Το ελληνικό κοινό αγαπά τους καλλιτέχνες που παθιάζονται και τα δίνουν όλα επάνω στη σκηνή, εξ ου και έχει τόσο μεγάλη αδυναμία στην Μπεθ Χαρτ, η οποία επιστρέφει στην Αθήνα – την Τετάρτη 1η Ιουλίου στο Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού –, σε ένα ατμοσφαιρικό solo show φτιαγμένο ειδικά για εμάς. Αφορμή ο ενδέκατος δίσκος της, με τίτλο «You Still Got Me», η deluxe εκδοχή του οποίου κυκλοφόρησε στις 17 Ιουνίου. Με βραχνή φωνή και ωμή ειλικρίνεια, αυτή η ατρόμητη τραγουδίστρια, που γεννήθηκε πριν από 54 χρόνια στο Λος Αντζελες, μιλάει για την κατάθλιψη, τις εξαρτήσεις και τον Θεό με την ίδια άνεση με την οποία αναφέρεται στα τραγούδια και τους συνεργάτες της.
Ολα αυτά τα χρόνια έχετε μιλήσει με εξαιρετική ειλικρίνεια για τις μάχες σας με την ψυχική νόσο και τις εξαρτήσεις. Νιώθετε ότι η μουσική σας έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο επεξεργάζεστε αυτές τις εμπειρίες – ή μήπως το να τις επεξεργάζεστε αλλάζει τελικά τη μουσική σας;
«Λοιπόν, η μουσική μου είναι μια απόλυτη αντανάκλαση – όπως για κάθε καλλιτέχνη – του πού βρίσκομαι, του τι κάνω. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται να ζορίσω ένα τραγούδι που δεν το νιώθω τελικά, γιατί θα βγει χάλια, θα είναι απλώς τόσο αξιολύπητο, και δεν επιδιώκω να είμαι η καλύτερη τραγουδοποιός – αυτό δεν πρόκειται να συμβεί –, αλλά τουλάχιστον μπορώ να σέβομαι την ευλογία και την πολυτέλεια που μου έδωσε ο Θεός: ότι η μουσική με βοηθάει να νιώθω πως μπαίνω σε έναν κόσμο όπου αισθάνομαι πολύ ασφαλής. Οταν γράφω, δεν σκέφτομαι: “Αυτό θα μπει σε δίσκο;”. Δεν σκέφτομαι έτσι.
Οταν κάθομαι να γράψω είναι γιατί, γαμώτο, το λατρεύω το γράψιμο, και δημιουργώ πολλά απαίσια τραγούδια μέχρι να βγάλω ένα καλό, αλλά δεν με νοιάζει. Λατρεύω το συναίσθημα της δημιουργίας, πρόκειται για μια συναρπαστική συνθήκη. Την περασμένη εβδομάδα έγραψα και τελείωσα τρία τραγούδια, και είμαι πολύ ενθουσιασμένη με αυτά. Το ένα λέγεται “It’s a Gift to Get Old”. Αλλά ναι, αγαπώ τόσο πολύ το γράψιμο – από όλη τη μουσική μπίζνα είναι μακράν το αγαπημένο μου κομμάτι, το καλύτερο κομμάτι. Νιώθω πολύ κοντά, δεν ξέρω, σε αυτό το πνεύμα που είναι μέσα μας και ολόγυρά μας. Νιώθω μέρος της οικογένειας του κόσμου, ξέρετε, νιώθω απλώς σαν να μου κάνει παρέα ο Θεός».
Σας περιγράφουν συχνά ως μία από τις πιο ωμές και συναισθηματικά ειλικρινείς ερμηνεύτριες που είναι ενεργές σήμερα. Είναι κάτι που καλλιεργείτε συνειδητά ή κάτι που απλώς δεν μπορείτε να αποφύγετε;
«Και τα δύο. Οταν είμαι χαλαρή και δεν νιώθω εγκλωβισμένη μέσα στον εαυτό μου, όταν δεν νιώθω ότι δεν είμαι αρκετή ή απλώς πραγματικά φοβισμένη, τότε όλα βγαίνουν στη φόρα. Οταν φοβάμαι, τείνω να κλείνομαι στον εαυτό μου και να γίνομαι πολύ σιωπηλή, και αυτό που κάνω συνειδητά δεν είναι για το σόου – γιατί ο κόσμος δεν έρχεται να με ακούσει να βγάζω λόγο, καταλαβαίνετε, έρχεται να ακούσει μουσική, σωστά; Αλλά για εμένα την ίδια και για τον διάβολο που νιώθω ότι προσπαθεί να με κρατήσει φοβισμένη, ζορίζω τον εαυτό μου να ανοιχτεί ούτως ή άλλως, και τείνω να λέω στην μπάντα να φύγει και το πάω μόνη μου. Και φαίνεται ότι αυτό βοηθάει – δεν διώχνει πάντα όλα τα αρνητικά συναισθήματα, αλλά βοηθάει».

Μετά από δύο και πλέον δεκαετίες στη μουσική, πώς ορίζεται η επιτυχία για εσάς τώρα σε σύγκριση με τότε που ξεκινήσατε;
«Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο! Πήρα μια απόφαση όταν άρχισα να παίζω πιάνο στα τέσσερά μου, όταν άρχισα να γράφω – όχι να τραγουδάω, απλώς να γράφω μουσική. Θυμάμαι πως υπήρχε ένα σκαμνάκι που έπρεπε να ανέβω για να πλύνω τα χέρια μου στον νεροχύτη και να βουρτσίσω τα δόντια μου μπροστά στον καθρέφτη. Και θυμάμαι να λέω στον εαυτό μου – και δεν ξέρω από πού πήρα την εργατικότητα, μάλλον από τη μαμά μου, τον μπαμπά μου, πάντα έκαναν αυτό που αγαπούσαν, ό,τι κι αν γινόταν, οπότε ίσως ήρθε κι από εκεί –, θυμάμαι λοιπόν να κάνω μια συμφωνία με τον εαυτό μου: “Μπεθ, μπορεί να βγάζεις το ψωμί σου κάνοντας αυτό που αγαπάς, μπορεί να μη βγάλεις ποτέ δεκάρα, αλλά η επιτυχία σου είναι 100% μόνο όταν κάνεις αυτό που αγαπάς, ό,τι κι αν γίνει. Οπότε, ακόμη κι αν χρειαστεί να κάνεις κάποια δουλειά για βιοπορισμό, κάθε μέρα θα πρέπει να κάθεσαι στο πιάνο και να κάνεις αυτό που αγαπάς. Αυτό είναι το “ευχαριστώ” σου στον Θεό, κι αν ευχαριστείς τον Θεό, είσαι επιτυχημένη. Τελεία. Γα**μένη τελεία”.
Τα ναρκωτικά, οι ψυχικές νόσοι, όλες οι άλλες μαλακίες… Ποτέ δεν πρόκειται να γίνω καμιά Μητέρα Τερέζα, αλλά το λιγότερο που μπορώ να κάνω είναι να δείξω σεβασμό και τιμή σε ένα δώρο που μου δόθηκε – όχι για να γίνω σταρ ή να γίνω πλούσια –, αυτό το δώρο που μου δόθηκε για να με βοηθήσει να περάσω τη ζωή μου, να βρω χαρά, να βρω έναν τρόπο να θεραπευτώ, να νιώσω ευγνωμοσύνη, να βρω έναν τρόπο να νιώσω ότι ανήκω κάπου. Αυτό είναι το δώρο για εμένα. Οπότε, αν συνεχίσω να το κάνω αυτό, αυτό είναι επιτυχία – και αυτό ακριβώς σκεφτόμουν όταν ξεκίνησα, και έτσι ακριβώς νιώθω ακόμα και τώρα».
Εμφανιστήκατε ξανά στην Αθήνα πριν από λίγα χρόνια και η ανταπόκριση του κοινού ήταν συγκλονιστική. Τι θυμάστε από εκείνη τη βραδιά, και τι ελπίζετε να νιώσετε την 1η Ιουλίου στον Λυκαβηττό;
«Λοιπόν, αυτό που θυμάμαι είναι ότι η αδελφή μου η Σούζαν ήταν εκεί, θυμάμαι ότι όλοι όσοι δούλευαν εκεί ήταν φοβεροί, όλος αυτός ο κόσμος ήταν τόσο cool. Με εξέπληξαν πραγματικά η ενέργεια και το κέφι και ο ενθουσιασμός που είχε το κοινό, γιατί κάποιες φορές οι ακροατές μου είναι πολύ, πολύ ήσυχοι – και αυτό δεν σημαίνει ότι δεν τους αρέσει, αλλά κάποιοι είναι απλώς πολύ ήσυχοι –, ενώ αυτοί ήταν πραγματικά έντονοι, έδωσαν πολλή ενέργεια. Θυμάμαι να σκέφτομαι ότι ήμουν πολύ αδύνατη, περνούσα μια φάση με διατροφική διαταραχή, και ήλπιζα να μην τρόμαξα κανέναν. Και μετά θυμάμαι να προσπαθώ να πω εκείνο το τραγούδι των Led Zeppelin, το “Kashmir”, και έλεγα: “Ωχ, γαμώτο, μήπως τα κάνω μαντάρα τα λόγια σ’ αυτό το ιδιοφυές τραγούδι;”. Αλλά ναι, η Ελλάδα – ρε φίλε, δεν το λέω για να σας κολακεύσω, όλοι το ξέρουν αυτό, όποιος πάει στην Ελλάδα την αγαπάει· το φαγητό είναι απίστευτο, ο τόπος είναι πανέμορφος, όλοι έχουν κάτι γήινο και ανεπιτήδευτο, απλώς έτσι είναι. Οπότε ναι, θυμάμαι πολλά απ’ αυτό, ήταν υπέροχα. Το μόνο πράγμα για το οποίο αισθάνομαι τύψεις είναι που εξαιτίας της διατροφικής μου διαταραχής ήμουν πολύ οστεώδης».

Εχετε προταθεί για Grammy, έχετε κάνει sold out συναυλίες σε όλον τον κόσμο, έχετε συνεργαστεί με θρύλους – αλλά έχετε μιλήσει και για το αίσθημα του να νιώθεις παρείσακτος μέσα στη μουσική βιομηχανία. Αλλάζει κάτι τον τρόπο με τον οποίο βλέπετε τον εαυτό σας ως καλλιτέχνη έπειτα από όλη αυτή την αναγνώριση;
«Οχι, καθόλου. Και να σας πω κάτι: αγαπώ και θαυμάζω τους ανθρώπους που μπορούν να διαχειριστούν τη φήμη, νομίζω ότι είναι φοβερό, αλλά για εμένα, ένα από τα μεγαλύτερα πράγματα και δώρα, που δεν ήξερα αν θα ερχόταν ή όχι, είναι ότι πάντα σκεφτόμουν πόσο cool θα ήταν να καταφέρω αυτά που κάνουν όλα τα μεγάλα ονόματα, αλλά χωρίς να χρειάζεται να έχω σχέση με σωματοφύλακες ή με αυτοκίνητα με μαύρα φιμέ τζάμια ή με τρελούς παπαράτσι καθίκια – τίποτα από όλα αυτά. Δεν χρειάζεται να έχω να κάνω με τίποτα από όλα αυτά. Απλώς είμαι ο εαυτός μου και δεν δίνει κανείς δεκάρα, και είναι υπέροχα, το λατρεύω».
Αν η εικοσάχρονη Μπεθ Χαρτ σάς έβλεπε τώρα, τι νομίζετε ότι θα ένιωθε;
«Λοιπόν, νομίζω ότι δεν θα ξαφνιαζόταν. Ηξερα ως πολύ μικρό κορίτσι, γύρω στα επτά, ότι θα είχα μια ζωή με πολλά πάνω-κάτω, γιατί υπάρχει πολλή αληθινή ψυχική ασθένεια – όχι μόνο εξάρτηση, αλλά ακόμη και αυτοκτονίες – και στις δύο πλευρές της οικογένειας, οπότε γνώριζα ότι δεν θα ήταν εύκολο. Δεν είμαι χαζό κορίτσι, και φρόντισα μόλις άρχισα να βγάζω δικά μου χρήματα στα 20 να βρω αμέσως ψυχίατρο, και πάντα κρατούσα επαφή με γιατρούς. Αλλά, ξέρετε, τα χάπια και η νηφαλιότητα φτάνουν μέχρι ένα σημείο· η αρρώστια της μανιοκατάθλιψης είναι ισχυρή, όμως τα φάρμακα σε κρατούν αρκετά ασφαλή ώστε να μη βλάψεις τον εαυτό σου ή κάποιον άλλον. Και να και κάτι άλλο: όλοι όσοι παίρνουν τα φάρμακα θέλουν κάποια στιγμή να τα κόψουν – κι αυτό είναι κομμάτι της αρρώστιας, γιατί δεν είναι μόνο αρρώστια που επηρεάζει τη διάθεση, είναι και μια ασθένεια που σου θολώνει την κρίση. Μπορείς δηλαδή να παίρνεις πολύ σημαντικές αποφάσεις με κακή κρίση χωρίς να έχεις ιδέα γιατί.
Και μετά, όσον αφορά ένα alpha female, μια δυναμική γυναίκα όπως εγώ – ποιος θα τολμήσει να με αναγκάσει να μην κάνω κάτι; Οχι, θα κάνω ό,τι θέλω. Οπότε ήξερα ότι θα τα περνούσα όλα αυτά, αλλά να σας πω τι δεν θα πίστευε εκείνο το κορίτσι: ποτέ, μα ποτέ στη ζωή της η εικοσάχρονη Μπεθ δεν θα τολμούσε να ονειρευτεί ότι θα ερωτευόταν και θα παντρευόταν έναν υπέροχο άνδρα. Με τίποτα! Ονειρευόμουν να κάνω μουσική, ονειρευόμουν να γυρίσω όλον τον κόσμο, ονειρευόμουν να δουλέψω πολύ σκληρά ώστε να βρω το θάρρος να σκάψω βαθιά και να μάθω πραγματικά να γράφω, και ίσως να μοιραστώ την ιστορία μου με άλλους, όσο άσχημα κι αν με έκανε να φαίνομαι. Αυτά τα ονειρευόμουν όταν ήμουν μικρή, αλλά ποτέ δεν τόλμησα να ονειρευτώ ότι θα μπορούσα να βρω αυτού του είδους την αγάπη που έχω με τον Σκοτ – και αυτό νομίζω πως θα την έκανε να πει: “Αποκλείεται, ρε φίλε”».
Πώς νιώθετε για όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο σήμερα;
«Νομίζω ότι αυτό που συμβαίνει στον κόσμο σήμερα είναι μια υπερβολική καταστροφολογία και ο μόνος λόγος που πιστεύω ότι αυτό ισχύει είναι γιατί για πρώτη φορά ο κόσμος ζει με τόσο άμεση πληροφορία και τόνους παραπληροφόρησης, και είμαστε τόσο πολύ περισσότεροι άνθρωποι στον πλανήτη. Οπότε τα πάντα είναι σαν “ωχ, Θεέ μου, μπλα μπλα μπλα” και τρελαινόμαστε. Αλλά αν κοιτάξουμε πίσω στην ιστορία της ανθρωπότητας, η φύση του ανθρώπου έχει αγάπη και καλοσύνη, αλλά έχει και βαναυσότητα και ανάγκη για επιβολή και κυριαρχία – πάντα είχε, από την αρχή του χρόνου. Υποθέτω πως είναι απλώς έμφυτο ή ότι δεν είμαστε εδώ τόσο πολύ καιρό και έχουμε πολλές, πολλές εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια ακόμα για να εξελιχθούμε – και ελπίζω, καθώς εξελισσόμαστε, να γίνουμε πιο ευγενικοί, γιατί θα φοβόμαστε λιγότερο. Αλλά θυμάμαι να διαβάζω τον Στίβεν Χόκινγκ – σίγουρα τον ξέρετε, εκείνον τον τύπο, ήταν ο πιο έξυπνος τύπος που υπήρξε. Πίστευε ότι όσο πιο ευφυές γινόταν ένα νοήμον ον, τόσο πιο αδίστακτο θα ήταν. Εγώ επιλέγω να σκέφτομαι το αντίθετο. Νιώθω ότι όσο πιο έξυπνος γίνεσαι, τόσο λιγότερο φοβάσαι, και όσο λιγότερο φοβάσαι, τόσο καλύτερες αποφάσεις παίρνεις – αλλά τι στο καλό ξέρω κι εγώ;».
Αγοράστε εισιτήρια για τη συναυλία της Μπεθ Χαρτ από το InTickets.





