Βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις είναι η αιτία θανάτου της 45χρονης Σταυρούλας Λεβεντάκη, σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση.
Στην κατάθεσή του, ο 43χρονος παραδέχθηκε ότι έδεσε, φίμωσε, μαχαίρωσε και χτύπησε μέχρι θανάτου τη Σταυρούλα Λεβεντάκη μέσα στο σπίτι που του είχε νοικιάσει. Στη συνέχεια, όπως είπε, έκανε ανάληψη χρημάτων από ΑΤΜ για να δημιουργήσει την εντύπωση ληστείας. Ο δράστης ισχυρίστηκε πως το έγκλημα είχε ερωτικό υπόβαθρο, κάτι που ωστόσο δεν επιβεβαιώνεται από την αστυνομική έρευνα. Όλα τα στοιχεία δείχνουν πως η αφορμή ήταν διαφορετική από αυτή που ο ίδιος περιέγραψε.
Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι όλα έγιναν νωρίς το απόγευμα της 30ης Μαΐου, όταν η 45χρονη πήγε στο σπίτι του για να επιθεωρήσει τυχόν ζημιές και την κατάσταση του ακινήτου, όπως συχνά έπραττε, και εκεί ύστερα από κάποιες παρατηρήσεις που του έκανε αυτός θύμωσε και τσακώθηκαν.
Ο δράστης ανέφερε πως στο παρελθόν είχαν μία περιστασιακή ερωτική επαφή και κάποια στιγμή εκείνη πάνω στο τσακωμό για το σπίτι τον προσέγγισε ερωτικά, εκείνος αρνήθηκε και άρχισε να τον εκβιάζει. Τότε, όπως είπε, εκείνη άρπαξε ένα μπουκάλι και πήγε να τον χτυπήσει, της το πήρε και την χτύπησε εκείνος, με αποτέλεσμα να πέσει στο πάτωμα και να χτυπήσει και εκεί το κεφάλι της. Αυτοί είναι ισχυρισμοί βέβαια που οι Αρχές δεν τις πιστεύουν απόλυτα.
Στη συνέχεια για να μην ακούγονται οι φωνές της, την φίμωσε με μονωτική ταινία και -όπως είπε- πήγε στην κουζίνα. Τότε η γυναίκα συνήλθε και άρχισε πάλι να φωνάζει, πήρε ένα κουζινομάχαιρο και την έπληξε με αυτό δύο φορές στον θώρακα. Θεωρώντας ότι είχε ήδη πεθάνει όπως είπε, πήρε το μαχαίρι και το έπλυνε στην κουζίνα, μέχρι που την άκουσε και πάλι να προσπαθεί να καλέσει σε βοήθεια και τότε άρπαξε ένα κούτσουρο και την αποτελείωσε χτυπώντας την ξανά στο κεφάλι.
Ακολούθως, αφαίρεσε από την νεκρή πλέον Σταυρούλα Λεβεντάκη τις κάρτες της, στις οποίες ήταν γραμμένο πάνω το pin και πήγε δύο φορές και έκανε ανάληψη για να φανεί είτε σαν ληστεία είτε ότι υπήρχε κίνηση στον λογαριασμό της. Η πρώτη φορά ήταν μετά το έγκλημα. Ύστερα επέστρεψε στο σπίτι, έδεσε με πλαστικά δεματικά τα άκρα της, την τύλιξε με σακούλες και καθάρισε το σπίτι.
Φρόντισε μάλιστα να πετάξει τα πάντα, μαχαίρι, μπουκάλι, ματωμένα ρούχα κλπ. και βγήκε ξανά έξω όπου έκανε δεύτερη ανάληψη και στη συνέχεια πέταξε τις κάρτες και το κινητό της και επέστρεψε στο σπίτι. Όπως είπε, έκανε χρήση χασίς και συνέχιζε να καθαρίζει και να σφουγγαρίζει. Το ξημέρωμα πλέον φόρτωσε το άψυχο σώμα της στο βανάκι του και πήγε στο χωράφι του όπου έσκαψε έναν λάκκο και την έθαψε.
Πώς η ΕΛΑΣ ξετύλιξε το κουβάρι της υπόθεσης
Τα αποτελέσματα της έρευνας που οδήγησαν στην διαλεύκανση της ανθρωποκτονίας της 45χρονης από το Βαρύπετρο Χανίων η οποία ήταν αγνοούμενη από την 30ή Μαΐου 2026, ανακοινώθηκαν σήμερα από την Αστυνομία.
Ο αστυνομικός διευθυντής Κρήτης, υποστράτηγος Γεώργιος Δούσης, συνεχάρη τον διευθυντή της Διεύθυνσης Αστυνομίας Χανίων, ταξίαρχο Κανέλλο Νικολάου, καθώς και τον διοικητή και τους αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Χανίων και σημείωσε: «Με επαγγελματισμό, μεθοδικότητα και υπομονή, εξιχνίασαν μια ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση εξαφάνισης, η οποία, όπως τελικά αποδείχθηκε, αποτελούσε εγκληματική πράξη. Ο επαγγελματισμός τους, η μακρά αστυνομική εμπειρία, η αξιοποίηση των σύγχρονων τεχνολογικών μέσων και της επιστημονικής γνώσης ήταν αυτά που οδήγησαν σε αυτό το αποτέλεσμα».
Ο αστυνομικός διευθυντής Κρήτης τόνισε ότι το μήνυμα είναι σαφές: «Κανένα έγκλημα δεν μένει χωρίς έρευνα. Κανένας δράστης δεν μπορεί να σταθεί πάνω από τον νόμο και τη δικαιοσύνη. Οι πολίτες των Χανίων και όλης της Κρήτης, μπορούν να αισθάνονται ασφαλείς και να εμπιστεύονται την Ελληνική Αστυνομία. Η προσπάθεια αυτή το αποδεικνύει έμπρακτα, και θα συνεχίσουμε με την ίδια αφοσίωση στο καθήκον μας απέναντι στην κοινωνία».
Σύμφωνα με τον διευθυντή Αστυνομίας Χανίων, ταξίαρχο Κανέλλο Νικολάου, ο οποίος παρουσίασε τα αποτελέσματα της έρευνας της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Χανίων, για την εξιχνίαση της ανθρωποκτονίας της 45χρονης Σταυρούλας Λεβεντάκη και την ταυτοποίηση του δράστη: «Πρόκειται για μία ιδιαίτερα σύνθετη και απαιτητική υπόθεση, καθώς η εξαφάνιση της γυναίκας δηλώθηκε στην Υπηρεσία μας στις 8 Ιουνίου 2026, ενώ από την έρευνα προέκυψε ότι τα ίχνη της είχαν χαθεί ήδη από τις 30 Μαΐου. Ουσιαστικά, οι αστυνομικές έρευνες ξεκίνησαν περίπου δέκα ημέρες μετά τον πραγματικό χρόνο εξαφάνισης, γεγονός που δημιούργησε αντικειμενικές δυσκολίες ως προς την ανεύρεση και διατήρηση κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων. Από την πρώτη στιγμή αναπτύχθηκε ένα ολοκληρωμένο επιχειρησιακό σχέδιο, με μοναδικό στόχο τη διακρίβωση της τύχης της αγνοούμενης και την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης».
Όπως εξήγησε, αρχικά πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες αναζητήσεις και συλλογή πληροφοριών από το οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό περιβάλλον της παθούσας. Παράλληλα, απευθύνθηκαν αιτήματα σε αεροπορικές και ακτοπλοϊκές εταιρείες, ενώ αξιοποιήθηκαν τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, ώστε να προσδιοριστούν οι τελευταίες επιβεβαιωμένες κινήσεις της.
Κατά την εξέλιξη της έρευνας, ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στην αξιολόγηση και διασταύρωση των μαρτυρικών καταθέσεων. Οι αστυνομικοί της υπηρεσίας προχώρησαν στη λεπτομερή ανασύνθεση του χρονολογίου των γεγονότων, εξετάζοντας κάθε πληροφορία και κάθε αναφερόμενη επαφή της παθούσας κατά τις τελευταίες ώρες πριν από την εξαφάνισή της.
Μέσα από αυτή τη συστηματική διαδικασία, άρχισαν να αναδεικνύονται ουσιώδεις αντιφάσεις και ανακολουθίες στους ισχυρισμούς προσώπου που είχε αποδεδειγμένα βρεθεί σε επαφή με το θύμα την ημέρα της εξαφάνισής της και το οποίο, σταδιακά, τέθηκε στο επίκεντρο των ερευνών ως πρόσωπο ιδιαίτερου αστυνομικού ενδιαφέροντος.
Παράλληλα, οι αστυνομικοί προχώρησαν στη συλλογή και ανάλυση μεγάλου όγκου βιντεοληπτικού υλικού από κάμερες ασφαλείας της ευρύτερης περιοχής. Η επεξεργασία των καταγραφών επέτρεψε την ακριβή ανασύνθεση κρίσιμων κινήσεων της παθούσας και του υπόπτου, επιβεβαιώνοντας την παρουσία της στην οικία του την ημέρα της εξαφάνισής της και αποκαλύπτοντας σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των πραγματικών δεδομένων και των ισχυρισμών που είχαν προβληθεί κατά τη διάρκεια της έρευνας.
Το καθοριστικό σημείο καμπής της έρευνας υπήρξε η εγκληματολογική διερεύνηση της οικίας στο Βαρύπετρο, όπου είχε μεταβεί η παθούσα λίγο πριν χαθούν τα ίχνη της.
Με τη συνδρομή εξειδικευμένου συνεργείου της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών πραγματοποιήθηκε ενδελεχής και εξονυχιστική εξερεύνηση τόσο της οικίας όσο και του οχήματος που χρησιμοποιούσε ο φερόμενος ως δράστης. Ειδικότερα, αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Διερεύνησης Εγκλημάτων και Εξέτασης Αποτυπωμάτων, αξιοποιώντας αρχικά ειδικές πηγές φωτισμού και στη συνέχεια εφαρμόζοντας εξειδικευμένες εγκληματολογικές μεθόδους ανίχνευσης βιολογικών ιχνών (bluestar), εντόπισαν κηλίδες αίματος σε διάφορα σημεία των εξεταζόμενων χώρων.
Τα ευρήματα συλλέχθηκαν σύμφωνα με τα προβλεπόμενα εγκληματολογικά πρωτόκολλα, διασφαλίστηκαν ως πειστήρια και υποβλήθηκαν σε εργαστηριακές εξετάσεις. Παράλληλα, συλλέχθηκαν δείγματα γενετικού υλικού από στενούς συγγενείς της αγνοούμενης, καθώς και από τον βασικό ύποπτο της υπόθεσης, προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι απαραίτητες συγκριτικές αναλύσεις.
Οι επιστημονικές εξετάσεις της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών απέδωσαν εξαιρετικά σημαντικά αποτελέσματα. Το γενετικό υλικό που απομονώθηκε από τις κηλίδες ταυτοποιήθηκε ως προερχόμενο από γυναίκα και, μέσω της συγκριτικής ανάλυσης με δείγματα των γονέων της αγνοούμενης, προέκυψε με εξαιρετικά υψηλό βαθμό βεβαιότητας ότι ανήκε στη Σταυρούλα Λεβεντάκη.
Η συνδυαστική αξιοποίηση των μαρτυρικών καταθέσεων, των τηλεπικοινωνιακών στοιχείων, των αποτελεσμάτων της εγκληματολογικής έρευνας, των εργαστηριακών αναλύσεων DNA και του βιντεοληπτικού υλικού, επέτρεψε στους αστυνομικούς να σχηματίσουν ένα πλήρες, συνεκτικό και απολύτως τεκμηριωμένο αποδεικτικό πλαίσιο.
Υπό το βάρος των αδιάσειστων στοιχείων που είχαν συγκεντρωθεί, ο κατηγορούμενος ομολόγησε την πράξη του και υπέδειξε στους αστυνομικούς το ακριβές σημείο όπου είχε μεταφέρει και θάψει τη γυναίκα, σε ιδιόκτητο αγροτεμάχιο σε περιοχή Βαθύλακκο των Χανίων.
Άμεσα οργανώθηκε επιχείρηση έρευνας στο συγκεκριμένο σημείο, παρουσία ιατροδικαστή και εξειδικευμένων συνεργείων. Κατά τις εργασίες εκταφής εντοπίστηκε η γυναίκα, θαμμένη στο έδαφος, τυλιγμένη σε διαδοχικές σακούλες και δεμένη με πλαστικούς σφιγκτήρες, επιβεβαιώνοντας πλήρως τα στοιχεία που είχαν συγκεντρωθεί κατά τη διάρκεια της προανάκρισης.
Σε βάρος του φερόμενου ως δράστη σχηματίστηκε δικογραφία για ανθρωποκτονία από πρόθεση, η οποία υποβλήθηκε σήμερα στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Χανίων, ώστε να ακολουθήσουν οι προβλεπόμενες δικαστικές διαδικασίες.
Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος κρατείται ήδη από τις βραδινές ώρες της Παρασκευής 19 Ιουνίου 2026, στο πλαίσιο άλλης ποινικής υπόθεσης που αφορά παράνομη καλλιέργεια φυτείας κάνναβης στην περιοχή Φουρνέ Χανίων, και έχει προγραμματιστεί να οδηγηθεί ενώπιον του αρμόδιου ανακριτή αύριο, Τρίτη 23 Ιουνίου.
Ο ταξίαρχος τόνισε πως: «Η εξιχνίαση ήταν αποτέλεσμα μιας πολυήμερης, μεθοδικής και επιστημονικά τεκμηριωμένης έρευνας, κατά την οποία οι αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Χανίων εργάστηκαν με επαγγελματισμό, υπομονή και επιμονή, αξιοποιώντας κάθε διαθέσιμο επιχειρησιακό και εγκληματολογικό μέσο. Η οργανωμένη αστυνομική έρευνα, η αξιοποίηση της επιστήμης και η συνεργασία εξειδικευμένων υπηρεσιών οδήγησαν στην αποκάλυψη της αλήθειας σε μια ιδιαίτερα δύσκολη και απαιτητική υπόθεση. Χάρη στη συντονισμένη προσπάθεια και τον επαγγελματισμό που επέδειξαν όλοι οι συνάδελφοι τόσο εδώ στην Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Χανίων όσο και στις Υπηρεσίες με τις οποίες αναπτύξαμε συνεργασία, καταφέραμε να δώσουμε απαντήσεις, να αποκαλύψουμε την αλήθεια και να οδηγήσουμε τον δράστη ενώπιον της Δικαιοσύνης».





