Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Εν μέσω ανησυχητικού διεθνούς περιβάλλοντος, ο Μανουέλ Μουνίθ Βίγια, πρώην υφυπουργός Εξωτερικών της Ισπανίας και καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και πρόεδρος του διεθνούς πανεπιστημίου, IE University, υπογράμμισε ότι η Ευρώπη πρέπει να σταματήσει να διαμαρτύρεται για τα εμπόδια που αντιμετωπίζει στο διεθνές γεωπολιτικό σκηνικό — συμπεριλαμβανομένης της στάσης της Αμερικής του Τραμπ. Η Ευρώπη, σημείωσε με έμφαση, ο ισπανός καθηγητής, διαθέτει τους πόρους και το ανθρώπινο δυναμικό για να διαμορφώσει το μέλλον της, αρκεί να αποφασίσει τι είδους μέλλον θέλει να οικοδομήσει.

Ως υφυπουργός Εξωτερικών (2020-2021) διατελέσατε επικεφαλής της Διπλωματίας της Τεχνολογίας. Πώς μπορεί η τεχνολογική διπλωματία να συμβάλει σε έναν κόσμο που αλλάζει με τόσο γρήγορους ρυθμούς;

Πράγματι, στη θητεία μου ως υφυπουργού, επικεντρώθηκα στο σχεδιασμός της στρατηγικής της Ισπανίας για την τεχνολογική διπλωματία. Η τεχνολογία εξελίσσεται ραγδαία σε έναν αυτόνομο τομέα της εξωτερικής πολιτικής και σύντομα θα είναι εξίσου σημαντική με τη διπλωματία για το κλίμα, το εμπόριο και την οικονομία. Η τεχνολογία αποτελεί πλέον πεδίο διπλωματίας, επειδή επηρεάζει όλο και περισσότερο αυτό που τότε, αποκαλούσαμε τα τρία «P»- ( «P»- «Π» από τα αρχικά των αγγλικών λέξεων Power- Prosperity- Political systems).

Το πρώτο «Π» είναι η ισχύς (Power). Η τεχνολογία μεταβάλλει την παγκόσμια κατανομή ισχύος, δημιουργώντας νέες δυνατότητες άμυνας και επίθεσης, νέα οπλικά συστήματα και νέες προκλήσεις στον κυβερνοχώρο. Το δεύτερο «Π», είναι η ευημερία (Prosperity). Η τεχνολογία μετασχηματίζει την οικονομική δραστηριότητα και επηρεάζει το πού συγκεντρώνεται το ανθρώπινο ταλέντο και η καινοτομία. Το τρίτο «Π»., είναι τα πολιτικά συστήματα και οι πολιτικές αρχές (Political systems or Principles). Η τεχνολογία επηρεάζει θεμελιώδεις πτυχές της δημοκρατικής ζωής και τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών.

Η τεχνολογική διπλωματία πρέπει να αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης προσοχής για τους διπλωμάτες μας, τα υπουργεία Εξωτερικών και τις κυβερνήσεις μας. Στην τελευταία σύνοδο κορυφής του G7, από τα βασικά θέματα της ατζέντας ήταν, -επιτέλους-, η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI). Στο ίδιο τραπέζι βρέθηκαν αρχηγοί κυβερνήσεων και κρατών και οι επικεφαλής των μεγαλύτερων εταιρειών που δραστηριοποιούνται στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης. Ο κόσμος αρχίζει πλέον να αντιλαμβάνεται ότι η τεχνολογία πρέπει να αποτελεί αντικείμενο παγκόσμιας διακυβέρνησης. Αυτή ήταν και η βασική φιλοσοφία πίσω από την τεχνολογική διπλωματία της Ισπανίας.

Η Ευρώπη έχει τη φήμη ότι αντιδρά αργά, και στον τομέα της τεχνολογίας. Τι μπορεί να κάνει για να επιταχύνει τον βηματισμό της;

Όταν βλέπω την κατάσταση του κόσμου και την κατεύθυνση προς την οποία οδεύει, διαπιστώνω ότι σχεδόν κάθε μεγάλη πρόκληση συνοδεύεται από το θεμελιώδες ερώτημα: τι είδους Ευρώπη θέλουμε να οικοδομήσουμε; Το πρώτο ερώτημα που καλούμαστε να απαντήσουμε, είναι τι σκοπεύουμε να κάνουμε με την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά. Το δεύτερο, είναι το τι θα πράξει η Ευρώπη σε σχέση με την ασφάλεια και την άμυνά της, αλλά και με την τεχνολογία.

Η Κίνα και οι ΗΠΑ ηγούνται στην ανάπτυξη των πλέον προηγμένων μοντέλων Τεχνητής Νοημοσύνης. Στην Ευρώπη αναπτύσσουμε εφαρμογές, όχι όμως μοντέλα. Με εξαίρεση το Mistral, το γαλλικό μοντέλο Τεχνητής Νοημοσύνης, τα περισσότερα ανταγωνιστικά μοντέλα αιχμής προέρχονται είτε από τις ΗΠΑ είτε από την Κίνα.

Για να ανταποκριθεί η Ευρώπη στην πρόκληση, υπάρχουν δύο δρόμοι. Ο ένας οδηγεί στη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ώστε η Ευρώπη να έχει τη δική της φωνή σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από γίγαντες — γιατί συχνά ξεχνάμε ότι ζούμε σε έναν κόσμο γιγάντων. Ο άλλος δρόμος οδηγεί στον κατακερματισμό και στην αποδυνάμωση του ευρώ. Σε αυτή την περίπτωση, η Ευρώπη δεν θα αποτελεί πλέον υποκείμενο της διεθνούς πολιτικής, αλλά αντικείμενό της. Θα βρεθούμε στη θέση να αποδεχόμαστε εμπορικές συμφωνίες που δεν μας ικανοποιούν και να χρησιμοποιούμε τεχνολογίες οι οποίες δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο.

Η κατάσταση στην Ευρώπη δεν εμπνέει αισιοδοξία, Οι προεδρικές εκλογές στη Γαλλία απέχουν λιγότερο από δέκα μήνες και πολλοί Ευρωπαίοι ανησυχούν για την άνοδο της ακροδεξιάς της Μαρίν Λεπέν. Αν η Γαλλία κυβερνηθεί από την άκρα δεξιά, θα μπορεί αυτή η ηγεσία να αντιληφθεί τα πραγματικά διακυβεύματα;

Η πραγματική σύγκρουση θα είναι ανάμεσα στις φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις και στις εθνικιστικές τάσεις που αναπτύσσονται στο εσωτερικό της Ευρώπης και οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν στον κατακερματισμό του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

Θεωρώ εξοργιστικό το γεγονός ότι ορισμένα από αυτά τα πολιτικά κινήματα στην Ευρώπη αυτοαποκαλούνται «πατριωτικά». Δεν υπάρχει πιο παραπλανητικό μήνυμα προς τους Ευρωπαίους από το να τους λέει κανείς ότι θα είναι πιο κυρίαρχοι και πιο ελεύθεροι, αν λειτουργούν ως 27 μικρές πολιτικές οντότητες, προσπαθώντας η καθεμία μόνη της, να διαχειριστεί τις σχέσεις της με την Κίνα, τις ΗΠΑ ή τη Ρωσία. Δεν υπάρχει τίποτε πατριωτικό σε αυτό. Πρόκειται για την πλήρη διαστρέβλωση της έννοιας της ευρωπαϊκής κυριαρχίας.

Ωστόσο, σε περιόδους κρίσεων το ευρωπαϊκό εγχείρημα πάντα προχωρούσε Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, όμως, δεν προχώρησε ποτέ χωρίς να έχει προηγουμένως γίνει απολύτως σαφές το κόστος της μη ολοκλήρωσης.

Τα ευρωπαϊκά κράτη και οι Ευρωπαίοι πολίτες έπρεπε πρώτα να συνειδητοποιήσουν το τίμημα του να μην προχωρήσουν σε μεγαλύτερη ενοποίηση, προτού ληφθούν τα αντίστοιχα βήματα. Αυτό συνέβη πριν από τη δημιουργία του ευρώ. Το ίδιο έγινε μετά την πανδημία του κορωνοϊού, με τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης. Και αυτό προηγήθηκε επίσης της διαμόρφωσης της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας της ΕΕ.

Η σοσιαλιστική κυβέρνηση της Ισπανίας, είναι αντιμέτωπη με πολιτικά σκάνδαλα ενώ συζητείται ακόμη και το ενδεχόμενο διεξαγωγής πρόωρων εκλογών. Ωστόσο, για να κυβερνήσει η αντιπολιτευόμενη ισπανική Δεξιά, θα πρέπει να συνεργαστεί με το ακροδεξιό αντιευρωπαϊκό κόμμα Vox. Που βρισκόμαστε σήμερα;

Οι εκλογές στην Ισπανία έχουν προγραμματιστεί το αργότερο, ως το καλοκαίρι του 2027. Αν γίνουν νωρίτερα, αυτό θα συμβεί, μόνο εφόσον η κυβέρνηση χάσει μια πρόταση δυσπιστίας και ανατραπεί. Σήμερα στην Ισπανία υπάρχει κοινοβουλευτική πλειοψηφία που θα μπορούσε να ανατρέψει την κυβέρνηση. Δεν υπάρχει όμως σαφής πλειοψηφία που να μπορεί να στηρίξει μια εναλλακτική κυβέρνηση.

Σε περίπτωση που σχηματιστεί κυβέρνηση της Δεξιάς, ενδέχεται να υπάρξουν αλλαγές επί το συντηρητικότερον, στην οικονομική πολιτική, στη μεταναστευτική πολιτική, στην κοινωνική πολιτική. Ωστόσο, όσον αφορά την εξωτερική πολιτική, στην Ισπανία υπάρχει ευρεία συναίνεση. Οι περισσότεροι Ισπανοί είναι έντονα φιλοευρωπαίοι.

Υποστηρίζουν τη δημιουργία ενός κοινού ευρωπαϊκού στρατού και μιας κοινής εξωτερικής πολιτικής. Διατηρούν ευρωατλαντικό προσανατολισμό και, παρά τις δυσκολίες στις σχέσεις με τις ΗΠΑ, στηρίζουν το ΝΑΤΟ, – κάτι που δεν ίσχυε πριν από μερικές δεκαετίες. Είναι υπέρ ενός πολυπολικού κόσμου και της διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες. Ως χώρα είμαστε αρκετά προοδευτικοί και επιθυμούμε να προβάλλουμε αυτή την ταυτότητα και στη διεθνή σκηνή. Ενδέχεται να υπάρξουν ορισμένες διαφοροποιήσεις για παράδειγμα, σε ό,τι αφορά τη Βενεζουέλα ή άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Δεν προβλέπω, όμως, σημαντικές αλλαγές στη συνολική ατζέντα της εξωτερικής πολιτικής της Ισπανίας.

Δώδεκα από τις δεκαεννέα χώρες της Λατινικής Αμερικής έχουν κάνει δεξιά στροφή. Αυτή η μετατόπιση αποτελεί πρόκληση, δεδομένου ότι πολλοί τη θεωρούν ευνοϊκή για τον πρόεδρο Τραμπ;

Η σχέση της Ισπανίας με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής είναι εξαιρετικά βαθιά. Η Ισπανία αποτελεί έναν διαχρονικό και βασικό παράγοντα στην περιοχή. Μας συνδέει η ιστορία, είμαστε ένας από τους μεγαλύτερους επενδυτές και από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της Λατινικής Αμερικής.

Η σχέση μας υπερβαίνει κατά πολύ τις εναλλαγές κυβερνήσεων μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς. Η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ έχει επικριθεί ότι υπήρξε υπερβολικά ήπια απέναντι στην κυβέρνηση του Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουάλα αλλά και έναντι των κυβερνήσεων της Κολομβίας και της Κούβας. Ωστόσο, αποτελεί κυρίως την κριτική όσων βρίσκονται στην αντιπολίτευση. Διότι όταν βρίσκεσαι στην κυβέρνηση και ασκείς την εξωτερική πολιτική της Ισπανίας, οφείλεις να λαμβάνεις πολύ σοβαρά υπόψη τα πραγματικά συμφέροντα της χώρας σου.

Ποια είναι η εκτίμησή σας για τις σχέσεις ΕΕ- ΗΠΑ, ενόψει και των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου για το αμερικανικό Κογκρέσο;

Δεν μπορώ να θυμηθώ άλλη περίοδο, τα τελευταία 70 χρόνια, κατά την οποία, οι δύο πλευρές του Ατλαντικού να είχαν τόσες πολλές διαφωνίες. Στο παρελθόν υπήρξαν σοβαρές κρίσεις στις διατλαντικές σχέσεις, όμως σήμερα υπάρχουν διαφωνίες σχεδόν για τα πάντα -όχι μόνο για τη διαχείριση του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά και για το μέλλον του ΝΑΤΟ.

Οι προβλέψεις είναι συνήθως παρακινδυνευμένες, ωστόσο πιστεύω ότι τους επόμενους μήνες, θα δούμε μια πιο ουσιαστική αποχώρηση αμερικανικών συμβατικών στρατιωτικών δυνάμεων από την Ευρώπη.

Υπάρχει όμως και ένα ακόμη βαθύτερο πεδίο σύγκρουσης. Η αμερικανική κυβέρνηση έχει καταστήσει σαφές ότι θα επιθυμούσε στροφή προς τα δεξιά ή τη ακροδεξιά, σε κυβερνήσεις ευρωπαϊκών χωρών, στη Γερμανία είτε στη Γαλλία. Πρόκειται για μια σοβαρή πηγή τριβών μεταξύ των διατλαντικών συμμάχων.

Τι θεωρείτε ότι μπορεί να γίνει;

Πριν από λίγους μήνες, ο Μάριο Ντράγκι, σε ένα εξαιρετικό άρθρο του στους Financial Times, με τίτλο «Ξεχάστε τις ΗΠΑ», ανέπτυσσε το εξής επιχείρημα: ότι στην Ευρώπη διαμαρτυρόμαστε για τους δασμούς 15% ή 10% που μας επιβάλλουν οι ΗΠΑ, την ίδια στιγμή που στο εσωτερικό της ΕΕ, επιβάλλουμε μόνοι μας ένα τεράστιο πλέγμα εμποδίων στο εμπόριο.

Αν καταργούσαμε τα μισά από αυτά τα εσωτερικά εμπόδια, θα δίναμε τέτοια ώθηση στην ανάπτυξη, ώστε θα αντισταθμιζόταν οποιοδήποτε κόστος προέκυπτε από του δασμούς των ΗΠΑ.

Στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας, η Ευρώπη δαπανά περίπου 400 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Ωστόσο, στην Ευρώπη υπάρχουν 20 διαφορετικά προγράμματα ανάπτυξης αρμάτων μάχης. Οι ΗΠΑ έχουν μόνον ένα. Το ζήτημα λοιπόν είναι αν οι ΗΠΑ θα μειώσουν τις συμβατικές στρατιωτικές τους δυνάμεις στην Ευρώπη, από 90.000 σε 60.000 στρατιώτες; Ή μήπως είναι, πως οι Ευρωπαίοι θα οργανώσουν τις αμυντικές τους δυνατότητες για την προστασία της ευρωπαϊκής ηπείρου; Και τα δύο είναι σημαντικά, όμως το δεύτερο ζήτημα είναι καθοριστικό. Θεωρώ ότι οι Αμερικανοί έχουν δίκιο όταν ζητούν πιο δίκαιη κατανομή των οικονομικών βαρών στην άμυνα.

Το πιο προβληματικό στοιχείο της σημερινής αμερικανικής κυβέρνησης είναι η παρέμβασή της στην εσωτερική πολιτική των ευρωπαϊκών χωρών. Αυτό υπερβαίνει τις διαφορές στην άσκηση πολιτικής και αποτελεί ζήτημα στο οποίο η Ευρώπη πρέπει να αντιδράσει διπλωματικά. Γνωρίζω μάλιστα ότι αυτό ήδη συμβαίνει.

Όταν επισκέπτομαι την Ιαπωνία, τον Καναδά ή την Ινδονησία και λέω στους συνομιλητές μου, ότι η κυβέρνηση Τραμπ τηρεί σκληρή στάση έναντι της Ευρώπης, απορούν γιατί αυτό αποτελεί τόσο μεγάλο πρόβλημα για μια ήπειρο που διαθέτει ενιαία αγορά σχεδόν 500 εκατομμυρίων πολιτών, μια ιδιαίτερα ανεπτυγμένη βιομηχανία, μερικά από τα κορυφαία πανεπιστήμια στον κόσμο και ανθρώπινο δυναμικό εξαιρετικά υψηλού επιπέδου. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει ουσιαστικά μία μεγάλη απειλή για την ασφάλειά της, στα ανατολικά της σύνορα. Αντίθετα, η Ιαπωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με τη Ρωσία, την Κίνα και τη Βόρεια Κορέα – τρεις πυρηνικές δυνάμεις, όλες εχθρικές απέναντί της.

Η Ευρώπη πρέπει να εγκαταλείψει τη λογική της διαρκούς διαμαρτυρίας και της μετακύλισης των ευθυνών στους Αμερικανούς και να επικεντρωθεί στη διαμόρφωση μιας ουσιαστικής στρατηγικής για το μέλλον της.

Το μέλλον της Ευρώπης εξαρτάται επίσης από την αποκαλούμενη «οικονομία του ταλέντου». Ως πρόεδρος του IE University, ενός από τα πλέον διεθνή πανεπιστήμια κύρους της Ισπανίας, πώς πιστεύετε ότι η οικονομία του ταλέντου και η γεωπολιτική, διαμορφώνουν την εκπαίδευση;

Βρισκόμαστε σε μια περίοδο ανακατανομής του ανθρώπινου ταλέντου διεθνώς, τη οποία δεν έχουμε δει εδώ και 70 χρόνια. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, η Ευρώπη έχασε ένα τεράστιο μέρος του ανθρώπινου δυναμικού και του πνευματικού της κεφαλαίου, το οποίο κατευθύνθηκε κυρίως στις ΗΠΑ.

Σήμερα τα δεδομένα αλλάζουν. Τον περασμένο χρόνο, οι ΗΠΑ κατέγραψαν μείωση 18%, στο ποσοστό των ξένων φοιτητών. Αυτή είναι εξαιρετική ευκαιρία για τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια για να γίνουν πιο διεθνή, να προσελκύσουν περισσότερους ταλαντούχους ανθρώπους από όλο τον κόσμο. Η Ευρώπη είναι ιδιαίτερα ελκυστική ήπειρος. Είναι ασφαλής, διαθέτει εξαιρετικά πανεπιστήμια και υψηλού επιπέδου ακαδημαϊκή παράδοση.

Αν διαμορφώσουμε τους κατάλληλους θεσμούς και το κατάλληλο κανονιστικό πλαίσιο ώστε να μπορούμε να ανταγωνιζόμαστε αποτελεσματικά για την προσέλκυση ταλαντούχων ανθρώπων, τότε μπορούμε και να ανακτήσουμε το χαμένο έδαφος απέναντι στις ΗΠΑ και να προσελκύσουμε ταλαντούχους ανθρώπους από την Ασία και από τις χώρες του Παγκόσμιου Νότου.

Αυτό αποτελεί και μέρος της δικής μου αποστολής, ως προέδρου ενός πανεπιστημίου όπως το IE University, όπου το 90% των φοιτητών μας προέρχεται από το εξωτερικό. Αποτελούμε τη ζωντανή απόδειξη ότι, όταν στην Ευρώπη σχεδιάζεις ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα με διεθνή προσανατολισμό, μπορείς να προσελκύσεις πολύ ταλαντούχους ανθρώπους και να τους κρατήσεις στην Ευρώπη.