Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Η μετάφραση του Κόρμακ Μακάρθι αποτελεί ανέκαθεν μια ιδιαιτέρως απαιτητική δοκιμασία, καθώς ο Αμερικανός συγγραφέας, που έφυγε από τη ζωή το 2023 σε ηλικία 89 ετών, χειρίζεται τη γλώσσα με έναν δικό του, ιδιαίτερο τρόπο. Επιλέγει λέξεις με παλιομοδίτικη σημασία, προχωρά σε απροσδόκητους συνδυασμούς και συχνά πλάθει ολοκαίνουργιους όρους. Υπάρχουν ολόκληρες σελίδες στο διαδίκτυο αφιερωμένες αποκλειστικά στο λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας και που δεν συναντάται πουθενά αλλού.

Στο «Σάτρι» (1979), που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση του Γιώργου Κυριαζή, γίνεται άμεσα αντιληπτό ότι ο Μακάρθι επενδύει έντονα σε αυτά τα στοιχεία και ξεκινά μια συνειδητή προσπάθεια να καθιερωθεί ως ένας σπουδαίος δημιουργός. Πρόκειται για το πρώτο του βιβλίο με τόσο ώριμη, πλούσια και περίπλοκη γλώσσα, αν και είχαν προηγηθεί, κατά σειρά, το «The Orchard Keeper» (1965), το «Outer Dark» (1968) και το «Child of God» (1973) – το «Τέκνο του Θεού» κυκλοφορεί επίσης από τις εκδόσεις Gutenberg.

⋅ Κόρμακ Μακάρθι: Ένας σύγχρονος γίγαντας των αμερικανικών γραμμάτων

Όπως λέει στο «Βήμα» ο Γιώργος Κυριαζής, είναι εμφανές ότι ο Μακάρθι «ακονίζει τα μαχαίρια του» στο «Σάτρι» προκειμένου να γράψει αργότερα τον «Αιματοβαμμένο Μεσημβρινό» (εκδόσεις Gutenberg), το καλύτερο, ίσως, βιβλίο του και σίγουρα το πιο γνωστό. Η γραφή του εδώ είναι εξαιρετικά «πηχτή», προκαλώντας στον αναγνώστη ένα αρχικό σοκ. Οι πρώτες σελίδες, γραμμένες με πλάγια γράμματα, θυμίζουν ένα χαοτικό παραλήρημα που κινδυνεύει να σε πνίξει, αν δεν καταφέρεις να το δαμάσεις. Αν όμως ο αναγνώστης αφεθεί σε αυτό το «χέρι» που τον αρπάζει στην αρχή, το υπόλοιπο βιβλίο κυλάει απρόσκοπτα.

Ο μεταφραστής του «Σάτρι», Γιώργος Κυριαζής.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου: Στις όχθες του ποταμού Τενεσί, ο Κορνίλιους Σάτρι ζει αποκομμένος από τον κόσμο: ψαράς, περιπλανώμενος, απόκληρος, μάρτυρας μιας Αμερικής που σαπίζει και τραγουδά. Ανάμεσα σε μεθυσμένους, απατεώνες, αγίους της λάσπης και φίλους που χάνονται, δεν αναζητά τη λύτρωση αλλά μια αλήθεια αρκετά σκληρή για να την αντέξει. Το πιο πληθωρικό, αλλά και βαθιά ανθρώπινο μυθιστόρημα του Κόρμακ Μακάρθι: ένας γλωσσικός ποταμός με λεπτό, σκοτεινό χιούμορ, όπου η φτώχεια γίνεται έπος, ενώ η μοναξιά, η ενοχή αλλά και μια παράξενη τρυφερότητα αποκτούν πρόσωπο. Ένα συγκλονιστικό ταξίδι στην άγρια καρδιά της απώλειας και της ζωής. Ένα βιβλίο που δεν διαβάζεται απλώς: σε στοιχειώνει.

Σκηνές βγαλμένες από τη ζωή

Σάτρι

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του έργου είναι ότι ο Μακάρθι – όπως και στα περισσότερα βιβλία του – δεν φαίνεται να δίνει πρωτεύουσα σημασία στην παραδοσιακή πλοκή. Ο Γιώργος Κυριαζής συμφωνεί με αυτή τη διαπίστωση, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για μια γενικότερη τάση της αμερικανικής λογοτεχνίας εκείνης της περιόδου. «Δεν υπάρχει ένας δρόμος συγκεκριμένος, ότι θα ξεκινήσει από κάπου και θα καταλήξει κάπου. Αυτό που συμβαίνει μέσα στο κείμενο, μέσα στη γλώσσα, είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο». Στο «Σάτρι», οι χαρακτήρες κινούνται και συναντιούνται, όμως η σχέση τους τελικά «δεν πάει κάπου ουσιαστικά». Απλώς παρατίθενται σκηνές βγαλμένες από τη ζωή.

Το σκηνικό μεταφέρει το αναγνωστικό κοινό στο Νόξβιλ του Τενεσί κατά τη δεκαετία του ’50, με τον πρωταγωνιστή, Κορνίλιους Σάτρι, να έχει απαρνηθεί την «κανονική» του ζωή για να ζήσει σε μια καλύβα, ψαρεύοντας σε έναν βρόμικο ποταμό. Μπορεί ο σημερινός αναγνώστης να συνδεθεί με έναν τόσο ξένο κόσμο; Σύμφωνα με τον Γιώργο Κυριαζή, ναι, καθώς «η φτώχεια είναι διαχρονική».

Όπως εξηγεί ο μεταφραστής, μπορεί τα ξύλινα σπίτια του Τενεσί να φαντάζουν μακρινά, αλλά οι εικόνες με τους παρίες, τους φτωχούς, τους ζητιάνους και τους περιθωριοποιημένους ανθρώπους παραμένουν οικείες. Ακόμη και η σκηνή όπου ο Σάτρι περνά από τη λαϊκή αγορά της πόλης κουβαλά μια αναγνωρίσιμη ατμόσφαιρα, την οποία συναντά κανείς αν ξεφύγει από τις πλούσιες περιοχές και περπατήσει σε λαϊκές συνοικίες ή στην επαρχία. Παράλληλα, ο Γιώργος Κυριαζής εξάρει την κινηματογραφική, σχεδόν «μονοκάμερη» περιγραφικότητα του Μακάρθι, την οποία θα συναντήσουμε στο αμέσως επόμενο βιβλίο του, τον «Αιματοβαμμένο Μεσημβρινό». Η κύρια διαφορά μεταξύ των δύο βιβλίων, ωστόσο, έγκειται στη θεματολογία, αλλά και στο πιο βιβλικό ύφος που υιοθετεί ο συγγραφέας στο έπος του 1985.

Ο πιο ανθρώπινος Μακάρθι

Μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις του βιβλίου είναι αναμφίβολα το χιούμορ του, με τον Γιώργο Κυριαζή – ο οποίος έχει μεταφράσει επίσης τα μυθιστορήματα «Επιβάτης», «Stella Maris», «Αιματοβαμμένος Μεσημβρινός» και «Ο Δρόμος» – να επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για τον πιο αστείο Μακάρθι που έχει συναντήσει μέχρι τώρα. «Έχει αστείες σκηνές, θα μπορούσε να γίνει μια παλαβή ταινία επιπέδου αδελφών Κοέν», αναφέρει, ξεχωρίζοντας την αναπάντεχη, γκροτέσκα σκηνή με τα καρπούζια που θα διαβάσει κανείς στην αρχή του βιβλίου.

Για τον Γιώργο Κυριαζή, στο «Σάτρι» – που θεωρείται και το πιο αυτοβιογραφικό έργο του -, όπως και στον «Επιβάτη», συναντάμε τον πιο ανθρώπινο Μακάρθι. Κι αυτό γιατί, παρά τις εμφανείς επιρροές από τον Τζέιμς Τζόις ή τον Γουίλιαμ Φόκνερ, δεν εστιάζει αποκλειστικά στον ζόφο, αλλά επεκτείνεται σε όλο το εύρος της ανθρώπινης εμπειρίας. Κυρίως, όμως, εστιάζει στην άρνηση της κανονικότητας, στο «ότι η “κανονική ζωή” δεν λέει τίποτα, δεν έχει βάθος. Ο Σάτρι δείχνει να ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους που ζούνε ξεκομμένοι. Η ζωή είναι αλλού, είναι μια αναζήτηση για κάτι βαθύτερο».

⋅ Γουίλιαμ Φόκνερ: Φύλο, τάξη, ρατσισμός στο αριστουργηματικό «Φως τον Αύγουστο»

Σχετικά με την αίσθηση που του άφησε το βιβλίο μόλις ολοκλήρωσε τη μεταφραστική διαδικασία, ο Γιώργος Κυριαζής κάνει λόγο για μια γλυκόπικρη γεύση τρυφερότητας: «Στον “Δρόμο” υπάρχει από πίσω η σκιά της καταστροφής που σε βαραίνει, ενώ εδώ βλέπεις ότι οι άνθρωποι προσπαθούν να ζήσουν. Η καθημερινότητά τους είναι ένα οικείο πράγμα και βλέπεις ότι υπάρχει αυτή η αγάπη για τη ζωή τελικά».

Στο πλαίσιο του σύγχρονου ψηφιακού τοπίου του 2026, όπου η διάσπαση προσοχής κυριαρχεί λόγω των σύντομων βίντεο, των tweets και της ευκολίας που προσφέρει η τεχνητή νοημοσύνη, τίθεται το ερώτημα αν ένα τέτοιο γλωσσικό «τέρας» 775 σελίδων μπορεί να βρει το κοινό του. Ο Γιώργος Κυριαζής εμφανίζεται αισιόδοξος, βλέποντας στην καλή λογοτεχνία μια μορφή αντίστασης: «Παιδεύουμε λιγότερο το μυαλό μας απ’ ό,τι παλιότερα. Αλλά έχω τη γνώμη ότι θα υπάρξει εστία αντίστασης, ένα κύμα προς την αντίθετη κατεύθυνση».

Οι αναγνώστες, ιδίως αυτοί που διαβάζουν φανατικά έναν συγγραφέα, τείνουν να δημιουργούν μια πυραμίδα στο μυαλό τους, κατατάσσοντας τα βιβλία του από το σημαντικότερο στα λιγότερο σημαντικά ή, αν θέλετε, στα λιγότερο πλούσια. Πού βρίσκεται το «Σάτρι» σύμφωνα με τον Γιώργο Κυριαζή; «Νομίζω βρίσκεται πολύ ψηλά. Γλωσσικά είναι πολύ, πολύ γερό βιβλίο. Όπως ήδη είπαμε, φαίνεται ότι ακονίζει τα μαχαίρια του για να γράψει τον “Αιματοβαμμένο Μεσημβρινό”. Αυτό φαίνεται στον πλούτο του βιβλίου. Και ας μην φαίνεται στη θεματολογία του».