Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Είναι τόσο μα τόσο άδικο που τον Ιούνιο του 1996, την ημέρα που η Ελλάδα κήδευε τον Ανδρέα Παπανδρέου, δεν υπήρχαν ακόμα smartphones και κατ’ επέκταση selfies.

Σκεφτείτε τι θα συνέβαινε σε ένα μέσο ελληνικό σοσιαλμιντιακό feed ανήμερα της επετείου των 30 χρόνων από τον θάνατο του ανθρώπου που εγγράφηκε στο συλλογικό ασυνείδητο της χώρας ως αρχέτυπο του χαρισματικού ηγέτη.

Στις 23 Ιουνίου του 1996, η Ελλάδα δεν αποχαιρέτησε απλώς έναν πολιτικό άνδρα που σφράγισε με τις αποφάσεις του τη ρότα που η χώρα ακολούθησε τις επόμενες δεκαετίες – και στην οποία πιθανότατα βαδίζει έως σήμερα.

Απέτισε φόρο τιμής και ύστατο χαίρε στον αρχιτέκτονα μιας κοσμοθεωρίας, στον διαμορφωτή ενός αισθητικού ρεύματος, στον δημιουργό ενός πολιτικού και κοινωνικού σύμπαντος που συμπυκνώθηκε πολλά χρόνια αργότερα, με τρόπο σχεδόν μυθικό, στη θρυλική ατάκα από την τηλεοπτική σειρά «Η τούρτα της μαμάς»: «ΠαΣοΚ, ωραία χρόνια».

Γι’ αυτό και η ιστορική αποτίμηση του Ανδρέα Παπανδρέου και της εποχής του θα ήταν αν μη τι άλλο ελλιπής αν περιοριζόταν στα στενά όρια της οικονομίας ή της πολιτικής.

Το πιο βαθύ, ανεξίτηλο και ίσως το πιο παρεξηγημένο αποτύπωμα εκείνης της περιόδου δε γράφτηκε στα κυβερνητικά ΦΕΚ, αλλά εντυπώθηκε στα άυλα κιτάπια της ποπ κουλτούρας.

Η δεκαετία του ’80 και η ιλιγγιώδης μετάβαση στα 90s επέβαλαν μια ριζική, σχεδόν βίαιη μεταμόρφωση στον τρόπο που η ελληνική κοινωνία ντυνόταν, ερωτευόταν, διασκέδαζε και, κυρίως, κατανάλωνε. Ήταν η εποχή που και τα τελευταία θραύσματα καθωσπρεπισμού και συντήρησης άφηναν τον επιθανάτιο ρόγχο τους κάτω από το βάρος μιας άνευ προηγουμένου εξωστρέφειας και ενός καταναλωτισμού χωρίς προηγούμενο.

Δια χειρός Ανδρέα: Το στιλιστικό μανιφέστο της εξουσίας

Πριν από τις πολιτικές τομές και τις κοινωνικές παρεμβάσεις, η πρώτη ρήξη που έκανε με τρόπο όχι απλώς εμφατικό αλλά εκκωφαντικό ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν σημειολογική. Εκφράστηκε μέσα από τον ενδυματολογικό του κώδικα, που παραμένει έως σήμερα παροιμιώδης και αναντίρρητα εμβληματικός.

Η εικόνα του απόμακρου, αυστηρού και ατσαλάκωτου πολιτικού με το τρίπτυχο «σκούρο κοστούμι, λευκό πουκάμισο, γραβάτα» αποδομήθηκε εν μία νυκτί — ή μάλλον έγινε σπονδή στον βωμό ενός νέου στιλιστικού φετίχ: του ζιβάγκο.

Ειδικά στις πράσινες αποχρώσεις του, το ζιβάγκο μετατράπηκε στο απόλυτο sartorial μανιφέστο της νέας εξουσίας, διακηρύσσοντας αθόρυβα αλλά εμφατικά πως το κράτος πλέον ταυτιζόταν με τον λαό.

Με πυλώνα το ζιβάγκο χτίστηκε μια ολόκληρη τυπολογία. Το πυκνό, αγέρωχο μουστάκι της δεκαετίας του ’80 δεν ήταν απλώς μια αισθητική επιλογή. Έγινε απόδειξη γνήσιας λαϊκότητας, αδιαπραγμάτευτης αρρενωπότητας και, βέβαια, κομματικής αφοσίωσης και εγρήγορσης.

Παράλληλα, τα μπουφάν σαφάρι και τα ξεκούμπωτα πουκάμισα που αποκάλυπταν συχνά βαριές χρυσές καδένες — εάν το δασύτριχο στέρνο το επέτρεπε — αντικατέστησαν τις γραβάτες, εκπέμποντας το μήνυμα πως η εξουσία όχι μόνο μπορούσε αλλά όφειλε να δείχνει χαλαρή, προσιτή, απροσποίητη.

Παραδόξως, ακριβώς αυτά τα αισθητικά σύμβολα ρήξης ήταν που αποτέλεσαν λίγα χρόνια αργότερα τον απαράβατο καθεστωτικό κώδικα της εποχής. Αντιγράφηκαν μαζικά από συνδικαλιστές, υιοθετήθηκαν από «κλαδικά» στελέχη, αποθεώθηκαν από «βαμμένους» ψηφοφόρους και δημιούργησαν τελικά μια νέα, αρραγή ομοιογένεια.

Τα Carmina στην πίστα

Η πασοκική αισθητική εξαπλώθηκε με ταχύτητα και αποτελεσματικότητα παιδικής ασθένειας σε τάξη δημοτικού σχολείου και στη μουσική. Βρίσκοντας μια ασταθή ισορροπία ανάμεσα στην επική έξαρση και τη λαϊκή κάθαρση.

Τα Carmina Burana του Carl Orff δονούσαν τον αέρα στις αχανείς, πολυπληθείς προεκλογικές συγκεντρώσεις, κάνοντας ακόμα και μικρά παιδιά (ο θεσμός της baby sitter της γειτονιάς έμοιαζε ουτοπικός ακόμα και για τον αγνό παρθένο σοσιαλισμό) να αναριγούν από δέος. Η πολιτική διαδικασία αποκτούσε πια μια σχεδόν μεσσιανική διάσταση. Ήταν ένα νέο λαϊκό υπερθέαμα.

Όταν όμως τα φώτα των συγκεντρώσεων έσβηναν, οι ύμνοι του Carl Orff παρέδιδαν τη σκυτάλη στα best of της Ρίτας Σακελλαρίου.

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70, τα «σκυλάδικα» αποτελούσαν χώρους οριακά περιθωριακούς, ταυτισμένους με την ταξική παρακμή. Η δεκαετία του ’80 τα τράβηξε από το ημίφως, τα γυάλισε και τα τοποθέτησε στο κέντρο της κοινωνικής ζωής.

Η δημόσια παρουσία κορυφαίων υπουργών στα πρώτα τραπέζια λειτούργησε ως το καλύτερο θεσμικό συγχωροχάρτι. Το σκυλάδικο αποενοχοποιήθηκε πλήρως και οι κανόνες του άλλαξαν θεαματικά.

Το κρασί και η ρετσίνα αντικαταστάθηκαν από τα premium μπουκάλια ουίσκι, μετατρέποντας την κατανάλωση εισαγόμενου αλκοόλ σε δείκτη κοινωνικής ανόδου.

Ομοίως, ο λουλουδοπόλεμος εξελίχθηκε σε καπιταλιστικό άθλημα, με τα πανέρια να σχηματίζουν βουνά στα πόδια των τραγουδιστών, ενώ το σπάσιμο των πιάτων καθιερώθηκε ως μια θορυβώδης δήλωση πως «λεφτά υπάρχουν», δεκαετίες πριν η φράση αποκτήσει επίσημη πολιτική χρήση – κατά τραγική ειρωνεία από τον πρωτότοκο υιό του Ανδρέα Παπανδρέου.

Η απενοχοποίηση του κιτς

Η εισροή των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων και αργότερα των Πακέτων Ντελόρ δημιούργησε μια πρωτοφανή ρευστότητα. Μια νέα μεσαία τάξη αναδύθηκε με ταχύτατους ρυθμούς, διαθέτοντας πακτωλό χρημάτων αλλά όχι τον απαιτούμενο χρόνο για να «εκπαιδεύσει» τα αισθητικά της κριτήρια.

Η κοινωνική κινητικότητα εκφράστηκε μέσα από μαξιμαλισμό, επαναπροσδιορίζοντας την έννοια της «φτήνιας» που δεν αφορούσε πια την τιμή των υλικών, αλλά την πρόθεση και την απουσία μέτρου. Ήταν η βαθιά και έως τότε ανομολόγητη ανάγκη μιας ολόκληρης κοινωνίας να φωνάξει τη νέα της οικονομική κατάσταση, την οποία θεώρησε καλή ιδέα να αποτυπώσει σε δρόμους και σε σπίτια.

Ημιτελή γιαπιά στις παρυφές των πόλεων ή αυθαίρετα εξοχικά στην επαρχία άρχισαν να διακοσμούνται με αρχαιοελληνικούς κίονες και μαρμάρινα λιοντάρια στις εξώπορτες, σε μια μεταμοντέρνα σύζευξη του χρυσού αιώνα του Περικλή με το μπετόν αρμέ.

Αλλά και στη μόδα, η υπερβολή έγινε ο κανόνας. Οι ώμοι φάρδυναν με τεράστιες βάτες για να αποπνέουν δυναμισμό, τα ρούχα γέμισαν λαμέ στοιχεία, τα κοσμήματα έγιναν πιο βαριά και η λακ στα μαλλιά αναμετρήθηκε με τη βαρύτητα.

Παράλληλα, το «σύνδρομο του αυτοκινήτου» κυρίευσε τη χώρα. Τα μεγάλα, πολυτελή γερμανικά οχήματα, συχνά εξοπλισμένα με τα πρώτα ογκώδη τηλέφωνα αυτοκινήτου, κατέκλυσαν τους στενούς, κακοστρωμένους δρόμους των ελληνικών πόλεων, λειτουργώντας ως το υπέρτατο status symbol.

Όταν η μαγεία του σοσιαλισμού συνάντησε το lifestyle του σουρεαλισμού

Καθώς η δεκαετία του ’80 έδινε σταδιακά τη θέση της στα 90s, το παραδοσιακό πολιτικό καφενείο άρχισε να αντικαθίσταται από το μαζικό clubbing. Η έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης και η γέννηση των ιλουστρασιόν περιοδικών βρήκαν το έδαφος απόλυτα προετοιμασμένο.

Το ΠαΣοΚ είχε ήδη φροντίσει, με τρόπο αυθόρμητο αλλά σαρωτικό, να απενοχοποιήσει την ηδονή, την κατανάλωση και την επίδειξη. Τα περιοδικά της δεκαετίας του ’90 απλώς πήραν την αισθητική των κλαδικών οργανώσεων και των μεγάλων μπουζουξίδικων, της έβαλαν ένα γυαλιστερό φίλτρο, την έκαναν πιο ελκυστική και την ονόμασαν «lifestyle».

Τριάντα χρόνια μετά από εκείνον τον Ιούνιο, η πασοκική αισθητική ζει μια δεύτερη νεότητα, συχνά ως διαδικτυακό ρετρό meme στα κοινωνικά δίκτυα. Ωστόσο, κάτω από τα χιουμοριστικά βίντεο και τις νοσταλγικές φωτογραφίες, κρύβεται μάλλον κάτι πιο σύνθετο.

Η απενοχοποίηση της υπερβολής και του νεοπλουτισμού δεν ήταν απλώς ένα στιλιστικό ατύχημα. Ήταν η οπτική γλώσσα μιας γενιάς που, αφήνοντας οριστικά πίσω της τη στέρηση, αποφάσισε να διεκδικήσει – έστω και χοντροκομμένα – την ορατότητά της, να διατρανώσει τη νέα της θέση και να την επιδείξει με όποιο μέσο διέθετε.

Και αυτό, όσο «φτηνό» ή υπερβολικό κι αν μοιάζει σήμερα, δεν παύει να αποτελεί μια συγκλονιστικά αυθεντική στιγμή της νεοελληνικής ιστορίας.

Πώς εξακολουθεί να το λέει ο θυμόσοφος λαός 30 χρόνια μετά τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου; Μπορείς να βγάλεις τον άνθρωπο από το ΠαΣοΚ αλλά όχι το ΠαΣοΚ από τον άνθρωπο.