Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Την Τετάρτη (3 Ιουνίου) ανακοινώθηκε ότι επετεύχθη συμφωνία εκεχειρίας μεταξύ Λιβάνου και Ισραήλ. Πολλοί έσπευσαν να βγάλουν στεναγμό ανακούφισης. Πρόωρα δυστυχώς, όπως φαίνεται.

Πράγματι, ο τέταρτος γύρος διαπραγματεύσεων που διεξήχθη στην Ουάσιγκτον μεταξύ των κυβερνήσεων των δύο χωρών, με τη διαμεσολάβηση της Αμερικής φυσικά, φάνηκε σε πρώτη ανάγνωση να έχει κάποιο αποτέλεσμα. Σύμφωνα με την κοινή «Διακήρυξη της Ουάσιγκτον», όπως αυτή ονομάζεται, τα συμφωνηθέντα «αποτελούν βήματα που θα επιτρέψουν την πρόοδο μιας συνολικής συμφωνίας ειρήνης και ασφάλειας». Έχει μάλιστα, ήδη, προγραμματιστεί και νέος γύρος συζητήσεων στις 22 Ιουνίου.

Τα βασικά σημεία αυτού του πλαισίου εκεχειρίας προβλέπουν ότι η Χεζμπολάχ θα σταματήσει να δραστηριοποιείται στο νότιο Λίβανο και θα δημιουργηθούν συγκεκριμένες «πιλοτικές» ζώνες, των οποίων τον έλεγχο θα πάρει ο επίσημος στρατός του Λιβάνου.

Τι δεν προβλέπεται

Δεν προβλέπεται η απόσυρση των ισραηλινών στρατευμάτων, τα οποία κατέχουν περίπου το ένα πέμπτο της χώρας. Επίσης, η δήλωση δεν αναφέρει ακριβώς ποιες θα είναι αυτές οι «πιλοτικές» ζώνες, ούτε απαντάει στο μείζον ζήτημα του τι θα γίνει με το ένα περίπου εκατομμύριο εσωτερικά εκτοπισμένους κατοίκους από τον νότιο Λίβανο, οι οποίοι δεν μπορούν να επιστρέψουν στον τόπο τους όσο δεν υπάρχει απόλυτη ασφάλεια και ο στρατός του Ισραήλ παραμένει στην περιοχή. Επιπλέον, σημαντικό μέρος από τα σπίτια και τις καλλιέργειές τους, καθώς και βασικές υποδομές, έχουν καταστραφεί.

Το κυριότερο όμως είναι ότι οι συνομιλητές λογάριασαν χωρίς τον… ξενοδόχο. Ο πρόεδρος του Λιβάνου, Ζοζέφ Αούν, είπε ότι η εκεχειρία θα ισχύσει αφού συμφωνήσουν όλα τα συμβαλλόμενα μέλη. Οι διαπραγματεύσεις, ωστόσο, έγιναν χωρίς τη συμμετοχή της Χεζμπολάχ, γιατί η Αμερική και το Ισραήλ δεν συνομιλούν με τρομοκρατικές οργανώσεις και η ίδια η οργάνωση θεωρεί αυτές τις διαπραγματεύσεις μάταιες και ταπεινωτικές.

Συνεπώς, δεν προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη ότι ο ηγέτης της Χεζμπολάχ, Ναΐμ Κασέμ, ευθύς αμέσως απέρριψε την εκεχειρία, λέγοντας ότι «δεν αναλάβαμε καμία δέσμευση έναντι οιουδήποτε και δεν θα σταματήσουμε την αντίσταση όσο συνεχίζεται η κατοχή». Επίσης δήλωσε ότι η συμφωνία πρέπει να είναι συνολική και πλήρης, διότι το Ισραήλ διατηρεί το δικαίωμα να πλήττει στόχους αν αισθάνεται ότι απειλείται, καθώς και ότι δεν δέχονται να υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ του νότιου Λιβάνου και της υπόλοιπης χώρας. Τέλος χαρακτήρισε τη Διακήρυξη ως «έναν οδικό χάρτη για την εξόντωση ενός τμήματος του λιβανέζικου λαού και την υποδούλωση του υπόλοιπου».

Από την πλευρά του, το Ισραήλ δεν έδειξε ούτε και αυτό ιδιαίτερη διάθεση να βρεθεί πραγματικά λύση. Ο ισραηλινός υπουργός Άμυνας, Ισραέλ Κατζ, βιάστηκε να ξεκαθαρίσει τη θέση της χώρας του σχετικά με τα συμφωνηθέντα και δήλωσε ότι το Ισραήλ διατηρεί το δικαίωμα να πλήξει τη Βηρυτό, εάν η Χεζμπολάχ πραγματοποιήσει πλήγματα στο βόρειο Ισραήλ.

Γιατί η εκεχειρία δεν μπορεί να εφαρμοστεί

Μια και οι δύο πλευρές τοποθετήθηκαν ξεκάθαρα, συνέχισαν ανενόχλητες να ανταλλάσσουν πυρά στο εσωτερικό του Λιβάνου. Το ερώτημα που τίθεται λοιπόν είναι ποιο το νόημα να ανακοινώνεται μια εκεχειρία που δεν μπορεί να εφαρμοστεί;

Αφενός για λόγους εντυπώσεων. Και οι τρεις κυβερνήσεις θέλουν να δείξουν στο κοινό τους ότι εργάζονται προς την ειρήνευση. Εκείνες και μόνο προσπαθούν να βρεθεί λύση. Εξ ου και στο κοινό ανακοινωθέν περιλαμβάνεται ότι «όλες οι χώρες επιβεβαίωσαν εκ νέου ότι το μέλλον της σχέσης μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου πρέπει να αποφασιστεί από τις δύο κυρίαρχες κυβερνήσεις. Απέρριψαν κάθε προσπάθεια, από οποιοδήποτε κράτος ή μη κρατικό παράγοντα, να κρατήσει το μέλλον του Λιβάνου όμηρο». Το τελευταίο σκέλος είναι ένα μήνυμα προς το Ιράν και την Χεζμπολάχ.

Η κυβέρνηση του Λιβάνου θέλει να βρει τρόπο να λήξει το δράμα αυτού του πολέμου, δεδομένου ότι η χώρα βρίσκεται στο χείλος της οικονομικής και ανθρωπιστικής καταστροφής. Παρότι γνωρίζει ότι δεν μπορεί να υποχρεώσει τη Χεζμπολάχ να εφαρμόσει την εκεχειρία, θέλει να δείξει στους λιβανέζους πολίτες ότι την ευθύνη για όλα τα δεινά τη φέρει η σιιτική οργάνωση.

Η λογική του να υπάρξουν «πιλοτικές» ζώνες, στις οποίες θα επιτηρεί ο επίσημος στρατός, έχει ως στόχο να επανακτήσει έστω και κάποιο έλεγχο της χώρας. Αυτό δεν είναι τόσο απλό όμως.

Ο επίσημος στρατός της χώρας, ο οποίος ιστορικά δεν εμπλέκεται στις διαμάχες μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ, είναι υποχρηματοδοτημένος, ανεπαρκώς εξοπλισμένος και εξαρτάται από ξένη βοήθεια. Δεν είναι σε θέση να αφοπλίσει την Χεζμπολάχ, αφενός διότι ότι είναι στρατιωτικά πιο αδύναμος και αφετέρου γιατί κινδυνεύει να διασπαστεί, λόγω του ότι απαρτίζεται κατά 30-40% από σιίτες.

Η κοινή γνώμη της χώρας είναι διχασμένη και ελλοχεύει ο κίνδυνος, αν στριμωχτεί πολύ η Χεζμπολάχ, να υπάρξει εσωτερική αιματηρή σύγκρουση ή ακόμα και εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των διαφορετικών κοινοτήτων, δηλαδή Χριστιανών, Σουνιτών και Σιιτών.

Το Ισραήλ από την πλευρά του θέλει διακαώς να εξουδετερώσει τη Χεζμπολάχ. Γνωρίζει ότι οι συνομιλίες με τον Λίβανο στερούνται πραγματικής ουσίας, όμως δεν έχει λόγο να μην προσέλθει σε αυτές – γιατί το ζητάει η Αμερική, γιατί δείχνει καλή πρόθεση στη διεθνή κοινότητα και γιατί δεν έχει να χάσει τίποτα με το να συμφωνήσει με τον πρόεδρο του Λιβάνου σε μια κοινή γραμμή πίεσης της Χεζμπολάχ. Παράλληλα, συνεχίζει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Να σημειωθεί ότι ο παράγοντας των ισραηλινών εκλογών δεν βοηθάει. Ο ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου βρίσκεται υπό πίεση και λόγω της προγραμματισμένης διεξαγωγής βουλευτικών εκλογών το φθινόπωρο, στις οποίες χρειάζεται μια ολοκληρωτική νίκη απέναντι στη Χεζμπολάχ.

Για τον πρόεδρο Τραμπ οι συγκρούσεις στον Λίβανο θα ήταν αδιάφορες, έως βαρετές, αν δεν ήταν κομμάτι του παζλ των εξελίξεων με το Ιράν. Το Ιράν από την αρχή του πολέμου έχει ξεκαθαρίσει ότι τα δρώμενα στον Λίβανο – και η προστασία της Χεζμπολάχ – αποτελούν αναπόσπαστο μέρος σε οποιαδήποτε εκεχειρία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Επομένως, κανείς δεν έπεσε από τα σύννεφα όταν μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας, οι Φρουροί της Επανάστασης επανέλαβαν την πάγια θέση τους ότι δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη στην περιοχή αν δεν αποσυρθούν τα ισραηλινά στρατεύματα πλήρως από τον Λίβανο.

Λίγες μέρες πριν συμβούν όλα αυτά, ο Νετανιάχου απείλησε να βομβαρδίσει την περιοχή Νταχίγιε της Βηρυτού, κάτι που θα αποτελούσε σημαντική κλιμάκωση του πολέμου. Η απάντηση του Ιράν ήταν άμεση και καθόλου διακριτική. Απείλησε με μεγάλα πλήγματα στο βόρειο Ισραήλ, «πάγωμα» όλων των συνομιλιών με τις ΗΠΑ, καθώς και με αποκλεισμό των Στενών Μπαμπ αλ-Μαντέμπ, δηλαδή του εμπορικού περάσματος της Ερυθράς Θάλασσας.

Ακολούθησε ένα έντονο τηλεφώνημα του Τραμπ προς τον ισραηλινό πρωθυπουργό και οι βομβαρδισμοί στη Βηρυτό δεν πραγματοποιήθηκαν, προς το παρόν τουλάχιστον. Αντιθέτως, ακολούθησε η ανακοίνωση της λεγόμενης εκεχειρίας. Εκεχειρίας από ποιους;