχείο που περιπλέκει την εικόνα είναι η μετατόπιση της ισραηλινής κοινωνίας προς τα δεξιά μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023.

Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει ο Economist, το 38% των πολιτών δηλώνει ότι έχει μετακινηθεί πολιτικά προς τη δεξιά μετά τις επιθέσεις, ενώ μόλις το 7% προς την αριστερά.

Η μετατόπιση αυτή εξηγεί γιατί τα περισσότερα κόμματα της αντιπολίτευσης αποφεύγουν να προτείνουν ουσιαστικά διαφορετική στρατηγική στα ζητήματα ασφαλείας ή στο Παλαιστινιακό, ενώ κανένα δεν εμφανίζεται διατεθειμένο να επαναφέρει σοβαρά στο τραπέζι τη λύση των δύο κρατών.

Αντίθετα, επικεντρώνουν την κριτική τους κυρίως στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε ο ίδιος ο Νετανιάχου τον πόλεμο.

Ο παράγοντας Χαρεντίμ

Στο εσωτερικό, η αντιπολίτευση έχει θέσει στο επίκεντρο και το ζήτημα των υπερορθόδοξων Εβραίων (Χαρεντίμ), οι οποίοι εξαιρούνται από την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και παραδοσιακά στηρίζουν τον Νετανιάχου. Αποτελούν το 14% εκ των περίπου δέκα εκατ. κατοίκων του Ισραήλ, αλλά τα υψηλά ποσοστά γεννήσεων τους καθιστούν την ταχύτερα αναπτυσσόμενη ομάδα.

Ένα ευρύ φάσμα παροχών και δημόσιας χρηματοδότησης, τα οποία όλο και αυξάνονται με την πάροδο του χρόνου, επιδοτεί μια κοινότητα με δικά της σχολεία στα οποία εκείνη είναι υπεύθυνη για την εκπαίδευση των παιδιών και όπου πολλοί άνδρες περνούν τη ζωή τους αποκλειστικά μελετώντας την Τορά -περίπου οι μισοί εξ αυτών δεν εργάζονται.

Η συγκεκριμένη συνθήκη αποτελεί παράγοντα προβληματισμού για πολλούς Ισραηλινούς, με τον Economist να υποστηρίζει πως η στήριξη των υπερορθόδοξων Εβραίων ενδέχεται να λειτουργήσει είτε ως καθοριστικό πλεονέκτημα είτε ως καταλυτικό μειονέκτημα για τον Νετανιάχου.

Πάντως, μια νέα κυβέρνηση ενδέχεται να επιχειρήσει να περιορίσει τα προνόμια τους, προωθώντας βαθύτερες μεταρρυθμίσεις στον στρατό, στην εκπαίδευση και στην αγορά εργασίας.

«Δημοψήφισμα» για τον Νετανιάχου

Ουσιαστικά, όπως σημειώνει το TIME, οι εκλογές αναμένεται να αποτελέσουν πρωτίστως την ετυμηγορία των Ισραηλινών για τον Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Σε τρεις μήνες, θα βρεθεί στην κρίση των ψηφοφόρων όχι μόνο η διαχείριση των πολέμων, αλλά και οι εκκρεμείς υποθέσεις διαφθοράς του ισραηλινού πρωθυπουργού, η απόπειρα περιορισμού των εξουσιών του Ανώτατου Δικαστηρίου που δίχασε τη χώρα πριν ακόμη από τον πόλεμο, καθώς και το συνολικό μοντέλο διακυβέρνησης που κυριάρχησε στο Ισραήλ επί σχεδόν δύο δεκαετίες.