Αν έβγαινε σήμερα ο Βασίλης Λεβέντης με κακοφωτισμένα reels στο TikTok κατακεραυνώνοντας την πολιτική εξουσία θα προσέλκυε την προσοχή μας; Αν ανέβαζε αγανακτισμένος storytime για να ξεμπροστιάσει όσους τον λοιδορούν -τότε τους έλεγαν «πασοκτζήδες», σήμερα haters- θα ξεχώριζε μέσα στον πολτό του feed; Ο «αντισυστημικός» λόγος του θα είχε την ένταση που απαιτεί σήμερα η εποχή;
Η απάντηση είναι αρνητική.
Με το εύρος της προσοχής μας διαρκώς μειούμενο όλα εκείνα που έκαναν τον Λεβέντη να ξεχωρίσει πριν τρεις δεκαετίες ως μια περιθωριακή πολιτική περσόνα σήμερα είναι ανεπαρκή. Αφήστε που από κανένα app δεν μπορείς να στήσεις μια παραγγελία-φάρσα με πίτσες.
Πολλοί θα έβλεπαν στον Λεβέντη έναν ανυπότακτο πολιτικό, αποσυνάγωγο και μη αρεστό στα κέντρα εξουσίας -δεν θα τους έφτανε όμως. Άλλοι θα έβλεπαν έναν «πολιτικό ευαγγελιστή» μαγεμένο από το ίδιο το διαπρύσιο κήρυγμά του -ούτε εκείνοι θα ικανοποιούνταν. Ακόμα και αυτοί που ερμήνευαν τον Λεβέντη ως μια κινητή performance γραφικότητας, δύσκολα θα του κρατούσαν θέση στο καθημερινό doomscrolling.
Κι όλο αυτό λέει πολλά περισσότερα για το δημόσιο λόγο του σήμερα παρά για τη δημόσια παρουσία του Λεβέντη επί τρεις δεκαετίες.
Το 2026 ο Βασίλης Λεβέντης θα ήταν ένα παροδικό virality προορισμένο να ολοκληρώσει τον κύκλο του μέσα σε 36 το πολύ ώρες. Έπειτα όλο αυτό το περιεχόμενο θα πήγαινε εκεί που πάνε τα reels όταν πεθάνουν: όχι ακριβώς στην ανυπαρξία, αφού κάποιος, κάπου, κάποτε θα ανασύρει τι είχες ποστάρει πριν 10 ή 15 χρόνια, μα κάπου πολύ χειρότερα: στο σκοτάδι της ψηφιακής αδιαφορίας και της ασυνάφειας.
Σκεφτείτε πόσες μονίμως έξαλλες ομιλούσες κεφαλές του TikTok περνούν καθημερινά από τις οθόνες σας και την επόμενη κιόλας στιγμή τις έχετε ξεχάσει; Μια τέτοια θα ήταν και ο πρόεδρος της Ένωσης Κεντρώων. Όταν σε κάθε τρίτο σχόλιο σκοντάφτετε σε έναν «ψόφο» και σε ένα «καρκίνο», πόσο θα σας σόκαραν οι κατάρες από τη «θρυλική» τελευταία εκπομπή του καναλιού 67; Όταν μόλις πριν λίγο πέσατε πάνω σε βίντεο πολιτικού «να μοιράζει φάπες» σε αντιπάλους του, τι θα είχε να σας πει ο Βασίλης Λεβέντης που θα μοίραζε μούντζες;
Ο Λεβέντης πρόλαβε μια εποχή όπου ναι μεν οι διαχωριστικές γραμμές ήταν λεπτές, οι οριοθετήσεις όμως παρέμεναν ευδιάκριτες. Για κάθε κυρίαρχη αναπαράσταση υπήρχε και η γκροτέσκα αντιστροφή της. Ως τέτοια αντιστροφή λειτούργησε. Αντί για στιβαρά σακάκια, ένα γαριασμένο πουκάμισο. Αντί για τη λάμψη ενός ρόλεξ, ένα θαμπό ποτήρι του φραπέ. Αντί για ένα φαραωνικό τηλεοπτικό στούντιο, κάτι τηλεοπτικές τρώγλες τοπικής εμβέλειας. Αντί για πολιτικό γραφείο σε κτήριο με την επιγραφή Babis Vovos, η Χαλκοκονδύλη 9 -το δικό του Άβαλον.
Πέρασε μια πολυετή εξορία στη διάρκεια της οποίας επέζησε ως γκράφιτι και ως meme. Παραμένει άγνωστο αν αυτή η αναπλαισίωση συνέβαινε ερήμην του, όπως άγνωστο είναι αν είναι πράγματι ο ίδιος σε εκείνο το προ δεκαετίας viral βίντεο όπου τον έδειχνε να γράφει με σπρέι «Ένωση κεντρώων» σε έναν τοίχο.
Όχι τυχαία, βρήκε το δρόμο του προς το κοινοβούλιο όταν πια είχε ρευστοποιηθεί το πολιτικό πεδίο. Κυρίαρχα κόμματα είχαν εξαϋλωθεί, άλλα πάλευαν με τις αντιφάσεις τους και άλλα έλεγαν όσα έλεγε κι εκείνος.
Αν και θα τον θυμόμαστε πάντα για το περιεχόμενο και ο ίδιος γοητευόταν από αυτό, ήταν πεπεισμένος ότι η ενασχόληση με τα κοινά μπορούσε να έχει ουσιαστικό αντίκτυπο. Ριχνόταν στην πολιτική αρένα και υπέφερε.
Αυτόκλητα και εκ των προτέρων δικαιωμένος, γνώστης μιας κρυμμένης αλήθειας, μόνος εναντίον όλων -όχι κάτι διαφορετικό από τον σημερινό μέσο χρήστη του Facebook.





