Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Λίγοι κλάδοι της ελληνικής οικονομίας μπορούν να επικαλεστούν μια τόσο μακρά και επιτυχημένη πορεία όσο η ναυτιλία. Από τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774, που κατοχύρωσε το δικαίωμα των ελλήνων πλοιοκτητών να υψώνουν τη ρωσική σημαία και αποτέλεσε την άτυπη αφετηρία της σύγχρονης ελληνικής ναυτιλίας, μέχρι σήμερα, η ναυτιλία αποτελεί αδιάλειπτα έναν από τους βασικούς πυλώνες της εθνικής οικονομίας. Είναι ένα εθνικό κεφάλαιο που έχει αντέξει στον χρόνο, στις κρίσεις και στις γεωπολιτικές ανατροπές. Και συνεχίζει να αποδίδει στην ελληνική κοινωνία οφέλη ανυπολόγιστης αξίας.

Η Ελλάδα κατέχει σταθερά την πρώτη θέση παγκοσμίως στην ποντοπόρο ναυτιλία, ελέγχοντας περίπου το 20% της παγκόσμιας χωρητικότητας του εμπορικού στόλου σε όρους dwt. Οι έλληνες πλοιοκτήτες ελέγχουν πάνω από 5.500 πλοία, με ιδιαίτερη υπεροχή στα δεξαμενόπλοια, τα πλοία ξηρού φορτίου και τα LNG carriers. Πιο συγκεκριμένα, η χώρα μας ελέγχει σχεδόν το 30% του παγκόσμιου στόλου δεξαμενοπλοίων και πάνω από το 25% του στόλου bulk carriers. Πρόκειται για μια κυριαρχική παρουσία που δεν είναι τυχαία. Είναι αποτέλεσμα της επιχειρηματικής τόλμης, της στρατηγικής διορατικότητας και της τεχνογνωσίας που έχουν αναπτύξει διαχρονικά οι ελληνικές ναυτιλιακές οικογένειες. Είναι επίσης απόδειξη ότι όταν το ελληνικό επιχειρείν λειτουργεί σε ένα ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον, μπορεί όχι μόνο να σταθεί, αλλά και να ηγηθεί.

Η ναυτιλία συνεισφέρει περίπου το 7-8% του ελληνικού ΑΕΠ, ενώ οι συναλλαγματικές εισροές από τον κλάδο υπερβαίνουν συστηματικά τα 15 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Πρόκειται για κρίσιμη πηγή ξένου συναλλάγματος που ενισχύει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και συμβάλλει στη μακροοικονομική σταθερότητα της χώρας. Μια συμβολή που αποδείχθηκε ιδιαίτερα πολύτιμη στις δύσκολες περιόδους της δημοσιονομικής κρίσης.

Η σχέση μας με τη ναυτιλιακή κοινότητα οφείλει να βασίζεται σε ένα σταθερό, προβλέψιμο και διεθνώς ανταγωνιστικό φορολογικό πλαίσιο. Το σύστημα φορολόγησης βάσει χωρητικότητας (tonnage tax) παραμένει θεμέλιος λίθος αυτού του πλαισίου, ευθυγραμμισμένο με τις ευρωπαϊκές κατευθυντήριες γραμμές και τις διεθνείς πρακτικές. Η εθελοντική ναυτιλιακή εισφορά, που ανανεώθηκε επανειλημμένα από το 2014, αποδεικνύει την ευθύνη και τη δέσμευση του κλάδου απέναντι στην εθνική οικονομική προσπάθεια. Εχει αποδώσει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ στο δημόσιο ταμείο.

Πέρα από τα μακροοικονομικά μεγέθη, η ναυτιλία στηρίζει άμεσα και έμμεσα περίπου 200.000 θέσεις εργασίας. Ναυτικοί, στελέχη ναυτιλιακών εταιρειών, νηογνώμονες, ναυλομεσίτες, εξειδικευμένοι δικηγόροι και λογιστές, τραπεζικοί και ασφαλιστικοί λειτουργοί, εργαζόμενοι στα ναυπηγεία και στις λιμενικές υπηρεσίες συνθέτουν ένα δυναμικό οικοσύστημα με κέντρο τον Πειραιά. Ο Πειραιάς αναδεικνύεται σε ένα από τα κορυφαία ναυτιλιακά clusters παγκοσμίως, μαζί με το Λονδίνο, τη Σιγκαπούρη και τη Σανγκάη. Παράλληλα, νησιά όπως η Χίος, η Ανδρος, η Κάσος και οι Οινούσσες διατηρούν ζωντανή τη ναυτική παράδοση μέσα από τις ακαδημίες και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα.

Το μέλλον της ναυτιλίας περνά μέσα από δύο μεγάλες μεταβάσεις: την πράσινη και την ψηφιακή. Οι αυστηρότερες περιβαλλοντικές απαιτήσεις του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (IMO) επιβάλλουν σημαντικές επενδύσεις σε εναλλακτικά καύσιμα και σε νέες τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών. Παράλληλα, η ψηφιοποίηση των διαδικασιών, η αυτοματοποίηση και η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης ανοίγουν νέους ορίζοντες παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας.

Οι έλληνες πλοιοκτήτες βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αυτών των επενδύσεων, με συνεχείς παραγγελίες σε ναυπηγεία της Ασίας και της Ευρώπης για πλοία νέας γενιάς. Η κυβέρνηση στηρίζει ενεργά αυτές τις μεταβάσεις, διαμορφώνοντας ένα θεσμικό πλαίσιο που ενθαρρύνει την καινοτομία. Αξιοποιεί πόρους από το Ταμείο Ανάκαμψης για την αναβάθμιση των λιμενικών υποδομών. Και επενδύει στη συνεχή εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού μέσω των Ακαδημιών Εμπορικού Ναυτικού.

Στο σημερινό διεθνές περιβάλλον, η ελληνική ναυτιλία αντιμετωπίζει πρωτόγνωρες προκλήσεις. Η σύγκρουση στο Ιράν και το ντε φάκτο κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ από τα τέλη Φεβρουαρίου 2026 έχουν αναδιαμορφώσει ριζικά τις παγκόσμιες θαλάσσιες διαδρομές. Η κίνηση έχει υποχωρήσει, ενώ τα ασφάλιστρα πολέμου εκτοξεύονται.

Οι έλληνες πλοιοκτήτες, με τη μακρά εμπειρία τους σε γεωπολιτικές κρίσεις, διαχειρίζονται την κατάσταση με ψυχραιμία και επαγγελματισμό. Την ίδια στιγμή, η ελληνική κυβέρνηση παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και συνεργάζεται με τους διεθνείς εταίρους για τη διασφάλιση της ασφάλειας των πληρωμάτων και των πλοίων.

Η ελληνική ναυτιλία είναι, και θα παραμείνει, μια από τις σημαντικότερες πηγές εθνικής ισχύος. Καθήκον μας είναι να τη στηρίξουμε με σύνεση, να ενισχύσουμε τη ναυτική εκπαίδευση, να διατηρήσουμε ένα ανταγωνιστικό θεσμικό πλαίσιο και να αναδείξουμε τον Πειραιά ως κορυφαίο παγκόσμιο ναυτιλιακό κέντρο. Η ιστορία μας διδάσκει ότι, εδώ και σχεδόν 250 χρόνια, η θάλασσα είναι ο μεγαλύτερος σύμμαχος της ελληνικής οικονομίας. Με όραμα, σχέδιο και συνέπεια, μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι θα παραμείνει έτσι και τις επόμενες δεκαετίες.

Ο κύριος Κυριάκος Πιερρακάκης είναι υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.