Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Στις δικαστικές εξελίξεις γύρω από την υπόθεση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, ο οποίος επέστρεψε στο σωφρονιστικό κατάστημα μετά την αναίρεση του βουλεύματος αποφυλάκισής του από τον Άρειο Πάγο, αναφέρθηκε η Αλεξία Μπακογιάννη. Η κόρη του δολοφονηθέντος από την τρομοκρατική οργάνωση Παύλου Μπακογιάννη, μίλησε στον ΑΝΤ1 για τις σκέψεις και τις αντιδράσεις των οικογενειών των θυμάτων.

Αναφερόμενη στην αρχική δικαστική απόφαση που επέτρεπε την έξοδο του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου από τη φυλακή, η κυρία Μπακογιάννη δήλωσε: «Αναρωτιόμουν αν υπάρχει αληθινός τρόπος να μεταφέρω την απελπισία ή την απόγνωση του να είναι κανείς στη δική μας θέση. Πώς να μεταφέρεις κανείς τα όνειρα που γεμίζουν αίματα ξανά μετά από πολλά χρόνια».

Στη συνέχεια της τοποθέτησής της, περιέγραψε τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι συγγενείς των θυμάτων, εστιάζοντας στον χαρακτήρα των ενεργειών της «17 Νοέμβρη»: «Είναι πάρα πολύ δύσκολο για εμάς. Αυτό που έχει νόημα να θυμηθούμε είναι ότι κάθε απότομος θάνατος είναι ένα μεγάλο δυστύχημα, στη δική μας περίπτωση, όμως, δεν ήταν ατύχημα αλλά κάποιοι άνθρωποι μαζεύτηκαν κάποια μέρα και ο αρχηγός όλων αυτών ήταν ο Γιωτόπουλος που αποφάσισε σαν σκοτεινός θεός ότι αυτός ο αδελφός, αυτός ο πατέρας, αυτός ο γιος, αυτός ο φίλος, θα πεθάνει σήμερα χωρίς να τον ξέρει, χωρίς να έχει τίποτα μαζί του, χωρίς να έχει προσωπικό θέμα απλά θα πεθάνει για να δημοσιοποιήσει τις απόψεις του».

Παράλληλα, πρόσθεσε: «Νομίζω ότι αυτή τη διάσταση την ξεχνάμε σε αυτή τη διαδικασία, ότι κάποιος ξυπνάει σήμερα και αποφασίζει κυνικά ότι κάποιος θα πεθάνει. Δεν τον σκότωσαν κατά λάθος, δεν έπεσε πάνω του ένα μηχανάκι».

«Ποια κοινωνία κάνει τα θύματα να είναι απόλυτα χαμένα;»

Κληθείσα να σχολιάσει τη δήλωση της μητέρας της, Ντόρας Μπακογιάννη, η οποία είχε αναφέρει «σκέφτηκα ότι δεν θα είναι πολύ ωραίο να συναντήσει τα παιδιά μου στον δρόμο», η Αλεξία Μπακογιάννη περιέγραψε το προσωπικό και κοινωνικό αδιέξοδο που δημιουργείται: «Να σας ρωτήσω κάτι; Περπατώ με τα παιδιά μου που είναι μικρά και βλέπω τον Κουφοντίνα που σκότωσε τον πατέρα μου και τον Γιωτόπουλο που έδωσε την εντολή. Εγώ τι πρέπει να κάνω; Ό,τι και να κάνω είναι λάθος. Αν δεν αντιδράσω δεν μπορώ να κοιτάξω τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Αν αντιδράσω είμαι απολύτως εν αδίκω, ό,τι και να κάνω είμαι απόλυτα χαμένη. Ποια κοινωνία κάνει τα θύματα να είναι απόλυτα χαμένα;»

Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στον τρόπο χρηματοδότησης και δράσης της οργάνωσης κατά τη διάρκεια των προηγούμενων δεκαετιών: «Οι άνθρωποι αυτοί επί 30 χρόνια δεν δούλευαν, ζούσαν ληστεύοντας τράπεζες, το ονομάτιζαν απαλλοτρίωση και με αυτά τα χρήματα χρηματοδοτούσαν τη ζωή τους, το εξοχικό του Γιωτόπουλου στους Λειψούς, το σπίτι του στην Αθήνα. Λειτουργούσαν ως κλασσική μαφιόζικη οργάνωση και εντωμεταξύ δολοφόνησαν τον 28χρονο Χρήστο Μάτη με μια σφαίρα στο κεφάλι για να πάρουν τα λεφτά και όλα αυτά τα έντυναν με έναν μανδύα ιδεολογικοπολιτικό που ακόμα και σήμερα γίνονται ντοκιμαντέρ».

«Εδώ μιλάμε για ανθρώπους που ουδέποτε μετάνιωσαν»

Κλείνοντας την παρέμβασή της, η κυρία Μπακογιάννη έθεσε το ζήτημα της εφαρμογής των νόμων και του σκοπού του σωφρονισμού σε σχέση με τη στάση των καταδικασθέντων: «Ας σκεφτούμε λίγο πρακτικά: γιατί λειτουργεί έτσι ο νόμος; Γιατί η διαφορά μας από τους τρομοκράτες είναι ότι λειτουργούμε με νόμους που τηρούμε. Υπάρχει μια λογική σωφρονισμού, μπαίνεις φυλακή, καταλαβαίνεις το λάθος και βγαίνεις έξω. Εδώ μιλάμε για ανθρώπους που ουδέποτε μετάνιωσαν και οι οποίοι σε πολύ μεγάλο βαθμό κηρύττουν το μίσος, άρα ποιο νόημα έχει η αποφυλάκισή τους;»