Σημαντικό έλλειμμα στη γνώση των Ελλήνων πολιτών σχετικά με τα εμβόλια που θα πρέπει να κάνουν, διαπιστώνει έρευνα η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη από το Ινστιτούτο Πολιτικής Υγείας. Συγκεκριμένα με βάσει τα πρώτα αποτελέσματα το 30% των πολιτών δε γνωρίζει ότι υπάρχει εθνικό πρόγραμμα εμβολιασμών για ενήλικες, ενώ έναν αντίστοιχο ποσοστό θεωρεί ότι τα εμβόλια για ενήλικες αφορούν ασθένειες οι οποίες δεν τους… αγγίζουν!
Όπως ανέφερε σε ενημερωτική εκδήλωση με αφορμή την έναρξη καμπάνιας ευαισθητοποίησης για τον εμβολιασμό ενηλίκων ο κ. Κυριάκος Σουλιώτης Καθηγητής Πολιτικής Υγείας και Κοσμήτορας της Σχολής Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και Επιστημονικός Διευθυντής του Ινστιτούτου Πολιτικής Υγείας «Έχουμε ταυτίσει, το εμβόλιο με τα παιδιά και αυτό μας στερεί αποτελεσματικότητα από ό,τι μπορούσαμε να έχουμε. Θεωρώ ότι τα εμβόλια όντως είναι το πιο αποτελεσματικό εργαλείο δημόσιας υγείας. Δυστυχώς, ένα 30% των συμπολιτών μας αγνοεί το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού, το οποίο είναι γενναιόδωρο, πάρα πολύ σημαντικό και επικαιροποιημένο συστηματικά. Επίσης, με βάση έρευνά μας ένα 30% πιστεύει ότι δεν κινδυνεύει από αυτά τα νοσήματα (για τα οποία υπάρχει εμβόλιο). Δεν υπάρχει δηλαδή αναγνώριση του κίνδυνου».
Εμπιστοσύνη στα εμβόλια
Στην ενημέρωση συμμετείχαν επίσης ο πρόεδρος του ΕΟΔΥ καθηγητής κ. Θεόδωρος Βασιλακόπουλος, ο πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Λοιμώξεων κ. Νίκος Σύψας και ο πρόεδρος της Ελληνικής Πνευμονολογικής εταιρείας κ. Στέλιος Λουκίδης. Όλοι υπερθεμάτισαν για τη σημασία των εμβολίων και στην ενήλική ζωή και φυσικά δεν αρνήθηκαν την μείωση της εμπιστοσύνης απέναντι στον εμβολιασμό μετά την πανδημία.
Για το θέμα αυτό ο κ. Σουλιώτης σημείωσε ότι «Η εμπιστοσύνη απέναντι στα εμβόλια γενικά έχει κλονιστεί από την εμπειρία της πανδημικής κρίσης. Αλλά όντως, σιγά σιγά βλέπουμε μια αναστροφή. Αργή βέβαια. Υπάρχει ακόμα επιφυλακτικότητα, υπάρχουν ακόμα δεύτερες σκέψεις».
Ακόμη ο κ. Σουλιώτης επεσήμανε πως σύμφωνα με την έρευνα ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού δήλωσε πως «είχα σκοπό να εμβολιαστώ, αλλά δεν πρόλαβα». «Οι πολυάσχολοι με τις πολλαπλές υποχρεώσεις, δεν είναι αρνητές, ούτε αμφισβητίες. Απλά δεν ενέταξαν τον εμβολιασμό στο πρόγραμμα. Εδώ χρειάζεται πρώτα απ’ όλα πρακτική διευκόλυνση, να μην μπαίνουν εμπόδια πρακτικά. Δεν θα πρέπει να υποτιμούμε το ρόλο του ιατρικού σώματος στο ρόλο τους για υπόμνηση να μην ξεχάσεις να εμβολιαστείς. Σε κάθε επίσκεψη, σε κάθε ιατρείο, ανεξαρτήτως ειδικότητας και για οποιαδήποτε λόγο. Μια ιατρική επίσκεψη, θα λειτουργήσει πάρα πολύ ωφέλιμα στο στόχο που είναι η εμβολιαστική κάλυψη».
Στα 2,6 εκατομμύρια οι εμβολισμοί ενηλίκων το διάστημα 2025-26
Από την πλευρά της η Αναπληρώτρια Υπουργός Υγείας Ειρήνη Αγαπηδάκη επεσήμανε ότι «για πρώτη φορά στη χώρα μας έχουμε τη δυνατότητα να διαθέτουμε επίσημα και αξιόπιστα στοιχεία για την εμβολιαστική κάλυψη του πληθυσμού, γεγονός που επιτρέπει τον σχεδιασμό πιο στοχευμένων πολιτικών δημόσιας υγείας». Η κυρία Αγαπηδάκη τόνισε ότι η πρόσβαση στον εμβολιασμό αποτελεί ζήτημα ισότητας και σημείωσε ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα πληρέστερα προγράμματα εμβολιασμών για παιδιά και ενήλικες.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον εμβολιασμό έναντι του έρπητα ζωστήρα, καθώς και στη συμβολή των Κινητών Ομάδων Υγείας στην αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης, ειδικά σε πληθυσμούς που αντιμετωπίζουν δυσκολίες πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας.
«Οι Κινητές Ομάδες Υγείας αποτελούν ένα σημαντικό εργαλείο πρόληψης και ισότιμης πρόσβασης στην υγεία. Σήμερα λειτουργούν 183 ιατρικά κλιμάκια με περισσότερα από 1.000 άτομα προσωπικό σε όλη τη χώρα, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να φτάνουμε στον πολίτη πριν εμφανιστεί το πρόβλημα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η Αναπληρώτρια Υπουργός Υγείας στάθηκε επίσης στη σημασία της ενημέρωσης και της ενίσχυσης της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το σύστημα υγείας, σημειώνοντας ότι η παραπληροφόρηση εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση.
Αναφερόμενη στα στοιχεία εμβολιαστικής κάλυψης ενηλίκων, σημείωσε ότι το 2025 εμβολιάστηκαν περίπου 2,4 εκατομμύρια πολίτες, ενώ για την περίοδο 2025–2026 καταγράφεται ήδη αύξηση κατά περίπου 230.000 εμβολιασμούς. Παράλληλα, επεσήμανε τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί στον αντιγριπικό εμβολιασμό.







