Το Παρίσι το αγάπησαν οι μεγάλοι συνθέτες, γι’ αυτό και του χάρισαν μερικές από τις ομορφότερες διαχρονικές μελωδίες τους. Κάτω από τις γέφυρές του, στα στενά του Καρτιέ Λατέν, στις σοφίτες του, στα cafés και στα ανθισμένα πάρκα του, περπατούν θαρρείς ακόμα η Μιμή από την «Μποέμ», η Βιολέτα από την «Τραβιάτα», η «Μανόν» και η «Λουίζ». Οι ιστορίες τους, γραμμένες και μελοποιημένες πριν από αιώνες, αποτελούν και σήμερα αναπόσπαστες ψηφίδες του μωσαϊκού της πληθωρικής ευρωπαϊκής μητρόπολης.
Αυτές τις ψηφίδες ανιχνεύει το «À Paris tous les deux», μια κινηματογραφική όπερα-παστίτσιο, συμπαραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με το Théâtre du Châtelet. Το εγχείρημα έχει κάτι το παράτολμο: παίρνει αποσπάσματα από δημοφιλή έργα των Βέρντι, Πουτσίνι, Μασνέ, Σαρπαντιέ και Οφενμπαχ που διαδραματίζονται στο Παρίσι και τα μεταφέρει σε μια βωβή ταινία, γυρισμένη σε πραγματικά τοπία του Παρισιού.
Μπροστά από την οθόνη τρεις λυρικοί τραγουδιστές – οι υψίφωνοι Χρύσα Μαλιαμάνη και Αννα Στυλιανάκη, ο τενόρος Μάνος Κοκκώνης – ντύνουν με τη φωνή τους, συνοδεία πιάνου, ό,τι βλέπουμε. Μαζί, σε έναν ρόλο-έκπληξη, η διάσημη γαλλίδα ηθοποιός και σκηνοθέτρια Φανί Αρντάν.

Photo Credits: Conrad Allain
Κινηματογράφος και λυρική τέχνη συνομιλούν, λοιπόν, σε μια παραγωγή η οποία, από τις 16 Ιουλίου έως τις 19 Σεπτεμβρίου, θα παρουσιαστεί σε διάφορους προορισμούς στο πλαίσιο του προγράμματος «Η Λυρική ταξιδεύει στην Ελλάδα». Ο Βασίλης Λούρας, που συνέλαβε την αρχική ιδέα, έγραψε το σενάριο, συνυπογράφει τη σκηνοθεσία και έχει την καλλιτεχνική επιμέλεια, μας ξεναγεί στον ιδιαίτερο κόσμο της νέας ταινίας του (έχει προηγηθεί το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ «Μαίρη, Μαριάννα, Μαρία: Tα άγνωστα ελληνικά χρόνια της Κάλλας»), λίγο πριν από την πρεμιέρα της, στις 16 Ιουλίου, στο Θέατρο Απόλλων της Ερμούπολης της Σύρου.
Το «À Paris tous les deux» ξεκινά από μια πολύ συγκεκριμένη σύλληψη: ότι το Παρίσι είναι ήδη ένας «οπερατικός τόπος», φορτωμένος με τις ιστορίες της Μιμής, της Βιολέτας, της Μανόν. Πότε σας ήρθε αυτή η ιδέα και τι ήταν εκείνο που σας έπεισε ότι αξίζει να γίνει ένα ολοκληρωμένο έργο;
Το Παρίσι είναι μια πόλη που συνδέεται ιστορικά με την τέχνη της όπερας. Δεν είναι τυχαίο ότι το επέλεξαν κορυφαίοι γάλλοι και ιταλοί συνθέτες, όχι ως σκηνικό περιβάλλον, αλλά ως δομικό στοιχείο των ιστοριών που αφηγούνται μέσα από τα έργα τους. Για εμένα, αφετηρία της σύνδεσης της όπερας με την “Πόλη του Φωτός” ήταν η “Μποέμ”.
Με συγκινεί ο μοναδικός τρόπος που ο Πουτσίνι περνάει μέσα από την ιστορία της Μιμής και του Ροντόλφο, τη σκληρότητα, την ποίηση, αλλά και την ομορφιά αυτής της πόλης. Κάθε φορά που σκέφτομαι τους δρόμους του Καρτιέ Λατέν, φέρνω στη φαντασία μου τους ήρωές του που τρέχουν τυλιγμένοι με τα κασκόλ τους για να μπουν στο Café Momus.
Και κάθε φορά που μια σκηνοθεσία στην όπερα περιορίζεται σε αφαιρετικά ή ανέμπνευστα σκηνικά που προσπαθούν να θυμίσουν μια σοφίτα στο Παρίσι για την “Μποέμ” ή το μεγαλοαστικό παριζιάνικο hôtel particulier της Βιολέτας Βαλερί για την “Τραβιάτα”, κλείνω τα μάτια και η φαντασία μου τρέχει στους δρόμους του Παρισιού, οι οποίοι ελάχιστα έχουν αλλάξει από την εποχή που συνέθεταν ο Βέρντι, ο Πουτσίνι, ο Μασνέ, ο Οφενμπαχ, αλλά και αργότερα ο Σαρπαντιέ.
Εμπνευστήκατε από τη φόρμα του «παστίτσιο» – παράδοση που πηγαίνει πίσω στον 18ο αιώνα. Πώς λειτουργεί αυτή η φόρμα όταν τη μεταφέρεις στον κινηματογράφο; Τι σας επέτρεψε το παστίτσιο να κάνετε, που δεν θα μπορούσατε να επιτύχετε με μια συμβατική σκηνική παραγωγή;
Η παραγωγή αυτή φτιάχτηκε για να περιοδεύσει στην ελληνική περιφέρεια, στο πλαίσιο του προγράμματος “Η Λυρική ταξιδεύει στην Ελλάδα”, το οποίο οραματίστηκαν ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής Γιώργος Κουμεντάκης με τον πρόεδρο του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος Ανδρέα Δρακόπουλο.
Στόχος του προγράμματος περιοδειών, αλλά και της συγκεκριμένης παραγωγής, που υλοποιείται με τη δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, είναι να συναντήσει ένα νέο κοινό που πιθανώς δεν έχει παρακολουθήσει ποτέ όπερα, αλλά και να παρουσιαστεί σε μικρές και μεγάλες πόλεις ή και σε νησιά που δεν έχουν τις υποδομές να φιλοξενήσουν μια παράσταση όπερας.

Photo Credits: Conrad Allain
Στο πλαίσιο αυτό, η σκέψη μας ήταν να δημιουργήσουμε ένα ευέλικτο θέαμα και ακρόαμα που να φέρει κοντά στην όπερα το κοινό της περιφέρειας, και αυτό να γίνει με έναν τρόπο ελκυστικό, όσο και καλλιτεχνικά σωστό.
Το παστίτσιο είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα παράδοση που ήδη από τον 18ο αιώνα έδωσε σε δημιουργούς και λυρικά θέατρα τη δυνατότητα να δημιουργήσουν νέα έργα, παίρνοντας αποσπάσματα από υπάρχοντα μουσικά έργα ενός ή και περισσότερων συνθετών.
Στην περίπτωσή μας, επιλέγοντας ως βασικό θεματικό άξονα τις “ιστορίες έρωτα και θανάτου που διαδραματίζονται στο Παρίσι”, είχαμε τη δυνατότητα να διαλέξουμε μερικά από τα ωραιότερα αποσπάσματα του ρεπερτορίου της όπερας, για να προσκαλέσουμε το νέο αυτό κοινό να γνωρίσει τον κόσμο της λυρικής τέχνης.
Η φόρμα του σινεμά μάς επέτρεψε να κάνουμε γυρίσματα σε φυσικούς χώρους στο Παρίσι, ούτως ώστε να μη χρειαστεί να περιορίσουμε τη φαντασία του θεατή, αλλά αντιθέτως να τον κάνουμε να ταξιδέψει ακριβώς στα μέρη που οι συνθέτες τοποθέτησαν τις ιστορίες τους.
Η βωβή ταινία με ζωντανή μουσική παραπέμπει σε μια εποχή που ο κινηματογράφος και η μουσική δεν είχαν ακόμα χωρίσει. Τι είναι αυτό που σας δίνει ο βωβός κινηματογράφος ώστε να ασχοληθείτε μαζί του και, με τον τρόπο σας, να τον αναβιώσετε; Ποιο είναι το καλλιτεχνικό σκεπτικό πίσω από την επιλογή να παρουσιαστεί η όπερα ως βωβή σπονδυλωτή ταινία με ζωντανή ερμηνεία;
Ο βωβός κινηματογράφος με τη συνοδεία ζωντανής μουσικής είναι ένας ιδιαίτερος συνδυασμός που δίνει μεγάλο χώρο στη φαντασία του θεατή. Στην περίπτωσή μας, βέβαια, έχουμε τον ποιητικό λόγο των αποσπασμάτων της όπερας που ερμηνεύονται ζωντανά. Και αυτός ο λόγος οπτικοποιείται στη μεγάλη οθόνη.
Ως ένας άνθρωπος που μεγάλωσε στην επαρχία, χωρίς να έχει δυνατότητα να έρθει σε επαφή με τις παραστατικές τέχνες έως και την ενηλικίωσή του, σκέφτηκα ότι ένας τέτοιος συνδυασμός, της τόσο δημοφιλούς και προσβάσιμης φόρμας του σινεμά, με τη ζωντανή ερμηνεία της όπερας, θα ήταν ένας ελκυστικός, συμπεριληπτικός και ταυτόχρονα ενδιαφέρων τρόπος για να εισάγει ένα νέο κοινό στον κόσμο της λυρικής τέχνης.
Και ακριβώς επειδή στην επαρχία δεν υπάρχουν χώροι ικανοί για να φιλοξενήσουν όπερα, το να αντικαταστήσει κανείς τη σκηνική δράση της όπερας με μια κινηματογραφημένη αφήγηση, ίσως να είναι ένας διαφορετικός αλλά συνεπής τρόπος για να παρουσιαστεί ένα οπερατικό θέαμα και ακρόαμα.
Στην ταινία, οι ήρωες από τον 19ο αιώνα ζουν τις ιστορίες τους στο σύγχρονο Παρίσι. Πόσο δύσκολο ήταν να διατηρήσετε τη συνέπεια του λιμπρέτου και ταυτόχρονα να πείσετε τον θεατή ότι πρόσωπα όπως η Μανόν και ο Ντε Γκριέ ανήκουν στο σήμερα;
Με τον Μιχάλη Ασθενίδη – με τον οποίο συνυπογράφουμε αυτή την ταινία – και με την παραγωγό μας Στέλλα Αγγελέτου, επιλέξαμε από την αρχή να τοποθετήσουμε τους ήρωες της “Μποέμ”, της “Τραβιάτα”, της “Μανόν”, του “Μανδύα”, της “Λουίζ” και της “Παριζιάνικης Ζωής” στο σημερινό Παρίσι. Αλλωστε, ο έρωτας, η φτώχεια, η αρρώστια, η αλληλεγγύη, οι κοινωνικές συμβάσεις, όχι μόνο δεν άλλαξαν με το πέρασμα των αιώνων και την αλλαγή του κόσμου, αλλά ίσως σήμερα – περισσότερο από ποτέ – είναι παντού γύρω μας.

Photo Credits: Valeria Isaeva
Επιπλέον, οι νέοι όπως τους περιγράφουν τα έργα του 19ου αιώνα, έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά, τις ίδιες αγωνίες, τα ίδια προβλήματα με τους νέους τού σήμερα. Μπορεί η όψη τους να έχει αλλάξει, όμως η κοινωνία εξακολουθεί να στέκεται απέναντί τους. Οι έρωτές τους εξακολουθούν να έχουν συχνά δραματική κατάληξη, οι επαναστάσεις τους δεν κερδίζονται εύκολα και η μανία της ζωής συνεχίζει να τους κατασπαράσσει.
Στόχος είναι να μιλήσει η παραγωγή τόσο σε όσους αγαπούν ήδη την όπερα όσο και σε εκείνους οι οποίοι δεν την έχουν πλησιάσει ποτέ. Πόσο εύκολο είναι; Πού βρίσκεται η λεπτή γραμμή ανάμεσα στη λαϊκή προσβασιμότητα και τον σεβασμό στο λυρικό πρωτότυπο;
Σίγουρα θέλουμε να απευθυνθούμε στους θεατές εκείνους που δεν είχαν έως τώρα τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν μια παράσταση όπερας. Αν καταφέρουμε να τους δώσουμε μια αφορμή ή ένα πρώτο ερέθισμα για να ανακαλύψουν την όπερα και τη μουσική γενικότερα, θα έχουμε επιτύχει τον στόχο μας.
Από την άλλη, θέλω να πιστεύω ότι και οι φίλοι της όπερας θα βρουν ενδιαφέρον ένα νέο έργο με ζωντανή ερμηνεία αποσπασμάτων από όπερες των Βέρντι, Πουτσίνι, Μασνέ, Σαρπαντιέ και Οφενμπαχ και με μια κινηματογραφική αφήγηση που ακολουθεί τα λιμπρέτα των έργων, αναζητώντας τους οπερατικούς ήρωες στο σημερινό Παρίσι.
Είμαστε δε εξαιρετικά τυχεροί που θα έχουμε μαζί μας τρεις σπουδαίους μονωδούς της νεότερης γενιάς, τις σοπράνο Χρύσα Μαλιαμάνη και Αννα Στυλιανάκη και τον τενόρο Μάνο Κοκκώνη, αλλά και δύο εξαιρετικούς πιανίστες, τη Μαριλένα Σουρή και τον Χρήστο Σακελλαρίδη.





