Το παζάρι μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν έχει αρχίσει αλλά ουδείς γνωρίζει πότε και πως θα τελειώσει. Πολλά θα μπορούσαν να συμβούν στον Κόλπο, στη Μέση Ανατολή και στις ΗΠΑ στις επτά εβδομάδες που απομένουν ώστε να επιτευχθεί μια συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης για τον τερματισμό του πολέμου και τη διευθέτηση της σύγκρουσης. Δεν μπορεί να αποκλειστεί μια αναζωπύρωση από τυχόν κατάρρευση των συνομιλιών, από μια δυναμική αντίδραση του Ισραήλ, από προβοκάτσια, από «παρεξήγηση» ή ακόμα και από ένα τυχαίο γεγονός. Πάντως, καμία από τις δυο πλευρές δε φαίνεται αυτή τη στιγμή διατεθειμένη για περαιτέρω κλιμάκωση αν και το μέτωπο του Λιβάνου παραμένει ανοιχτό.
Η προθεσμία που θέτει το Μνημόνιο το οποίο συνυπέγραψαν οι πρόεδροι Τραμπ και Πεζεσκιάν λήγει στις 21 Αυγούστου, δυόμιση μήνες πριν από τις εκλογές στην Αμερική για την ανανέωση του Κογκρέσου. Εφόσον ο πρόεδρος Τραμπ έβαλε φρένο στην επίθεση αναλογιζόμενος το οικονομικό και πολιτικό κόστος για τις ΗΠΑ, για το κόμμα του και για τον ίδιο, θεωρείται μάλλον απίθανο ότι θα την επαναλάβει όταν οι εκλογές για το Κογκρέσο θα είναι πιο κοντά και το ρίσκο ακόμα μεγαλύτερο.
Τα περιθώρια ελιγμών του Τραμπ στένεψαν περισσότερο μετά από το προχθεσινό ιστορικό ψήφισμα της Γερουσίας για τον τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων εναντίον του Ιράν. Με 50 ψήφους υπέρ έναντι 48 κατά, η Γερουσία υιοθέτησε την πρόταση που είχε εγκρίνει στις αρχές του μήνα η Βουλή των Αντιπροσώπων (με 215 ψήφους έναντι 208). Η οριακή κυβερνητική πλειοψηφία και στα δύο σώματα του Κογκρέσου ανετράπη όταν μικρός αλλά κρίσιμος αριθμός Ρεπουμπλικανών βουλευτών και γερουσιαστών τάχθηκαν εναντίον της πολιτικής του Τραμπ. «Τώρα που έχω στριμώξει το Ιράν στη γωνία θέλουν να μου δέσουν τα χέρια» ισχυρίστηκε ο Αμερικανός πρόεδρος κατηγορώντας τους Ρεπουμπλικανούς «αντάρτες» και τους Δημοκρατικούς αντιπάλους του ότι βλάπτουν το εθνικό συμφέρον.
Στην πράξη, αυτά τα ψηφίσματα δεν μπορούν να ανατρέψουν άμεσα την κυβερνητική πολιτική. Ο πρόεδρος Τραμπ διατηρεί το δικαίωμα αρνησικυρίας ενώ για να ξεπεραστεί το προεδρικό βέτο θα πρέπει να διεξαχθούν νέες ψηφοφορίες στα δυο Σώματα και να εξασφαλιστούν πλειοψηφίες δύο τρίτων στο καθένα, κάτι που θεωρείται αδύνατο με βάση τη σημερινή σύνθεση τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας.
Όμως το πολιτικό μήνυμα από τις ψηφοφορίες στο Κογκρέσο ήταν σαφές και φανερώνει τον διχασμό που έχει προκαλέσει στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος η αμερικανο-ισραηλινή επίθεση εναντίον του Ιράν, η οποία εκδηλώθηκε στις 28 Φεβρουαρίου. Τα μεγάλα λόγια των Τραμπ και Νετανιάχου διαψεύσθηκαν, το καθεστώς της Τεχεράνης παρά τις απώλειες άντεξε και τώρα διαπραγματεύεται με την Ουάσιγκτον τα ανταλλάγματα προκειμένου να βάλει τέλος στις πυρηνικές φιλοδοξίες του. Στις δημοσκοπήσεις δυο στους τρεις Αμερικανούς τάσσονται εναντίον του πολέμου στο Ιράν.
Τυπικά, βάσει του αμερικανικού Συντάγματος, μόνο το Κογκρέσο έχει τη δικαιοδοσία να κηρύξει πόλεμο, όμως ο κανόνας καταστρατηγείται επί δεκαετίες. Η αμερικανική νομοθεσία επιτρέπει μεν στον πρόεδρο της χώρας να διατάσσει εχθροπραξίες σε εξαιρετικές περιπτώσεις όμως προβλέπει επίσης ότι ο πρόεδρος θα πρέπει να ζητήσει και να λάβει έγκριση από το Κογκρέσο εντός 60 ημερών ενώ προβλέπει παράταση ακόμα ενός μηνός για λόγους εθνικής ασφαλείας (συνολικά 90 ημέρες).
Ο Λευκός Οίκος θεωρεί ότι με την κατάπαυση του πυρός που τέθηκε σε ισχύ στις 7 Απριλίου, το χρονόμετρο μηδενίστηκε καθώς δεν γίνονται τυπικά εχθροπραξίες από τις οποίες θα πρέπει να αποσυρθούν τα αμερικανικά στρατεύματα. Βέβαια, στην πράξη, περισσότεροι από 50.000 Αμερικανοί στρατιώτες βρίσκονται σε επιχειρησιακή ετοιμότητα στην ευρύτερη περιοχή του Κόλπου. Τα αμερικανικά στρατεύματα, η αεροπορία και η αρμάδα θα παραμείνουν σε αυτή την κατάσταση τουλάχιστον μέχρι τα τέλη Αυγούστου οπότε εκπνέει η προθεσμία του Μνημονίου ΗΠΑ-Ιράν ενώ είναι άγνωστο τι θα ακολουθήσει.
Εν τω μεταξύ, ο λογαριασμός για τον πόλεμο διαρκώς μεγαλώνει. Την ίδια ημέρα που έγινε η ψηφοφορία στη Γερουσία, το Πεντάγωνο ζήτησε από το Κογκρέσο επιπλέον χρηματοδότηση ύψους 80 δισεκατομμυρίων δολαρίων, κυρίως για την κάλυψη των πολεμικών δαπανών στο Ιράν. Το ποσό αυτό προστίθεται στις εξωφρενικές δαπάνες ύψους 1,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων που προβλέπει το σχέδιο προϋπολογισμού της κυβέρνησης Τραμπ για το 2027. Η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών κατά 44% σε σχέση με το προηγούμενο έτος συνοδεύεται από τη μείωση των «μη αμυντικών προγραμμάτων» κατά 10%.
«Τώρα πολεμάμε, δεν μπορούμε να ασχολούμαστε με τη φροντίδα υγείας, τα (προγράμματα) Medicaid, Medicare και όλα αυτά τα πράγματα που μπορούν να γίνουν σε επίπεδο πολιτειών, όχι σε ομοσπονδιακό επίπεδο» φέρεται ότι δήλωσε ο Τραμπ στις αρχές Απριλίου, όταν ο πόλεμος στο Ιράν βρισκόταν στην πέμπτη εβδομάδα. Οι κάλπες της 3ης Νοεμβρίου για το Κογκρέσο θα γίνουν στη σκιά του πολέμου και της διαπραγμάτευσης με το Ιράν αλλά θα κριθούν από τις επιπτώσεις στην καθημερινότητα των Αμερικανών.





