Η θάλασσα δεν είναι μόνο τοπίο. Είναι ένα ζωντανό οικοσύστημα που στηρίζει την παραγωγή, τον πολιτισμό και την καθημερινότητά μας – και ταυτόχρονα απορροφά, καλώς ή κακώς, μεγάλο μέρος από τον αντίκτυπο της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η ρύπανση σπάνια ξεκινά στη θάλασσα: αρχίζει από τη στεριά, περνάει από την παράκτια ζώνη και καταλήγει στον βυθό. Αυτή την ενιαία διαδρομή προσπαθεί εδώ και χρόνια να κατανοήσει, με μια ολιστική προσέγγιση, το Κοινωφελές Ιδρυμα Αθανάσιος Κ. Λασκαρίδης (ACLCF): όχι με μεμονωμένες παρεμβάσεις σε κάποια ακτή ή σε κάποιον βυθό, αλλά με μια αλυσίδα δράσεων που συνδέουν το χερσαίο, το παράκτιο και το θαλάσσιο περιβάλλον ως ένα κοινό πεδίο ευθύνης, συνεχούς έρευνας και εκπαίδευσης.
Στην πράξη, η προσέγγιση αυτή παίρνει τη μορφή του «Typhoon Project» – της βασικής επιχειρησιακής δραστηριότητας του Ιδρύματος στις ακτές – και του «Cyclone Project», το οποίο στρέφεται στην ενδοχώρα. Τα δεδομένα που συλλέγει η ομάδα του «Τυφώνα» στα εκατομμύρια απορρίμματα που έχει απομακρύνει από τις πιο απρόσιτες γωνιές της χώρας αξιοποιούνται πλέον από ερευνητικές ομάδες στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ενώ δύο υποτροφίες του Ιδρύματος έχουν οδηγήσει σε δημοσιευμένες μελέτες σε έγκριτα διεθνή περιοδικά και συνέδρια. Το επόµενο βήµα έγινε µε το «Saronicos Project». Πρόκειται για ένα πενταετές πρόγραµµα προϋπολογισµού 1,5 εκατ. ευρώ, που φιλοδοξεί για πρώτη φορά να δώσει µια ολοκληρωµένη, επιστηµονικά τεκµηριωµένη εικόνα του Σαρωνικού Κόλπου µέσα από τη σύµπραξη έντεκα διαφορετικών φορέων.

Στη λογική του προγράμματος, οι βαθιές λεκάνες του κόλπου λειτουργούν σαν χρονολόγιο του ανθρώπινου αποτυπώματος στη θάλασσα – χώροι όπου συσσωρεύεται ό,τι έχουμε αφήσει πίσω μας επί δεκαετίες, από μικροπλαστικά έως χημικές ουσίες. Παράλληλα, η μελέτη έχει αποκαλύψει εκπληκτικό πλούτο βιοποικιλότητας, με ολόκληρα συστήματα από ροδοφύκη (ή ροδόφυτα) να αναδύονται μπροστά στους ερευνητές. Η ίδια λογική διατρέχει και τα υπόλοιπα προγράμματα του Ιδρύματος: το «Fishing for Litter», που κινητοποιεί μια ολόκληρη κοινότητα αλιέων για την καταγραφή των απορριμμάτων που ανασύρουν τα δίχτυα τους από τον πυθμένα, και το «SeaChange Greek Islands», όπου η υποθαλάσσια παρέμβαση συνδυάζεται με την ενεργοποίηση των τοπικών κοινωνιών. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα της γιορτής τής φάβας στη Σχοινούσα, όπου η τοπική κοινωνία, με τη συμβολή του Ιδρυματος, έμαθε κεραμική με στόχο να φτιάξει ποτήρια που θα συνοδεύουν το γλέντι. Πλέον, πέντε χρόνια μετά, μπορούν να υπερηφανεύονται ότι η γιορτή τους πραγματοποιείται χωρίς καθόλου πλαστικά μιας χρήσης.
Κεντρικό ρόλο σε ολόκληρη αυτή την ερευνητική αλυσίδα διαδραματίζει το Εργαστήριο Θαλάσσιας Γεωλογίας και Φυσικής Ωκεανογραφίας (Oceanus-Lab) του Τμήματος Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, υπό την επιστημονική διεύθυνση του καθηγητή Γιώργου Παπαθεοδώρου. Η συνεργασία του με το Ιδρυμα Λασκαρίδη ξεκίνησε το 2019, με την έναρξη του «Typhoon Project», και μετρά ήδη επτά συνεχή χρόνια. Οι καταδύσεις των τηλεκατευθυνόμενων υποβρυχίων τού Oceanus-Lab έχουν καταγράψει σε συγκεκριμένα «hot spots» του Σαρωνικού πυκνότητες που φθάνουν τα 240.000 απορρίμματα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο βυθού. Εχουν φωτίσει, όμως, την ίδια στιγμή, ένα αρχαίο ναυάγιο βόρεια του Φισκάρδου, τους κοραλλιογενείς σχηματισμούς των Κυκλάδων, την ακέραιη ζωή που ακόμα ανθεί στα ψυχρά βάθη.

Πριν παραχωρήσουμε τον λόγο στον καθηγητή, η φωνή της Εύης Λαζού-Λασκαρίδη, Προέδρου του Κοινωφελούς Ιδρύματος Αθανάσιος Κ. Λασκαρίδης, δίνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται όλη αυτή η προσπάθεια: «Οσο περισσότερο εξερευνούμε τον βυθό, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε ότι γνωρίζουμε μόνο ένα μικρό μέρος του πλούτου που κρύβει. Για πολλούς ανθρώπους, ο βυθός συνδέεται κυρίως με τη ρύπανση και τα απορρίμματα. Είναι όμως ταυτόχρονα ένας κόσμος γεμάτος ζωή, με οικοσυστήματα εξαιρετικής αξίας που συχνά παραμένουν αόρατα στα μάτια μας. Αυτό προσπαθούμε να αναδείξουμε μέσα από τις δράσεις του Ιδρύματος. Από τις έρευνες στον Σαρωνικό και τη μελέτη της βιοποικιλότητας μέχρι το “Posidonia Project” και την προστασία των υποθαλάσσιων λιβαδιών, επενδύουμε συστηματικά όχι μόνο στην καταγραφή των πιέσεων που δέχεται η θάλασσα, αλλά και στην κατανόηση όσων την κάνουν τόσο πολύτιμη. Πιστεύω ότι προστατεύουμε πραγματικά μόνο ό,τι έχουμε γνωρίσει και μάθει να εκτιμούμε. Και γι’ αυτό η έρευνα, η εξερεύνηση και η γνώση αποτελούν για εμάς εξίσου σημαντικό κομμάτι της προστασίας της θάλασσας με κάθε δράση που πραγματοποιούμε στο πεδίο».
Κύριε Παπαθεοδώρου, το Εργαστήριό σας, το Oceanus-Lab του Τμήματος Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, συνεργάζεται με το Κοινωφελές Ιδρυμα Αθανάσιος Κ. Λασκαρίδης από την πρώτη κιόλας χρονιά τού «Typhoon Project», το 2019. Πώς ξεκίνησε αυτή η συνεργασία και τι σας έπεισε τότε ότι άξιζε να επενδύσετε ερευνητικά σε ένα τέτοιο εγχείρημα;
«Η πρώτη μας συνάντηση με το Κοινωφελές Ιδρυμα Αθανάσιος Κ. Λασκαρίδης έγινε το 2017, αλλά η συνεργασία μας απέκτησε ουσιαστικό περιεχόμενο με την έναρξη του “Typhoon Project” το 2019. Η ισχυρή βούληση του Ιδρύματος να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των θαλάσσιων απορριμμάτων στα ελληνικά αρχιπελάγη συνέπεσε με τη δική μας ερευνητική στόχευση: να ποσοτικοποιήσουμε το πρόβλημα και να παρέχουμε την επιστημονική τεκμηρίωση που απαιτείται για τον σχεδιασμό αποτελεσματικών πολιτικών. Αυτό που μας έπεισε να επενδύσουμε ερευνητικά στη συνεργασία ήταν ότι το “Typhoon Project” δεν αποτελούσε απλώς μια δράση καθαρισμού, αλλά μια μοναδική ευκαιρία να συνδυαστεί η περιβαλλοντική προστασία με τη συστηματική επιστημονική έρευνα σε μεγάλη κλίμακα. Το “Typhoon” λειτουργεί παράλληλα και ως ερευνητική πλατφόρμα. Με τη χρήση τηλεκατευθυνόμενων υποβρύχιων οχημάτων (ROVs) μπορούμε να μελετήσουμε τα βενθικά απορρίμματα, μία από τις λιγότερο γνωστές πτυχές της θαλάσσιας ρύπανσης, καθώς βρίσκονται εκτός του άμεσου οπτικού μας πεδίου. Η συνεργασία αυτή έχει ήδη αποδώσει σημαντικά επιστημονικά αποτελέσματα. Για πρώτη φορά αποκτήσαμε συστηματικά δεδομένα για την πυκνότητα, τη σύσταση και τις κύριες πηγές των βενθικών απορριμμάτων στον Σαρωνικό και στον Θερμαϊκό Κόλπο, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην κατανόηση του προβλήματος στις δύο σημαντικότερες αστικές θαλάσσιες περιοχές της χώρας. Τα αποτελέσματα έχουν δημοσιευθεί σε έγκριτα διεθνή επιστημονικά περιοδικά, ενώ παράλληλα υποστήριξαν την ολοκλήρωση μιας διδακτορικής διατριβής, με την υποστήριξη του Ιδρύματος».
Οι εκτιμήσεις σας για τον Δυτικό Σαρωνικό μιλούν για πυκνότητες της τάξεως των 10.000 απορριμμάτων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο πυθμένα. Πώς φθάνει κανείς σε έναν τέτοιον αριθμό – τι σημαίνει πρακτικά για έναν μη ειδικό, και πώς συγκρίνεται με άλλες θαλάσσιες περιοχές που έχετε μελετήσει στη Μεσόγειο;
«Οι εκτιμήσεις αυτές δεν προκύπτουν από μία μόνο μέτρηση. Βασίζονται σε συστηματικές καταγραφές του πυθμένα με τηλεκατευθυνόμενα υποβρύχια οχήματα (ROVs), από τις οποίες υπολογίζουμε την πυκνότητα των απορριμμάτων ανά μονάδα επιφάνειας. Η δυσκολία είναι ότι τα βενθικά απορρίμματα δεν κατανέμονται ομοιόμορφα. Υπάρχουν περιοχές με πολύ υψηλές συγκεντρώσεις, τα λεγόμενα “hot spots”, και άλλες σχεδόν χωρίς απορρίμματα. Γι’ αυτό απαιτείται μεγάλος αριθμός καταγραφών ώστε η εκτίμηση να είναι όσο το δυνατόν πιο αντιπροσωπευτική. Για έναν μη ειδικό, ο αριθμός αυτός σημαίνει ότι σε μία έκταση πυθμένα ενός τετραγωνικού χιλιομέτρου, σε συγκεκριμένη περιοχή, μπορεί να υπάρχουν δεκάδες ή ακόμη και εκατοντάδες χιλιάδες απορρίμματα. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μια ομοιόμορφη εικόνα ρύπανσης, αλλά για εστίες ιδιαίτερα έντονης συσσώρευσης απορριμμάτων. Στον Σαρωνικό, νεότερες έρευνές μας κατέγραψαν τοπικά πυκνότητες που φθάνουν έως και τα 240.000 απορρίμματα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, ενώ στον Θερμαϊκό Κόλπο οι αντίστοιχες τιμές φθάνουν ακόμη και το ένα εκατομμύριο. Πρόκειται όμως για τοπικές συγκεντρώσεις (“hot spots”) και όχι για τη μέση κατάσταση των κόλπων, καθώς τα απορρίμματα κατανέμονται εξαιρετικά ανομοιόμορφα. Οι πολύ υψηλές αυτές συγκεντρώσεις εντοπίζονται κυρίως στα ρηχά νερά, έως περίπου τα 50 μέτρα βάθος, ενώ βαθύτερα οι πυκνότητες μειώνονται σημαντικά. Το ενδιαφέρον είναι ότι η σύγκριση με άλλες περιοχές της Μεσογείου δεν είναι πάντα προφανής. Σε πρόσφατη έρευνα που πραγματοποιήσαμε με διεθνείς συνεργάτες στο βαθύτερο σημείο της Μεσογείου, το Φρέαρ των Οινουσσών (Calypso Deep), σε βάθος περίπου 5.122 μέτρων καταγράψαμε περίπου 26.700 απορρίμματα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο πυθμένα. Το εύρημα αυτό δείχνει πως, παρότι τα απορρίμματα φθάνουν ακόμη και στα μεγαλύτερα βάθη, οι πυκνότερες συγκεντρώσεις τους εντοπίζονται συχνά στις παράκτιες ζώνες, όπου οι ανθρώπινες δραστηριότητες είναι εντονότερες. Συνολικά, τα ευρήματα αυτά δείχνουν ότι τα θαλάσσια απορρίμματα έχουν πλέον φθάσει σε κάθε γωνιά της Μεσογείου, από τις πιο επιβαρυμένες παράκτιες περιοχές έως τα μεγαλύτερα βάθη της».
Δουλεύετε με τηλεκατευθυνόμενα υποβρύχια οχήματα (ROVs) σε βάθη όπου το ανθρώπινο μάτι δεν φθάνει. Τι είναι αυτό που σας έχει προκαλέσει τη μεγαλύτερη έκπληξη – θετική ή αρνητική – τα χρόνια που κοιτάτε τον ελληνικό βυθό μέσα από αυτούς τους φακούς;
«Δεν υπάρχει “αδιάφορος” ελληνικός βυθός. Κάθε κατάδυση των τηλεκατευθυνόμενων υποβρύχιων οχημάτων αποκαλύπτει κάτι που μας εκπλήσσει, γι’ αυτό και κάθε αποστολή παραμένει για την ομάδα μας μια μοναδική εμπειρία. Αν έπρεπε όμως να ξεχωρίσω κάτι, θα έλεγα ότι αυτό που με εντυπωσιάζει περισσότερο είναι η έντονη αντίθεση που συναντούμε: από τη μία ένας υποθαλάσσιος κόσμος εξαιρετικής ομορφιάς και από την άλλη οι εμφανείς συνέπειες της ανθρώπινης δραστηριότητας. Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τα πρώτα πλάνα από το αρχαίο ναυάγιο βόρεια του Φισκάρδου στην Κεφαλλονιά, μια μοναδική χρονοκάψουλα της αρχαίας ναυπηγικής και της ναυτικής ιστορίας της Μεσογείου. Με την ίδια όμως ένταση μας προκαλεί θλίψη η εικόνα ενός πυθμένα γεμάτου απορρίμματα ή των λιβαδιών Ποσειδωνίας που έχουν υποβαθμιστεί από τις ανεξέλεγκτες αγκυροβολίες. Ταυτόχρονα, οι πρόσφατες έρευνές μας στις Κυκλάδες, με την υποστήριξη του Ιδρύματος Αθανάσιος Κ. Λασκαρίδης και του Ιδρύματος Αθηνάς Ι. Μαρτίνου, μας αποκάλυψαν έναν ακόμη σχεδόν άγνωστο κόσμο: τους κοραλλιγενείς σχηματισμούς που δημιουργούνται από ενασβεστωμένα ροδοφύκη, τις γνωστές στους ψαράδες “τραγάνες”. Σε βάθη περίπου 100 μέτρων συναντά κανείς τοπία μοναδικής αισθητικής και μεγάλης οικολογικής αξίας. Η εμπειρία αυτή μάς ενέπνευσε να δημιουργήσουμε το ντοκιμαντέρ με τίτλο “Ζώντες Λίθοι”, με στόχο να αναδείξουμε όχι μόνο την οικολογική σημασία αυτών των ενδιαιτημάτων, αλλά και την ιδιαίτερη ομορφιά τους. Ισως αυτή να είναι και η μεγαλύτερη έκπληξη όλων: ότι κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας συνυπάρχουν ένας ανεκτίμητος φυσικός και πολιτιστικός πλούτος με τις πιο έντονες επιπτώσεις της ανθρώπινης παρέμβασης».

Στο πλαίσιο του «Saronicos Project», το Oceanus-Lab δούλεψε για πρώτη φορά παράλληλα με το σκάφος «Typhoon» του Κοινωφελούς Ιδρύματος Αθανάσιος Κ. Λασκαρίδης και το ωκεανογραφικό «ΑΙΓΑΙΟ» του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών. Τι απαιτείται επιστημονικά για μια τέτοια συνέργεια; Ποια είναι τα αβαντάζ και ποιες οι προκλήσεις;
«Πράγματι, η ταυτόχρονη επιχειρησιακή δράση δύο ερευνητικών σκαφών με κοινό επιστημονικό σχεδιασμό δεν είναι συνηθισμένη πρακτική, ούτε στην Ελλάδα ούτε διεθνώς. Μια τέτοια συνέργεια απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό, στενό συντονισμό των ερευνητικών ομάδων και κοινά πρωτόκολλα, ώστε τα δεδομένα που συλλέγονται από διαφορετικές ερευνητικές πλατφόρμες να είναι πλήρως συγκρίσιμα και να μπορούν να αξιοποιηθούν συνδυαστικά. Στο “Saronicos Project” ο σχεδιασμός έγινε από κοινού με τους ερευνητές τού ΕΛΚΕΘΕ, αξιοποιώντας τα ιδιαίτερα πλεονεκτήματα κάθε ερευνητικής υποδομής. Το ωκεανογραφικό σκάφος “ΑΙΓΑΙΟ” πραγματοποίησε συστηματικές γεωφυσικές έρευνες και δειγματοληψίες ιζημάτων στον Νότιο Σαρωνικό, ενώ το “Typhoon” υποστήριξε καταδύσεις με τηλεκατευθυνόμενα υποβρύχια οχήματα (ROVs) στις ίδιες περιοχές. Στη συνέχεια, το μικρό ερευνητικό σκάφος του Oceanus-Lab πραγματοποίησε αντίστοιχες έρευνες στον κόλπο της Σαλαμίνας, συμπληρώνοντας τη συνολική εικόνα της περιοχής. Το μεγάλο πλεονέκτημα αυτής της συνεργασίας είναι ότι συνδυάζει διαφορετικές μεθόδους και τεχνογνωσία, επιτρέποντάς μας να αποκτήσουμε μια πολύ πιο ολοκληρωμένη εικόνα του θαλάσσιου περιβάλλοντος μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Παράλληλα, η συνεργατική επεξεργασία των δεδομένων ενισχύει σημαντικά την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων. Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι ο ακριβής συντονισμός των επιχειρήσεων στη θάλασσα και η ενοποίηση μεγάλου όγκου διαφορετικών δεδομένων σε ένα ενιαίο επιστημονικό πλαίσιο. Πιστεύω ότι η συνεργασία μεταξύ διαφορετικών ερευνητικών υποδομών είναι το κλειδί για την επόμενη γενιά της θαλάσσιας έρευνας».
Μιλάμε για ένα από τα λίγα ερευνητικά προγράμματα στην Ελλάδα που χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου από ιδιωτικό κοινωφελή φορέα και όχι από κρατικές ή ευρωπαϊκές πηγές. Πώς αλλάζει αυτό τη δουλειά ενός πανεπιστημιακού εργαστηρίου – σε ταχύτητα, σε ευελιξία, σε δυνατότητα να επιλέγει τι θα μελετήσει – και τι λέει, κατά τη γνώμη σας, για τη σχέση έρευνας και κοινωνίας στη χώρα μας;
«Η δημόσια και η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση αποτελούν τον βασικό και αναντικατάστατο πυλώνα της επιστημονικής έρευνας. Οταν όμως συμπληρώνονται από μια σοβαρή και μακροχρόνια κοινωφελή συνεργασία, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για μεγαλύτερη συνέχεια και ευελιξία, στοιχεία ιδιαίτερα σημαντικά στη θαλάσσια έρευνα. Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην Ελλάδα, μια χώρα η οποία παράγει θαλάσσια έρευνα πολύ υψηλότερου επιπέδου από ό,τι θα περίμενε κανείς με βάση την εθνική χρηματοδότηση που διαθέτει. Η επιστημονική αριστεία υπάρχει· αυτό που υπολείπεται είναι η σταθερή επένδυση σε ερευνητικές υποδομές και μακροχρόνια προγράμματα παρακολούθησης. Για το Oceanus-Lab, το σημαντικότερο ήταν η δυνατότητα να σχεδιάσουμε και να υλοποιήσουμε μια πολυετή ερευνητική προσπάθεια, με συνέπεια στη συλλογή αξιόπιστων δεδομένων και πλήρη επιστημονική ανεξαρτησία. Αυτό είναι, πιστεύω, το ουσιαστικό μήνυμα: η κοινωνία έχει πολλά να κερδίσει όταν διαφορετικοί φορείς επενδύουν στη γνώση, με απόλυτο σεβασμό στην αυτονομία της επιστήμης».





