Η επικείμενη πρεμιέρα της live action διασκευής της Βαϊάνα στις 9 Ιουλίου, φέρνει ξανά στο προσκήνιο μια από τις πιο παράξενες ιστορίες της παγκόσμιας ποπ κουλτούρας. Για τον υπόλοιπο πλανήτη, η θαρραλέα ηρωίδα της Πολυνησίας ακούει στο αυθεντικό όνομα Μοάνα. Στην Ευρώπη, όμως, το όνομα αυτό κουβαλάει μια εντελώς διαφορετική, αμαρτωλή σημειολογία. Αν στην Ισπανία το ζήτημα ήταν καθαρά νομικό, λόγω προγενέστερης κατοχύρωσης του όρου «Μοάνα» ως εμπορικό σήμα, στην Ιταλία και την υπόλοιπη γηραιά Ήπειρο η Disney βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα πολιτισμικό ανάθεμα: την ανάμνηση της Μοάνα Πότσι, της γυναίκας που υπήρξε η απόλυτη θεά του ιταλικού ερωτικού κινηματογράφου.
Η λέξη «Μοάνα» στις γλώσσες της Πολυνησίας, όπως τα μαορί και τα χαβανέζικα, σημαίνει «ωκεανός» ή «βαθιά θάλασσα», αποτυπώνοντας τη σύνδεση της ηρωίδας με το υγρό στοιχείο. Προκειμένου όμως να αποφευχθεί ο απόλυτος εμπορικός εφιάλτης -καθώς η αναζήτηση του ονόματος στους ψηφιακούς αλγορίθμους οδηγούσε αυτόματα σε σκληρό ερωτικό περιεχόμενο- το Χόλιγουντ υποχρεώθηκε σε μια εσπευσμένη σημειολογική υποχώρηση. Έτσι, επέλεξε το όνομα «Βαϊάνα», μια σύνθεση από την ταϊτινή λέξη Vai (νερό) και Ana (σπηλιά), που μεταφράζεται ως «το νερό που αναβλύζει από τη σπηλιά». Έτσι, ο ωκεανός στέρεψε σε πηγή, για να εκτοπιστεί από τη συλλογική μνήμη η γυναίκα που στοίχειωσε το μεταμοντέρνο φαντασιακό της Ιταλίας.
Ποια ήταν όμως η γυναίκα που ανάγκασε έναν παγκόσμιο κολοσσό ψυχαγωγίας να αλλάξει τον τίτλο μιας ταινίας εκατομμυρίων;
Η γέννηση μιας ντίβας σε μια συντηρητική Ιταλία
Για να καταλάβει κανείς το μέγεθος του πανικού, πρέπει να βουτήξει στην ίδια τη ζωή της Μοάνα Πότσι. Γεννημένη το 1961 στη Γένοβα, μέσα σε μια βαθιά καθολική, αστική και παραδοσιακή οικογένεια, η Μοάνα Πότσι έμοιαζε προορισμένη για μια συμβατική ζωή. Λίγες εβδομάδες πριν τα 18α γενέθλιά της, η Μοάνα έφερε στον κόσμο τον γιο της, Σιμόνε, τον οποίο μεγάλωσαν οι γονείς της σαν δικό τους παιδί. Για χρόνια, ο μικρός Σιμόνε ζούσε με την πεποίθηση ότι η Μοάνα ήταν η μεγαλύτερή του αδερφή. Στη συνέχεια, σπούδασε υποκριτική, εργάστηκε ως μοντέλο και έκανε τα πρώτα της βήματα στην τηλεόραση, παρουσιάζοντας ακόμη και παιδικές εκπομπές. Η μοίρα της όμως σφραγίστηκε όταν αποφάσισε να σπάσει τα δεσμά του πουριτανισμού και να εισβάλει με ορμή στη βιομηχανία του πορνό, κάτι που φυσικά της κόστισε τη δουλειά της στις παιδικές εκπομπές.
Η Ιταλία του ’80 ήταν μια χώρα διχασμένη ανάμεσα στην αυστηρή ηθική του Βατικανού και την ανάγκη για σεξουαλική απελευθέρωση. Σε μια χώρα γαλουχημένη με τις αναγεννησιακές εικόνες των γυμνών σωμάτων στα θρησκευτικά έργα και, ταυτόχρονα, πνιγμένη στην ενοχή του καθολικισμού, η Πότσι δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ ως μια τυπική πρωταγωνίστρια ταινιών ενηλίκων. Γρήγορα μετατράπηκε σε μια «κοσμική αγία». Διέθετε μια σπάνια, αριστοκρατική ευγένεια και μια αφοπλιστική ευφυΐα που της επέτρεπε να μεταβαίνει με την ίδια άνεση από τη σαρκική εικονοπλασία στις βαθιές πολιτικές αναλύσεις. Μιλούσε με την ίδια άνεση για την κοινωνία, τη φιλοσοφία και την τέχνη, καταρρίπτοντας κάθε προκατάληψη. «Το σεξ είναι τέχνη, είναι ελευθερία, δεν είναι αμαρτία», συνήθιζε να λέει, προκαλώντας βραχυκύκλωμα στα συντηρητικά ανακλαστικά της ιταλικής κοινωνίας.
View this post on Instagram
Τα χρόνια της δόξας και η πολιτική της καριέρα
Η δημοτικότητά της έφτασε σε τέτοια επίπεδα που η Μοάνα Πότσι ξεπέρασε τα στενά όρια των ερωτικών ταινιών. Έγινε μούσα για κορυφαίους σχεδιαστές μόδας, όπως ο οίκος Fendi, περπάτησε στις πασαρέλες της Κιάρα Μπόνι και έγινε τακτική προσκεκλημένη στις πιο σοβαρές τηλεοπτικές εκπομπές της χώρας, όπου εμφανιζόταν γυμνή ή καλυμμένη με ένα διάφανο πέπλο, καθηλώνοντας το κοινό.
Ο κορυφαίος σημειολόγος και συγγραφέας Ουμπέρτο Έκο ανέλυσε το φαινόμενο της τηλεοπτικής της παρουσίας, αναγνωρίζοντας τη μοναδική της ικανότητα να καθηλώνει το κοινό χωρίς ποτέ να ευτελίζεται. Ο Φεντερίκο Φελίνι, γοητευμένος από την απόκοσμη αύρα της, την επέλεξε για ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό πέρασμα στην ταινία του Ginger and Fred (1986). Την ίδια στιγμή, ο εμβληματικός σκιτσογράφος Μίλο Μανάρα τη μετέτρεπε σε μούσα και ηρωίδα των graphic novels του.
Η άνοδος της Πότσι στο στάτους του απόλυτου ειδώλου, κρυσταλλώνει την ιστορία ολόκληρης της Ιταλίας στην εκπνοή του 20ού αιώνα. Συγκεκριμένα, συνέπεσε απόλυτα με τη μεγαλύτερη πολιτική και θεσμική κρίση της μεταπολεμικής Ιταλίας: το σκάνδαλο Tangentopoli (που μεταφράζεται ειρωνικά ως «Δωροδοκούπολη», από τη λέξη tangente που σημαίνει μίζα) και την περίφημη δικαστική επιχείρηση «Καθαρά Χέρια» (Mani Pulite), η οποία ξεσκέπασε ένα δαιδαλώδες, συστημικό δίκτυο διαφθοράς, όπου κορυφαίοι πολιτικοί, υπουργοί, ακόμη και πρώην πρωθυπουργοί, εισέπρατταν αμύθητα ποσά σε μίζες από μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες για να τους αναθέτουν δημόσια έργα. Η αποκάλυψη αυτή προκάλεσε σοκ και δέος στην ιταλική κοινωνία. Το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα κυριολεκτικά εξαερώθηκε μέσα σε λίγους μήνες, κόμματα με ιστορία δεκαετιών διαλύθηκαν ντροπιασμένα, ενώ εκατοντάδες πολιτικοί και επιχειρηματίες οδηγήθηκαν στη φυλακή ή στην αυτοκτονία από την ντροπή.
Σε αυτή την εποχή της απόλυτης παρακμής, όπου οι Ιταλοί έβλεπαν τους θεσμούς, την Εκκλησία και τους ηγέτες τους να καταρρέουν μέσα στο ψέμα και τη λάσπη, η Μοάνα Πότσι πρότεινε, εντελώς αναπάντεχα, μια καθαρή ηθική σταθερά. Την ώρα που οι «καθωσπρέπει» πολιτικοί με τα ακριβά κοστούμια αποδεικνύονταν απατεώνες, μια γυναίκα που έβγαζε τα ρούχα της μπροστά στην κάμερα φάνταζε στα μάτια του κόσμου ως το μόνο ειλικρινές πρόσωπο στη χώρα – ένα κλασικό παράδειγμα του συμπλέγματος Αγίας-Πόρνης (Madonna-Whore). Η Πότσι δεν έκρυβε τίποτα, δεν υποκρινόταν ότι ήταν κάτι άλλο. Πουλούσε σάρκα και ηδονή στο φως της ημέρας, σε αντίθεση με τους πολιτικούς που πουλούσαν τη χώρα κάτω από το τραπέζι.
View this post on Instagram
Το 1991, μαζί με την έτερη σταρ του χώρου, την Ιλόνα Στάλερ -γνωστή τοις πάσι ως Τσιτσιολίνα, ίδρυσαν το “Partito dell’Amore” (Κόμμα της Αγάπης). Επρόκειτο για μια πολιτική κίνηση που ζητούσε τη νομιμοποίηση της σεξεργασίας, την προστασία των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ+ και την εισαγωγή της σεξουαλικής αγωγής στα σχολεία, συγκεντρώνοντας χιλιάδες ψήφους. Την ίδια χρονιά, η κυκλοφορία της αυτοβιογραφίας της με τίτλο La Filosofia di Moana (Η Φιλοσοφία της Μοάνα) προκάλεσε πολιτικό σεισμό. Στο βιβλίο της βαθμολογούσε τις σεξουαλικές επιδόσεις διάσημων ανδρών της ιταλικής δημόσιας ζωής, αφήνοντας σαφείς υπαινιγμούς για κρυφές σχέσεις με κορυφαίους πολιτικούς, όπως ο πρώην πρωθυπουργός Μπετίνο Κράξι κι αστέρες του αθλητισμού. Η Μοάνα Πότσι είχε πλέον τοποθετήσει έναν καθρέφτη μπροστά από την υποκρισία της ιταλικής κοινωνίας.
Το 1994, το περιοδικό The New Yorker, σε ένα εμβληματικό του αφιέρωμα, αποτύπωσε με τον πιο γλαφυρό τρόπο αυτή την εσωτερική σύγκρουση της χώρας, γράφοντας: «Μέσα από την εκστατική αγιοποίηση της Μοάνα Πότσι, η Ιταλία έρχεται αντιμέτωπη με τις δικές της φαντασιώσεις για το σεξ, την αγιότητα και τη φθαρτή δόξα του σώματος».
View this post on Instagram
Το μυστήριο του θανάτου της
Το νήμα της ζωής της κόπηκε απότομα στις 15 Σεπτεμβρίου 1994, σε μια κλινική στη Λυών της Γαλλίας. Η επίσημη διάγνωση έκανε λόγο για καρκίνο του ήπατος, με την Πότσι να φεύγει από τη ζωή σε ηλικία μόλις 33 ετών. Ο θάνατός της βύθισε την Ιταλία σε ένα πρωτοφανές εθνικό πένθος. Ακόμη και ο Αρχιεπίσκοπος της Νάπολης ένιωσε την ανάγκη να μιλήσει για εκείνη, αναγνωρίζοντας την πολυπλοκότητα της προσωπικότητάς της, ενώ η ίδια, παρά την καριέρα της, δήλωνε μέχρι τέλους πιστή καθολική.
Όπως συμβαίνει όμως με κάθε μεγάλο είδωλο, ο πρόωρος χαμός της γέννησε μια ατέρμονη συνωμοσιολογία. Πολλοί αρνήθηκαν να πιστέψουν ότι πέθανε, ισχυριζόμενοι ότι σκηνοθέτησε τον θάνατό της για να ξεφύγει από τη δημοσιότητα, τις απειλές της μαφίας (την οποία είχε καταγγείλει δημόσια) ή τα χρέη. Άλλοι μιλούσαν για δολοφονία, επειδή γνώριζε πάρα πολλά για τα άπλυτα της πολιτικής σκηνής της χώρας. Άλλοι ισχυρίστηκαν ότι ήταν κατάσκοπος της KGB ή ότι ο σύζυγός της την είχε βοηθήσει να αυτοκτονήσει, μην αντέχοντας άλλο να πονά.
View this post on Instagram
Η σχεδιάστρια Κιάρα Μπόνι είχε δηλώσει για εκείνη: «Η Μοάνα ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια πορνοστάρ, πήγαινε πέρα από τις πιο ισχυρές κοινωνικές συμβάσεις». Αυτή ακριβώς η υπερβατικότητα είναι που την κράτησε ζωντανή στη συλλογική μνήμη. Για τους Ιταλούς, η Μοάνα Πότσι ήταν μια επαναστάτρια που χρησιμοποίησε το σώμα της ως όπλο ενάντια στον συντηρητισμό, μια ντίβα που κέρδισε τον σεβασμό των διανοουμένων και άφησε ανεξίτηλο το στίγμα της στην ποπ κουλτούρα.
Όταν λοιπόν η Disney αποφάσισε να φέρει τη δική της Μοάνα στην Ευρώπη, κατάλαβε ότι το όνομα αυτό ήταν ήδη «πιασμένο» από μια άλλη, επίγεια και πολύ πιο περίπλοκη θεά. Η μετονομασία σε Βαϊάνα υπήρξε μια πράξη συνθηκολόγησης της Disney μπροστά στη μνήμη μιας γυναίκας που χρησιμοποίησε το σώμα της ως κοινωνικό όπλο.
Την Πέμπτη, καθώς οι προβολείς της σκοτεινής αίθουσας θα ανάβουν για τη Βαϊάνα, στους διαδρόμους της ποπ ιστορίας θα ψιθυρίζεται ακόμα το όνομα της Μοάνα.





