«Η πραγματική ομορφιά του Λονδίνου βρίσκεται στην ικανότητά του να συμφιλιώνει τα αντίθετα με τόσο φυσικό τρόπο» σκέφτηκα καθώς περπατούσα βιαστικά στους δρόμους του Νότινγκ Χιλ, σφίγγοντας το κασμιρένιο κασκόλ μου απέναντι στον τσουχτερό χειμωνιάτικο αέρα.
Μοιάζει με σύγχρονη άποψη ζωής, όμως είναι κάτι που ο Ηράκλειτος είχε ήδη διατυπώσει πριν από χιλιάδες χρόνια γράφοντας: «Αρμονίη αφανής φανερής κρείττων», η αφανής αρμονία είναι καλύτερη από τη φανερή.
Μια φιλοσοφία που υποδηλώνει πως η ομορφιά δεν βρίσκεται ούτε στο εύκολο ούτε στο αναμενόμενο, αλλά στην αθόρυβη συμφιλίωση των αντιθέτων. Μια ομορφιά γεννημένη εξ ολοκλήρου από την ένταση, εκεί όπου δύο δυνάμεις έλκονται προς αντίθετες κατευθύνσεις για να δημιουργήσουν μια ενιαία, ηχηρή νότα.
Εκείνο το απόγευμα, κατευθυνόμουν προς το pop-up κατάστημα του YSSO, του οίκου κοσμημάτων που το όνομά του προκύπτει από το «chrysso» και ενώνει με απόλυτη φυσικότητα την ελληνική δεξιοτεχνία με την επιμελημένη οπτική του Λονδίνου, ενώ έχει αγαπηθεί από διεθνείς σταρ, όπως η Αντέλ και η Εμιλι Μπλαντ.
Παρά τον γρήγορο ρυθμό της πόλης που βούιζε στα πεζοδρόμια, η ατμόσφαιρα μέσα στο κατάστημα ήταν πλημμυρισμένη από το συναισθηματικό φορτίο της Αθήνας. Περιτριγυρισμένες από κοσμήματα ελληνικής κατασκευής και χαμηλόφωνες οικείες συζητήσεις, οι «αντιθέσεις» έμοιαζαν να βρίσκονται σε απόλυτη ισορροπία.
Η σχεδιαστική καρδιά
Καθώς βυθιζόµουν σε µια εκτενή συζήτηση µε τη συνιδρύτρια του δηµοφιλούς brand Αλεξία Καρύδη, έγινε γρήγορα σαφές ότι η «κρυμμένη αρμονία» που είχα μπροστά μου δεν ήταν προϊόν κάποιας υπολογισμένης εταιρικής στρατηγικής, αλλά το αποτέλεσμα μιας βαθιά προσωπικής, σχεδόν αθόρυβης εξέλιξης. «Το YSSO δεν ξεκίνησε ως μια προδιατυπωμένη και ξεκάθαρη επιχειρηματική ιδέα» μου εξήγησε γυρνώντας με στις απαρχές του brand.
Ολα ξεκίνησαν ενώ η ίδια κινούνταν ακόμα στον αυστηρό, αναλυτικό κόσμο μιας δικηγόρου στο Σίτι του Λονδίνου, φορώντας απλώς κοσμήματα που η μητέρα της – το έτερον ήμισυ του οίκου – έφτιαχνε με αγάπη για εκείνη στο χέρι. «Συνειδητοποίησα ότι αυτό που δημιουργούσε για εμένα εξελισσόταν σε ένα προσωπικό αρχείο γνώσης, φόρμας και τεχνικών και ότι είχε μια σημασία που ξεπερνούσε το παρελθόν» ανέφερε, τονίζοντας πως μέσα σε αυτή τη συνειδητοποίηση ένιωσε μια βαθιά ευθύνη να μετουσιώσει το συναισθηματικό νήμα σε ένα brand.

Η διαδρομή της Αλεξίας από τη Νομική στο design μού «μιλούσε» πάντα σε προσωπικό επίπεδο. Αναρωτήθηκα πώς ένιωσε ξεκινώντας να χτίζει κάτι τόσο δημιουργικό και απτό, προερχόμενη από το αυστηρό περιβάλλον ενός corporate κόσμου.
«Ηταν μια μεγάλη αλλαγή», συμφώνησε, αναφερόμενη στην ένταση ανάμεσα στις δύο ζωές της, και συμπλήρωσε: «Η Νομική με εκπαίδευσε να σκέφτομαι με έναν πολύ δομημένο, αναλυτικό τρόπο, ενώ ο σχεδιασμός κοσμημάτων είναι πολύ πιο διαισθητικός». Ωστόσο, αντί να βλέπει αυτές τις δύο πραγματικότητες ως παράλληλους κόσμους, διαπίστωσε ότι η αντίθεσή τους αποδεικνυόταν τελικά πλεονέκτημα.
Ενώ η δημιουργία ενός brand εξακολουθεί να απαιτεί την πειθαρχία και τη διαύγεια ενός νομικού, η δημιουργική διαδικασία τής επέτρεπε να επανασυνδεθεί με τα πιο εσωτερικά ένστικτά της. «Υπάρχει μια διαφορετική ικανοποίηση στο να δουλεύεις με κάτι απτό», σημείωσε, «με κάτι που μπορείς να κρατήσεις και να φορέσεις στη ζωή σου. Είναι πιο άμεσο και, με πολλούς τρόπους, πιο ανθρώπινο».
Τη ρώτησα τι ακριβώς ένιωθε ότι έλειπε από τον χώρο του κοσµήµατος πριν δηµιουργήσει τη δική της επωνυµία. «Εκείνη την εποχή, αισθανόμουν ότι υπήρχε ένα κενό τόσο ανάμεσα στην κληρονομιά και τη μοντέρνα ματιά, όσο και στην ανάδειξη της ελληνικής τεχνογνωσίας της κοσμηματοποιίας στο εξωτερικό» απάντησε με σιγουριά.
View this post on Instagram
«Το ελληνικό κόσμημα ήταν ακόμη πολύ παραδοσιακό, οπότε σκέφτηκα ότι η συνένωση της μοντερνικότητας με τις παραδοσιακές τεχνικές θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον για τη νέα γενιά καταναλωτών που εκτιμά την ποιότητα και το design» είπε, προσθέτοντας: «Ηθελα το YSSO να βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της “έντασης” και να δημιουργεί κομμάτια που να νιώθεις ότι θα μπορούσαν να ανήκουν στο παρελθόν, αλλά να είναι απόλυτα επίκαιρα και σήμερα, να επαναφέρουμε μια αίσθηση πραγματικού νοήματος και διαχρονικότητας. Το κόσμημα δεν πρέπει να μοιάζει αναλώσιμο· πρέπει να είναι κάτι στο οποίο μπορείς να επιστρέφεις ανά τα χρόνια».
Δεδομένου ότι η αρχαία Ελλάδα έχει προσφέρει ανεξάντλητη έμπνευση σε πολλά brands παγκοσμίως, δεν μπορούσα παρά να αναρωτηθώ ποια είναι η «χρυσή τομή» που χωρίζει την απλή αναφορά στην αρχαιότητα από την πραγματική κατανόησή της.
«Το referencing συχνά μπορεί να μοιάζει επιφανειακό· για εμένα έχει να κάνει με την προέλευση της ελληνικής αισθητικής» σημείωσε η Καρύδη, με το πάθος κάποιου που έχει εμβαθύνει σε αυτή τη σκέψη. «Η κατανόησή της απαιτεί κάτι βαθύτερο, αλλά και μια προθυμία να παρεκκλίνεις.
Είναι ένα παιχνίδι αναλογίας, υλικότητας, ακόμα και της πρόθεσης πίσω από τα αντικείμενα. Οταν μελετάς προσεκτικά τα αρχαία κομμάτια, ανακαλύπτεις μια καθαρότητα αλλά και μια διακοσμητική ουσία που είναι αμιγώς καλλιτεχνική. Προσπαθώ συνειδητά να μην αναπαράγω το παρελθόν, αλλά να κατανοώ τις αρχές του και να τις επανερμηνεύω μέσα σε ένα σύγχρονο πλαίσιο» ξεκαθάρισε η ίδια.
Αυτή η αναζήτηση μιας «διακοσμητικής ουσίας» αντί για απλή αναπαραγωγή είναι ίσως εκείνη που δίνει στο brand τη σύγχρονη αιχμή του. Φυσικά, όλες οι επωνυμίες χρειάζονται μια ισχυρή, αναγνωρίσιμη οπτική γλώσσα, και έτσι αναρωτήθηκα πώς, πέρα από τα προφανή ελληνικά μοτίβα, θα όριζε η ίδια την ταυτότητα του YSSO: «Ολα έχουν να κάνουν με την αλληλεπίδραση μεταξύ εγκράτειας και πρόθεσης.
Υπάρχει μια γλυπτική ποιότητα στα κομμάτια, αλλά και μια απαλότητα. Αντί να βασίζονται στην υπερβολή, εστιάζουν στη φόρμα, την υφή και το πώς ένα αντικείμενο “κάθεται” στο σώμα. Υπάρχει επίσης μια “ησυχία” που διαπερνά το brand. Πάντα πίστευα ότι η εκφραστικότητα δεν πηγάζει από τον θόρυβο. Τα πάντα έχουν μελετηθεί, από το βάρος ενός κοσμήματος μέχρι και το πώς κινείται. Νομίζω ότι αυτό δημιουργεί μια πολύ συγκεκριμένη, αναγνωρίσιμη ταυτότητα».
Πώς διατηρεί, λοιπόν, ένα brand με τόσο βαθιές ρίζες στην αρχαιότητα – η μητέρα της Αλεξίας, Στάλω, είναι αρχαιολόγος και ιστορικός Τέχνης – αυτή την τόσο σύγχρονη αύρα;

«Η μοντέρνα νότα έρχεται μέσα από το editing» σημείωσε η Αλεξία. «Εχει να κάνει με το να ξέρεις τι να αφαιρέσεις και τι να προσθέσεις. Οι αναφορές μπορεί να είναι ιστορικές, αλλά η εκτέλεση εξετάζεται πάντα μέσα από έναν σύγχρονο φακό: πώς κάποιος όπως εγώ θα μπορούσε να φορέσει ένα κομμάτι σήμερα και πώς αυτό θα εντασσόταν στη ζωή του».
Εξήγησε περαιτέρω ότι δίνεται πάντα έμφαση στην ευελιξία και την άνεση, με τα κοσμήματα να σχεδιάζονται έτσι ώστε να εντάσσονται στην καθημερινότητα και όχι να λειτουργούν μόνο ως statement pieces. Πράγµατι, η Αλεξία Καρύδη εµφανίζεται συχνά να συνδυάζει τα εντυπωσιακά, επιχρυσωµένα κοµµάτια της µάρκας µε µίνιµαλ T-shirts και oversized πουλόβερ, αποδεικνύοντας ότι κάτι εξαιρετικά πολύτιμο μπορεί, στην πραγματικότητα, να δείχνει αβίαστο.
Δημιουργικοί δεσμοί
Πέρα από brand, το YSSO είναι επίσης η ιστορία μιας μητέρας και μιας κόρης που ξεκίνησαν ένα κοινό δημιουργικό ταξίδι. Οντας και η ίδια κόρη μιας καλλιτέχνιδας, πάντα με γοήτευε η λεπτή αλχημεία ενός τέτοιου δεσμού· αναρωτήθηκα, λοιπόν, τι έχει διδάξει αυτή η συνεργασία την Αλεξία.
«Ζητώ πάντα τη γνώμη της μητέρας μου όταν σχεδιάζω – έχει απίστευτο βάθος γνώσης και έναν πολύ διαισθητικό τρόπο εργασίας» απάντησε. «Εχω μάθει να σέβομαι αυτή τη διαδικασία, ακόμη και όταν διαφέρει από τη δική μου. Μας επέτρεψε να δούμε η μία την άλλη με νέο τρόπο, ως δημιουργό, όχι μόνο ως οικογένεια. Υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα στη συνέχεια και την εξέλιξη, και νομίζω ότι αυτό είναι που κάνει τη σχέση τόσο ουσιαστική» παρατήρησε η Αλεξία Καρύδη.
Αυτή η ισορροπία αντικατοπτρίζεται και στην ίδια τη γεωγραφία του brand: ένας συνεχής, ρυθμικός παλμός ανάμεσα σε δύο πόλεις. Ενώ η «κρυφή αρμονία» μπορεί να έχει τις ρίζες της στο ελληνικό έδαφος, η απήχησή της ενισχύεται αναμφίβολα από τη διαύγεια της βρετανικής πρωτεύουσας.
«Το Λονδίνο υπήρξε καθοριστικό» παραδέχθηκε η Αλεξία, σημειώνοντας ότι η πόλη τής προσέφερε μια παγκόσμια προοπτική από την αρχή: «Με ωθεί στο να είμαι ξεκάθαρη σε ό,τι κάνω με κάθε λεπτομέρεια του brand, καθώς ο καταναλωτής εδώ είναι πολύ συνειδητοποιημένος – ενδιαφέρεται για την προέλευση, την αυθεντικότητα και την ιστορία».

Πρόκειται όντως για μια μοναδική συνέργεια: η Αθήνα παρέχει το «συναισθηματικό και δημιουργικό θεμέλιο» – την ψυχή, τα υλικά και τη δεξιοτεχνία –, ενώ το Λονδίνο το design και την προβολή. Με αυτή την έννοια, η επωνυµία υπάρχει σε ένα διεθνές επίπεδο, όπου η κληρονοµιά της Μεσογείου φιλτράρεται µέσα από έναν αιχµηρό, σύγχρονο φακό. Είναι η απόλυτη συμφιλίωση των δύο κόσμων της Αλεξίας: η μία πόλη δίνει στο κόσμημα την καρδιά του, η άλλη τού δίνει την εμβέλεια.
Αυτός ακριβώς ο διάλογος µεταξύ των δύο πόλεων διαµορφώνει και τη συλλογή SS26, µια σειρά κοµµατιών που µοιάζουν λιγότερο µε αλλαγή κατεύθυνσης και περισσότερο µε µια εκλεπτυσµένη, φυσική εξέλιξη του γλυπτικού κόσµου της µάρκας.
«Η αφετηρία υπήρξε η συνέχεια του ενδιαφέροντός μας για τη φόρμα, αλλά προσεγγισμένη μέσα από έναν πιο καθαρό τρόπο» εξήγησε η Αλεξία, με τη φωνή της να αντανακλά την «ήσυχη αυτοπεποίθηση» που έχει εμφυσήσει στα νέα σχέδια. Αυτή τη σεζόν, η έμφαση μετατοπίστηκε προς μια αυστηρή εκλέπτυνση της φόρμας: οι χρυσές λεπτομέρειες είναι πιο ακριβείς, αλλά κατά κάποιον τρόπο και πιο ρευστές.
Το ίδιο το μέταλλο δείχνει πιο σίγουρο για τον εαυτό του, σαν το brand να έχει βρει τον ρυθμό του. Μου μοιάζει σαν την οπτική αναπαράσταση μιας βαθιάς, ήρεμης ανάσας – μια συλλογή που δεν χρειάζεται να φωνάξει για να επιβληθεί στον χώρο.
Με την ώρα για τα επόμενα ραντεβού μας να πλησιάζει, έκλεισα τη συζήτηση ρωτώντας την Αλεξία Καρύδη τι είναι αυτό που, πάνω από όλα, την ενθουσιάζει για το μέλλον του brand.

«Η ιδέα τού να χτίσουμε κάτι με διάρκεια» απάντησε συμπληρώνοντας: «Οχι μόνο όσον αφορά τα ίδια τα κομμάτια, αλλά το brand ως σύνολο: την ταυτότητά του, τις σχέσεις του, τη θέση του μέσα σε ένα ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο. Με ενδιαφέρει το βάθος, όχι απλώς η διεύρυνση της εμβέλειας του brand. Το πιο σημαντικό είναι να συνεχίσουμε να αναπτύσσουμε τη γλώσσα του YSSO παραμένοντας πιστοί στις καταβολές του».
Βγαίνοντας ξανά στο τσουχτερό κρύο του Νότινγκ Χιλ, σκέφτηκα την ομορφιά των αντιθέτων που μόλις είχα βιώσει: την ελληνική αρχαιότητα και τη λονδρέζικη αισθητική· την κληρονομιά και τη νεωτερικότητα· το νόημα και τη διάρκεια· την εγκράτεια και την πρόθεση· το γλυπτικό και το απαλό· τη δικηγόρο και τη δημιουργό. Ισως τελικά η «κρυφή αρμονία» του Ηράκλειτου να βρίσκεται ακριβώς εκεί: στη σιωπηλή συνύπαρξη πραγμάτων που μοιάζουν ασύμβατα.
Το YSSO δεν χρειάζεται να φωνάξει για να ακουστεί. Η ταυτότητά του, αιωρούμενη κάπου ανάμεσα σε έναν αθηναϊκό αρχαιολογικό χώρο και ένα λονδρέζικο studio, παραμένει καθαρή, διακριτή και διαχρονική.






