Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Σε κλίμα συνεργασίας και ομοψυχίας, απέναντι στις γεωπολιτικές -και όχι μόνο- προκλήσεις με τις οποίες είναι αντιμέτωπες οι επτά πιο ανεπτυγμένες βιομηχανικές οικονομίες του κόσμου, αλλά και η Δύση και οι σύμμαχοι τους, πραγματοποιήθηκε η σύνοδος κορυφής της G7, στο Εβιάν λε Μπαιν της Γαλλίας, καθώς οι ηγέτες των G7 και οι υπόλοιποι προσκεκλημένοι επιχείρησαν να διαμορφώσουν κοινή γραμμή τόσο ως προς το ζήτημα της συμφωνίας με το Ιράν, τον πόλεμο στην Ουκρανία, τις σχέσεις με τη Ρωσία και την Κίνα, αλλά και τις τεχνολογικές προκλήσεις.

Το κλείσιμο με Τραμπ και η επικέντρωση στο Ιράν

Τα παραπάνω επιβεβαίωσε και ο ίδιος ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος αφού εξέφρασε την ικανοποίησή του για τη συμφωνία με το Ιράν, στην συνέχεια τόνισε ότι όλοι οι σύμμαχοι στη Σύνοδο εμφανίστηκαν ενθουσιασμένοι με την επίτευξη της. Σύμφωνα με τον ίδιο η εξέλιξη αυτή οδηγεί στον τερματισμό της σύγκρουσης και διασφαλίζει ότι η Τεχεράνη δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικά όπλα.

Μιλώντας στη συνέντευξη Τύπου πριν αποχωρήσει από τη σύνοδο κορυφής, ο Αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε τη χρονική συγκυρία της συνάντησης των ηγετών ως ιδιαίτερα σημαντική, σημειώνοντας ότι «δε θα μπορούσε να έχει πραγματοποιηθεί σε καλύτερη στιγμή». Αναφερόμενος στις εξελίξεις γύρω από τη συμφωνία και τις συνομιλίες στο επίκεντρο της G7, υποστήριξε ότι η εναλλακτική σε μια διπλωματική λύση θα ήταν η συνέχιση της στρατιωτικής κλιμάκωσης, δηλώνοντας χαρακτηριστικά, «αν δεν κάναμε αυτή τη συμφωνία, θα μπορούσαμε να ρίχναμε περισσότερες βόμβες για άλλες τρεις εβδομάδες, δύο εβδομάδες, τέσσερις εβδομάδες, δύο χρόνια, δέκα χρόνια, ποτέ δε θα είχατε ανοιχτά τα Στενά του Ορμούζ, ποτέ δε θα είχατε επιτυχία».

Ο Τραμπ τόνισε ότι επιδίωξε να αποφευχθεί μια «οικονομική καταστροφή», σημειώνοντας πως η συνέχιση της έντασης θα μπορούσε να οδηγήσει σε ευρύτερη αποσταθεροποίηση στην περιοχή και στην παγκόσμια οικονομία, λόγω της σημασίας των Στενών του Ορμούζ για τη ροή του πετρελαίου. Παράλληλα, υπερασπίστηκε προηγούμενες αποφάσεις του σε θέματα ασφάλειας, αναφερόμενος ειδικά στη δολοφονία του Ιρανού στρατηγού Κασέμ Σουλεϊμανί, την οποία χαρακτήρισε ως προϋπόθεση για την επίτευξη της σημερινής συμφωνίας.

Ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε ότι η σύνοδος της G7 αποτέλεσε ευκαιρία για συζήτηση των λεπτομερειών της «ιστορικής συμφωνίας» και λίγο πιο μετά στην ομιλία του ανέφερε πωςοι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρόκειται να συμμετάσχουν σε οποιαδήποτε χρηματοδοτική στήριξη της Τεχεράνης. Όπως τόνισε τα χρήματα: «Δε θα είναι από εμάς. Δε χρειάζεται να τους δώσουμε τίποτα. Αλλά κάποιοι μπορεί να θέλουν να επενδύσουν. Αυτοί χρειάζονται επενδύσεις, αφού οι ζημιές μπορεί να φτάνουν ακόμα και τα δύο τρισεκατομμύρια δολάρια. Κάποιος θα πρέπει να τους βοηθήσει. Δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι θα βοηθηθούν. Μπορεί να τους βοηθήσουν λίγο οι γείτονές τους, δεν ξέρω, αλλά εμείς δεν επενδύουμε καθόλου χρήματα».

Ο Ντόναλντ Τραμπ στάθηκε και αυτός στο θετικό κλίμα της Συνόδου, υποστηρίζοντας πως υπήρξε «μεγάλος βαθμός ενότητας» ως προς την αντιμετώπιση της παράτυπης μετανάστευσης και της διακίνησης ναρκωτικών. Όπως δήλωσε, οι ηγέτες κατέληξαν σε μια «όμορφη δήλωση» ειδικά για το ζήτημα των ναρκωτικών, υπογραμμίζοντας ότι υπήρξε κοινή βούληση για ενίσχυση της συνεργασίας και του συντονισμού σε θέματα ασφάλειας και διασυνοριακού εγκλήματος.

Ο Τραμπ υποστήριξε επίσης ότι πιστεύει πως ο Μπενιαμίν Νετανιάχου και το Ισραήλ πρέπει να είναι ικανοποιημένοι με τη συμφωνία αφού όπως τόνισε: «Είπα στον Μπίμπι: «Μπίμπι, ο μεγαλύτερος κίνδυνός σου ήταν να ρίξουν ένα πυρηνικό όπλο στο κέντρο του Ισραήλ. Θα χρειαζόταν μόνο ένα και δε θα υπήρχε πλέον Ισραήλ». Του είπα: «Σκέψου το, Μπίμπι. Πήρες το καλύτερο, το σημαντικότερο πράγμα που ζητούσες». Νομίζω ότι είναι ευχαριστημένοι». Ο Τραμπ άσκησε όμως και κριτική στο Ισραήλ για τις επιχειρήσεις του στον Λίβανο, λέγοντας ότι: «Θα μπορούσαν να τα πάνε καλύτερα σε ό,τι αφορά τη Χεζμπολάχ». Όπως έσπευσε να τονίσει, αναγνωρίζει το δικαίωμα του Ισραήλ στην αυτοάμυνα, αλλά όπως υποστήριξε «δε χρειάζεται να γκρεμίζεις κτίρια στη Βηρυτό. Θα μπορούσαν να συμπεριφέρονται καλύτερα».

Η παρέμβαση Μακρόν

Νωρίτερα, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν κατά το κλείσιμο της Συνόδου έκανε λόγο για μια «επιτυχημένη» σύνοδο, υπογραμμίζοντας ότι αποτέλεσε «μια στιγμή ενότητας, ποιοτικών συζητήσεων και πραγματικής συνεργασίας μεταξύ των ηγετών που συναντήθηκαν εδώ», έπειτα από μήνες διαφωνιών και διχασμού. Όπως σημείωσε, «αυτή η G7 είναι αντικειμενικά μια επιτυχία», προσθέτοντας ότι η διαδικασία επέτρεψε καλύτερο συντονισμό για την αντιμετώπιση των κρίσεων και των μεγάλων προκλήσεων της εποχής.

Η Ουκρανία στο τραπέζι

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στον πόλεμο στην Ουκρανία, με τον Μακρόν να δηλώνει ότι οι ηγέτες συμφώνησαν πως υπάρχει πλέον «πραγματική αλλαγή στην προσέγγιση» των ΗΠΑ, καθώς, όπως είπε, ακόμη και ο Ντόναλντ Τραμπ παραδέχθηκε μαζί με τους υπόλοιπους ηγέτες ότι η Ρωσία δεν δείχνει διάθεση ειρήνης. Ο Γάλλος πρόεδρος σημείωσε ότι «η επανακινητοποίηση της G7» για την ενίσχυση της πίεσης προς τη Μόσχα μέσω κυρώσεων είναι «εξαιρετικά σημαντική», ενώ τόνισε ότι για πρώτη φορά υπάρχει τόσο σαφής σύγκλιση εντός της ομάδας. Όπως είπε χαρακτηριστικά, «η Ουκρανία προελαύνει, αντιστέκεται και η Ρωσία οπισθοχωρεί».

Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά τόσο οι Ευρωπαίοι όσο και η αμερικανική πλευρά συζήτησαν τρόπους για την περαιτέρω ενίσχυση της πίεσης προς τη Ρωσία. Ο Τραμπ είχε κατ’ ιδίαν επαφές τόσο με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι όσο και με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, δηλώνοντας ότι είχε «πολύ καλές συνομιλίες» και με τους δύο. Ο Αμερικανός πρόεδρος απόφυγε να αποδώσει ευθέως ευθύνη για τον πόλεμο, απαντώντας σε σχετική ερώτηση πως: «δεν θέλω να το σχολιάσω, γιατί προσπαθώ να το διευθετήσω και αυτό δεν βοηθά». Παράλληλα, ανέφερε ότι εξετάζεται αίτημα της Ουκρανίας για πιθανή παραγωγή αμερικανικών πυραύλων στην Ευρώπη. Λίγο αργότερα ο Γερμανός καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς υποστήριξε ότι ο Τραμπ συμφώνησε να ξεκινήσει παραγωγή αμερικανικών όπλων με την παροχή ειδικών αδειών για την Ουκρανία προς ευρωπαϊκές και ουκρανικές βιομηχανίες.

Στο κλείσιμο της Συνόδου ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε για το θέμα της Ρωσίας πως ενδέχεται να υπάρξουν εξελίξεις στο προσεχές διάστημα, λέγοντας ότι «κάτι πρόκειται να συμβεί», ενώ υποστήριξε ότι η Ρωσία υφίσταται μεγαλύτερες απώλειες στρατιωτών σε σχέση με την Ουκρανία.

Ο Τραμπ χαρακτήρισε «πολύ καλή» τη συνομιλία του με τον Πούτιν και «πολύ, πολύ καλή» εκείνη με τον Ζελένσκι, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι και οι δύο πλευρές επιθυμούν να βρουν μια διέξοδο. «Νομίζω ότι και οι δύο θέλουν να κάνουν κάτι. Απλώς δεν ξέρουν πώς να το κάνουν», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Αμερικανός πρόεδρος.

Η Ευρώπη κάνει κινήσεις

Σε επίπεδο θεσμικών επαφών, όσον αφορά στο ζήτημα της Ρωσίας, έγινε γνωστό ότι το γραφείο του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα είχε «περιορισμένες διπλωματικές επαφές» με το Κρεμλίνο για το άνοιγμα διαύλων επικοινωνίας, με ευρωπαϊκή πηγή να διευκρινίζει πάντως ότι σε αυτές «δεν συζητήθηκε τίποτα ουσιαστικό». Η ίδια πηγή τόνισε ότι η ΕΕ «δεν είναι μεσολαβητής», αλλά στηρίζει την Ουκρανία για μια «δίκαιη και διαρκή ειρήνη».

Τι συζητήθηκε για Κίνα και AI

Σημαντικό μέρος της συνόδου αφιερώθηκε και στη στρατηγική απεξάρτησης από την Κίνα όσον αφορά στις κρίσιμες πρώτες ύλες και συγκεκριμένα τις περίφημες σπάνιες γαίες. Οι ηγέτες συμφώνησαν να μειώσουν την εξάρτηση από μεμονωμένους προμηθευτές εκτός G7, ειδικά στις σπάνιες γαίες και στους μόνιμους μαγνήτες, με στόχο η εξάρτηση να πέσει κάτω από το 60% έως το 2030 και ακόμη χαμηλότερα στη συνέχεια. Προβλέπεται επίσης δημιουργία πλατφόρμας συντονισμού με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας για την παρακολούθηση της αγοράς και την αποτροπή κρίσεων εφοδιασμού.

Παράλληλα, οι ηγέτες ανακοίνωσαν ότι θα υπάρξει σταδιακή ανάπτυξη εναρμονισμένων μηχανισμών για κρίσιμα ορυκτά, ξεκινώντας πιλοτικά από το λίθιο και το νικέλιο, ενώ κάθε χρόνο θα προστίθενται νέα υλικά. Στόχος είναι η ανάπτυξη πλήρων εφοδιαστικών αλυσίδων από την εξόρυξη έως την παραγωγή, κάτι που απαιτεί επενδύσεις πολλών δισεκατομμυρίων.

Στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, η G7 συμφώνησε σε στενότερη συνεργασία για την αξιολόγηση των κινδύνων και των ευκαιριών των προηγμένων μοντέλων. Συζητήθηκε η δημιουργία ενός συστήματος «trusted partners» για πρόσβαση σε εξελιγμένα AI μοντέλα αμερικανικών εταιρειών, με στόχο την ενίσχυση της κυβερνοασφάλειας και την αποτροπή κακόβουλων χρήσεων, ιδίως από ανταγωνιστικές δυνάμεις όπως η Κίνα. Παράλληλα, εξετάστηκαν οι επιπτώσεις από την ανάπτυξη της AI στην αγορά εργασίας, στην οικονομική σταθερότητα και στη ρύθμιση των τεχνολογικών κολοσσών.