Τρεις στάσεις στην Αθήνα του 19ου αιώνα: για τον Εντμόντ Αμπού, το 1852, το «κεντρικό σταυροδρόμι» της πόλης είναι η διασταύρωση Αιόλου και Ερμούˑ με τον Κάρολο Τάκερμαν, το 1868, αναδύεται «η λεωφόρος του Πανεπιστημίου» και άλλες «ευρείες οδοί»ˑ ο Γκαστόν Ντεσάν, το 1885, παρατηρεί ότι «η λεωφόρος Σταδίου, η λεωφόρος Πανεπιστημίου και η λεωφόρος Ακαδημίας μοιάζουν αρκετά με τρεις επαρχιακούς δρόμους, ο ένας κοντά στον άλλο και τραγικά παράλληλοι».
Στο φόντο αυτών των en passant παρατηρήσεων επισκεπτών της πρωτεύουσας στα χρόνια του Οθωνα και του Γεωργίου Α’ διακρίνονται τα ίχνη ενός σημαντικού χωροταξικού αναπροσανατολισμού που συντελείται: η ανοικοδόμηση των Ανακτόρων από το 1836 εγκαινιάζει την ανάπτυξη του νέου άξονα ο οποίος θα ενώσει τελικά την πλατεία Συντάγματος με την πλατεία Ομονοίας. Κυριότερος φορέας του, ένας δρόμος πλάτους 30 μέτρων, το αθηναϊκό boulevard, η μόνη αρτηρία της πόλης που αξίζει τότε να αποκαλείται «Βουλεβάριον», η οδός Πανεπιστημίου.
Κατά μήκος της θα αναπτυχθεί η πιο εμβληματική εικόνα της Αθήνας: το κεντρικό κτίριο του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, η Ακαδημία, η Εθνική Βιβλιοθήκη, το ξενοδοχείο Μεγάλη Βρεταννία, η καθολική μητρόπολη του Αγίου Διονυσίου, το Οφθαλμιατρείο, το Ιλίου Μέλαθρον, η Τράπεζα της Ελλάδος, το Μετοχικό Ταμείο Στρατού, το Αρσάκειο, μέγαρα, πλατείες, κινηματογράφοι, θέατρα, βιβλιοπωλεία, εκδοτικοί οίκοι, γραφεία εφημερίδων, εμπορικά καταστήματα.
Εξοικειωμένος με την όψη της, ο σημερινός περιπατητής της ίσως να μην το αντιλαμβάνεται, το πανόραμά της όμως είναι ένα ταξίδι πίσω στον χρόνο, όπως υποδεικνύουν οι Θανάσης Γιοχάλας και Ζωή Βαΐου καταγράφοντας τις ποικίλες ενσαρκώσεις της με οδηγό την έρευνα, την Ιστορία και τη λογοτεχνία στο βιβλίο Οδός Πανεπιστημίου (19ος-21ος αι.).

Αποψη της οδού Πανεπιστημίου στα χρόνια του Μεσοπολέμου. Το κτίριο της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, η καθολική μητρόπολη του Αγίου Διονυσίου και στο βάθος το Οφθαλμιατρείο
Οι δύσκολες απαρχές
Η διάνοιξη της λεωφόρου αρχίζει το 1839, η ολοκλήρωσή της όμως θα αργήσει λόγω του βραχώδους εδάφους: το πέρας των εργασιών τοποθετείται είκοσι χρόνια αργότερα, το 1859. Προβλήματα υποδομών, καθαριότητας και δενδροφύτευσης τη συνοδεύουν για αρκετά χρόνια: τα νεαρά δέντρα της «αγωνίζονται να επιζήσουν μέσα στη σκόνη» σημειώνει ο γάλλος διπλωμάτης και περιηγητής Ανρί Μπελ τη δεκαετία του 1860 – και ο «πολυύμνητος αθηναϊκός κονιορτός», σταθερή αξία, μνημονεύεται ακόμη από την εφημερίδα «Αθήναι» το 1916.
Κάτι σαν τον «Μεγάλο Περίπατο» της συμβαίνει και τον 19ο αιώνα – «όρη χωμάτων» την καθιστούν σχεδόν αδιάβατη το 1883 λόγω έργων της εταιρείας ιππήλατων σιδηροδρόμων, λάκκοι σε πολλά σημεία εντοπίζονται το 1891 παρά το ότι «προ διετίας μόλις […] ο οδοστρωτήρ επί μήνας ειργάζετο επ’ αυτής», ενώ το 1894 ή το 1898 η κατάσταση έχει προφανώς βελτιωθεί ώστε να τη διασχίζουν τα πρώτα αυτοκίνητα – χωρίς ωστόσο εμπεδωμένους κανόνες και όρια ταχύτητας: «βενζινοκίνητας λαιμητόμους» τα αποκαλούν οι «Αθήναι» το 1919 έπειτα από ένα δυστύχημα που στοίχισε τη ζωή ενός δεκαεξάχρονου. Από το 1907, σταδιακά, μαζί με τις οδούς Αγίου Κωνσταντίνου, Σόλωνος και Ακαδημίας, περνά στην εποχή του ηλεκτροφωτισμού.
Οι θεσμοί και τα τοπόσημα
«Η οδός Πανεπιστημίου έχει λέσχες, κατοικίες και τα τρία καυχήματα της σύγχρονης Αθήνας, το Πανεπιστήμιο, την Ακαδημία και τη Βιβλιοθήκη» σημειώνει η βρετανίδα περιηγήτρια Μέιμπελ Μουρ όταν επισκέπτεται την πόλη το 1906. Οι πρώτες οικίες όντως έχουν αρχίσει να εμφανίζονται από τη δεκαετία του 1840. Θα τις διαδεχθούν επιβλητικά μέγαρα όπως το Ιλίου Μέλαθρον (σημερινό Νομισματικό Μουσείο) το 1880, κατοικία των Ερρίκου και Σοφίας Σλήμαν, μνημειώδες έργο του Ερνέστου Τσίλλερ, που με τα γυμνά «σοκιναλέα αγάλματα» αρχαίων θεών αναστατώνει τον πληθυσμό της πρωτεύουσας.
Η Μεγάλη Βρεταννία εγκαθίσταται στον σημερινό της χώρο το 1874, όταν το οθωνικό φιλόδοξο όραμα της περιοχής ως ενιαίου αρχιτεκτονικού συνόλου έχει αποτύχει. «Κάτι ομοιάζον προς την πλατείαν της Βανδόμης» μπορεί να μην προέκυψε τελικά για την πλατεία Συντάγματος, ωστόσο στην αρχή της λεωφόρου θα λειτουργήσουν από τις αρχές του 20ού αιώνα δύο θεσμοί της αθηναϊκής ζωής – τα κοσμικά ζαχαροπλαστεία του Γιαννάκη και του Ντορέ. Στα λεγόμενα «Δαρδανέλλια», «ισχυρότερα των Στενών της Ελλης», λανσάρονται μόδες, διακινούνται ειδήσεις, σχολιάζονται υπολήψεις, παρίστανται οι πάντες, από πολίτες ως πολιτικούς και μέλη της βασιλικής οικογένειας, γίνονται επιθέσεις βενιζελικών και αντιβενιζελικών τα χρόνια του Διχασμού.
Μια διαφορετική πελατεία προσελκύει στον Μεσοπόλεμο το Πατάρι του Λουμίδη στην πλευρά της Ομόνοιας καθώς αναδεικνύεται σε μαγνήτη διανοουμένων: Οδυσσέας Ελύτης, Νίκος Γκάτσος, Μίλτος Σαχτούρης, Γιάννης Τσαρούχης, Γιώργος Μαυροϊδής, Μάνος Χατζιδάκις, Μίκης Θεοδωράκης, Νίκος Εγγονόπουλος, Ανδρέας Εμπειρίκος και ουκ ολίγοι άλλοι. Την ίδια περίπου εποχή, λίγο παραπάνω, ανοικοδομείται το Rex, ο πρώτος «πολυχώρος» της εποχής, με κινηματογραφικές και θεατρική αίθουσα, αντικαθιστώντας κατά μία έννοια το παλαιότερο κοντινό Πανελλήνιον – κινηματογράφο, θέατρο, μπιραρία, καφενείο, ζαχαροπλαστείο, εστιατόριο, λέσχη, γνωστό από το σχήμα του ως «κωνοειδές τσαντίρι». Το βαρυτικό κέντρο της Πανεπιστημίου, η «νεοκλασική τριλογία» των Θεόφιλου Χάνσεν, Χριστιανού Χάνσεν και Ερνέστου Τσίλλερ, έχει διαμορφωθεί με ενδιάμεσους σταθμούς το 1864 (Πανεπιστήμιο), το 1885 (Ακαδημία) και το 1902 (Βιβλιοθήκη).
Οδός της καθημερινότητας
Πέρα από τα τοπόσημα του παρελθόντος και του παρόντος, η ενδελεχής καταγραφή κτιρίων και καταστημάτων αποδίδει ανάγλυφα τις ποικίλες ανάγκες που διέπουν την καθημερινή ζωή της πόλης.
Υπαίθρια βιβλιοπωλεία πέριξ του Πανεπιστημίου και της Εθνικής Βιβλιοθήκης, γραφεία εφημερίδων («Ελεύθερον Βήμα», «Εθνος», «Εφημερίς των Κυριών»), εκδοτικοί οίκοι (Εστία, Μέλισσα, Πάπυρος, Φέξη), εστιατόρια «υψηλής περιωπής», γαλακτοπωλεία με «σοκολάταν αρίστην», καφενεία πολυπληθή, κιόσκια πολυγωνικά και αργότερα τετράγωνα περίπτερα «με τα εκλεκτότερα καπνά και σιγαρέττα, όλας τα εφημερίδας, ελληνικάς και ευρωπαϊκάς, γραμματόσημα, βραχείας επιστολάς, δελτάρια», κομμωτήρια που εμπορεύονται το «σωζότριχον» («προλαμβάνει την πτώσιν και αναγεννά νέας τρίχας»), πρότυπα φαρμακεία που υπόσχονται «εκτέλεσιν ιατρικών συνταγών – χημικάς αναλύσεις και εξετάσεις μικροσκοπικάς και μικροβιολογικάς – […] απολυμάνσεις – ταριχεύσεις», ουρητήρια που απέτυχαν να πολλαπλασιαστούν όπως ήταν το αρχικό σχέδιο και να μετατραπούν σε «αποχωρητήρια πολυτελή», αντιπροσωπείες που εμπορεύονται «φρεσκότατα ελαστικά» αυτοκινήτων, μπιραρίες όπου ρέει «ζύθος παγωμένος εξαίσιος», ασφαλιστικές εταιρείες που το 1940 διακηρύσσουν ότι θα καλύπτουν πλέον «άπαντας τους κινδύνους πολέμου», δισκοπωλεία που μεταπολεμικά διαφημίζουν «εξ Αμερικής πλουσίαν συλλογήν Boogie – Woogie Swing».

Οδός Πανεπιστημίου
(19ος – 21ος αι.).
Ιστορία και ιστορίες
Εκδόσεις Εστία,
2026, σελ. 816, τιμή 29 ευρώ
Υπέργεια νοητική διαδρομή
Μέσα από την περιπλάνηση αυτή προκύπτει μια καλειδοσκοπική εικόνα της Πανεπιστημίου στα διακόσια σχεδόν χρόνια της ύπαρξής της. Το χώμα δίνει τη θέση του στο λιθόστρωτο, έπειτα στην άσφαλτο. Κτίρια ανεγείρονται, κατεδαφίζονται ή αλλάζουν χρήση. Τα μέσα μεταφοράς περνούν από τα «λανδώ», τις «βιττώριες» και τα «φαϊτόνια» στα αυτοκίνητα, τα τραμ και το μετρό. Νοοτροπίες, συμπεριφορές, τάσεις, τεχνολογίες μεταβάλλονται με εμφανές αντίκρισμα στην όψη του δρόμου: τα γαλακτοπωλεία έχουν αντικατασταθεί πλέον από καφέ, τα περίπτερα σταδιακά εκλείπουν, τα δισκάδικα έχουν εξαφανιστεί.
Στις σελίδες των Θανάση Γιοχάλα και Ζωής Βαΐου ο αναγνώστης παρακολουθεί τη μετάπλαση σαν νοητική διαδρομή στον χώρο και τον χρόνο με αφετηρία το Σύνταγμα και τέρμα την Ομόνοια.
Βαδίζει στα πεζοδρόμια, συναντά μορφές της πολιτικής και της διανόησης, βλέπει τον περίγυρο με τα μάτια των λογοτεχνών, χαζεύει τις πανταχού παρούσες (και λίαν διασκεδαστικές) ρεκλάμες του παρελθόντος, κάνει ενίοτε παρακάμψεις για μια μικρή βόλτα στις πλαϊνές οδούς, μεταφέρεται μέσω του Τύπου, της αλληλογραφίας, των αφηγηματικών μαρτυριών σε σημαντικά στιγμιότυπα της ιστορίας της λεωφόρου: στα «Σκιαδικά» του 1859, στα «Ευαγγελιακά» του 1901, στην επέλαση των τανκς κατά τη διάρκεια της καταστολής του κινήματος του Νικολάου Πλαστήρα στις 6 Μαρτίου 1933.
Οπως και στα προηγούμενα βιβλία τους (Η Αθήνα τον 19ο αιώνα, Ο Κίτσος ο λεβέντης και άλλες αγγελίες, αλλά και σε εκείνο των Θανάση Γιοχάλα και Τώνιας Καφετζάκη Αθήνα. Ιχνηλατώντας την πόλη με οδηγό την ιστορία και τη λογοτεχνία, όλα στις εκδόσεις Εστία), οι συγγραφείς οργανώνουν τη διεξοδική, ευρηματική, γοητευτική θεματική τους σε μικρά αποσπάσματα, διανθισμένα με πλήθος πηγών – αυτή τη φορά και με 31 κείμενα σημερινών συγγραφέων, κριτικών, δημοσιογράφων εν είδει επιλόγου. Η διάρκεια και η μορφή της εκδρομής, από εξώφυλλο σε εξώφυλλο ή με δοκιμαστικές τομές, επαφίεται στον αναγνώστη.

