Η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, στο πλαίσιο της συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, αναμένεται να αποκλιμακώσει την ενεργειακή κρίση που επιβράδυνε την οικονομική δραστηριότητα και αναζωπύρωσε τις πληθωριστικές πιέσεις διεθνώς. Ωστόσο, μία από τις εκπλήξεις της πολύμηνης διακοπής λειτουργίας του σημαντικότερου ενεργειακού διαδρόμου της Μέσης Ανατολής ήταν ότι η παγκόσμια οικονομία δεν υπέστη τελικά ένα ακόμη πιο σοβαρό σοκ. Οι επιπτώσεις δεν ήταν ούτε τόσο άμεσες, ούτε τόσο έντονες όσο μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 ή κατά τις πετρελαϊκές κρίσεις που συγκλόνισαν τον κόσμο τη δεκαετία του 1970.
Ακολουθούν πέντε συμπεράσματα για την παγκόσμια οικονομία που προέκυψαν από την κρίση του Ορμούζ.
1. Πολλές χώρες ήταν καλά προετοιμασμένες: Οταν ξέσπασε η κρίση, η παγκόσμια αγορά διέθετε άφθονο πετρέλαιο. Οι μεγάλοι εισαγωγείς στην Ευρώπη και την Ασία είχαν επαρκή στρατηγικά αποθέματα, ενώ και τα εμπορικά αποθέματα βρίσκονταν σε υψηλά επίπεδα έπειτα από τη συσσώρευση του 2025.
Αυτό προσέφερε στις μεγάλες οικονομίες ένα σημαντικό «μαξιλάρι» προστασίας, περιορίζοντας τις διαταραχές.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι πωλήσεις καυσίμων μειώθηκαν τον Απρίλιο καθώς οι πολίτες περιόρισαν τις μετακινήσεις τους με αυτοκίνητο. Ορισμένες ευρωπαϊκές και αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες μείωσαν τα δρομολόγιά τους λόγω της αύξησης των τιμών των αεροπορικών καυσίμων. Στην Ιαπωνία, μια βιομηχανία σνακ υιοθέτησε ασπρόμαυρες συσκευασίες σε ορισμένα προϊόντα λόγω ελλείψεων σε μελάνια που σχετίζονταν με το πετρέλαιο.
Το μεγαλύτερο βάρος της κρίσης το επωμίστηκαν φτωχότερες χώρες που δεν διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα να διατηρούν μεγάλα αποθέματα. Ορισμένες, όπως το Μπανγκλαντές και η Σρι Λάνκα, επέβαλαν δελτίο καυσίμων για να περιορίσουν τη ζήτηση. Αλλες έκλεισαν σχολεία και δημόσιες υπηρεσίες ή περιόρισαν τη χρήση κλιματιστικών.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας εκτιμά ότι η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου θα μειωθεί περίπου κατά 5%, δηλαδή κατά 5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, στο δεύτερο τρίμηνο του έτους. Πρόκειται για πολύ μικρότερη πτώση σε σχέση με τις μειώσεις της τάξης του 10% που είχαν καταγραφεί κατά τον πόλεμο Ιράν – Ιράκ το 1980, το αραβικό πετρελαϊκό εμπάργκο του 1973 και την Κρίση του Σουέζ το 1956. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι οι οικονομίες έχουν γίνει πιο ικανές στη διαχείριση πετρελαϊκών σοκ.
2. Η παγκόσμια αγορά πετρελαίου προσαρμόζεται πιο εύκολα: Οι φόβοι ότι η κρίση θα εκτόξευε την τιμή του πετρελαίου στα 150 ή ακόμη και στα 200 δολάρια το βαρέλι δεν επιβεβαιώθηκαν.
Οι παραγωγοί της Μέσης Ανατολής βρήκαν εναλλακτικούς τρόπους εξαγωγών πολύ ταχύτερα από ό,τι προέβλεπαν πολλοί ειδικοί, ενώ άλλες πετρελαιοπαραγωγές χώρες – συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ – αύξησαν την παραγωγή και τις εξαγωγές τους για να καλύψουν μέρος του κενού.
Οι εξαγωγές από το σαουδαραβικό λιμάνι Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα αυξήθηκαν στα περίπου 4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, από λιγότερο από 1 εκατομμύριο πριν από τον πόλεμο. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αξιοποίησαν περισσότερο τους αγωγούς τους, μεταφέροντας αργό πετρέλαιο από το Αμπου Ντάμπι στο λιμάνι Φουτζάιρα, στον Κόλπο του Ομάν. Την ίδια στιγμή, οι αμερικανικές εξαγωγές πετρελαίου κατέγραψαν νέα ιστορικά υψηλά. Οι εξαγωγές της Βενεζουέλας αυξήθηκαν κατά 43% σε σχέση με έναν χρόνο πριν, ενώ της Βραζιλίας κατά περίπου ένα τρίτο.
3. Η Κίνα μπορεί να μειώσει δραστικά τις εισαγωγές πετρελαίου: Οι κινεζικές εισαγωγές πετρελαίου μειώθηκαν κατά περίπου 3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, χωρίς ωστόσο να παρατηρηθούν σοβαρές αναταράξεις στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου και στο μεγαλύτερο βιομηχανικό κέντρο του πλανήτη.
Οπως και άλλοι μεγάλοι εισαγωγείς, το Πεκίνο αξιοποίησε τα τεράστια στρατηγικά αποθέματά του και αναζήτησε εναλλακτικούς προμηθευτές, ενώ τα διυλιστήρια περιόρισαν την παραγωγή τους για να εξοικονομήσουν πρώτες ύλες.
Παράλληλα, η Κίνα έχει αναπροσανατολίσει την οικονομία της ώστε να εξαρτάται λιγότερο από το εισαγόμενο πετρέλαιο. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας βασίζεται ολοένα περισσότερο στον άνθρακα και στις ανανεώσιμες πηγές, ενώ η ταχεία διείσδυση των ηλεκτρικών οχημάτων έχει περιορίσει σημαντικά τη ζήτηση βενζίνης.
Η κρίση δεν ήταν χωρίς κόστος για την κινεζική οικονομία: οι τιμές παραγωγού αυξήθηκαν αισθητά και οι λιανικές πωλήσεις υποχώρησαν τον Μάιο. Ωστόσο, η ανθεκτικότητα της Κίνας και άλλων ασιατικών οικονομιών που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα Στενά του Ορμούζ συνέβαλε στη διατήρηση της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας.
4. Ο κόσμος χρησιμοποιεί την ενέργεια πιο αποδοτικά: Η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, δήλωσε τον Απρίλιο ότι η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας βοήθησε στον περιορισμό των επιπτώσεων του πολέμου με το Ιράν. Ενας τρόπος μέτρησης αυτής της προόδου είναι η λεγόμενη ενεργειακή ένταση: πόση ενέργεια απαιτείται για την παραγωγή ενός δολαρίου ΑΕΠ. Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, η ενεργειακή ένταση έχει μειωθεί κατά περίπου ένα τρίτο στις ΗΠΑ και την Ευρώπη από το 2000 και κατά περίπου 40% στην Κίνα.
Οι ανεπτυγμένες οικονομίες έχουν στραφεί περισσότερο σε υπηρεσίες, όπως τα χρηματοοικονομικά και η υγεία, οι οποίες καταναλώνουν λιγότερη ενέργεια από τη μεταποίηση. Παράλληλα, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έχουν συμβάλει στη μείωση των απωλειών, ενώ οι οικιακές συσκευές και οι βιομηχανικές διαδικασίες έχουν γίνει πολύ πιο αποδοτικές ενεργειακά.
Ιδιαίτερα στην Ευρώπη, η εμπειρία της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία το 2022 επιτάχυνε αυτή τη μετάβαση.
5. Η έκρηξη της Τεχνητής Νοημοσύνης αντιστάθμισε το ενεργειακό πλήγμα! Η αλματώδης ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης λειτούργησε ως βασικός αντισταθμιστικός παράγοντας απέναντι στην ενεργειακή κρίση.
Η ταχύτατη κατασκευή κέντρων δεδομένων στις Ηνωμένες Πολιτείες και ο ενθουσιασμός για τις δυνατότητες της νέας τεχνολογίας ενίσχυσαν το εμπόριο, τις επενδύσεις και τις χρηματιστηριακές αγορές, οδηγώντας πολλούς δείκτες σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Τα μεγαλύτερα οφέλη καταγράφηκαν στις ασιατικές οικονομίες που παράγουν μνήμες, μηχανήματα και ηλεκτρονικά εξαρτήματα απαραίτητα για την ανάπτυξη της ΤΝ. Η αξία των εξαγωγών της Ταϊβάν έχει υπερδιπλασιαστεί από τις αρχές του 2025. Οι εξαγωγές της Νότιας Κορέας αυξήθηκαν σχεδόν κατά 80%, της Σιγκαπούρης κατά 40% και της Ιαπωνίας κατά σχεδόν 20%.
Αυτός ο νέος τεχνολογικός «πυρετός» διατήρησε τη δυναμική σε κρίσιμα τμήματα της παγκόσμιας οικονομίας, ακόμη και την ώρα που η ενεργειακή κρίση έπληττε άλλους κλάδους και περιοχές.





