Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου «υποχρεούται να προασπίσει τόσο την ίδια του την αξιοπιστία όσο και την αξιοπιστία των ελληνικών εισαγγελικών και δικαστικών αρχών», δήλωσε ο Ευάγγελος Βενιζέλος στο 11ο Φόρουμ των Δελφών.

Ο πρώην υπουργός τοποθετήθηκε σχετικά με τη δήλωση της επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, Λάουρα Κοβέσι, η οποία νωρίτερα είχε ταχθεί υπέρ της ανανέωσης της θητείας των εισαγγελέων Παπανδρέου, Μουζάκη και Θάνου.

Η κ. Κοβέσι ανέφερε πως εάν ο Άρειος Πάγος δεν προχωρήσει στην ανανέωση της θητείας, η υπόθεση θα καταλήξει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

«Όταν, λοιπόν, δημιουργείς ένα τέτοιο κλίμα, είναι αναμενόμενο να εισπράττεις και αντίστοιχη απάντηση», σημείωσε χαρακτηριστικά ο κ. Βενιζέλος, για να προσθέσει ότι «πολιτικά, η κυβέρνηση και οι βουλευτές της πλειοψηφίας, επιτιθέμενοι στην ιδέα της ανανέωσης και στην κυρία Κοβέσι, δημιουργούν τις συνθήκες ώστε αυτή η ανανέωση να καταστεί απολύτως υποχρεωτική».

«Παλινωδία και έκδηλη ενοχή»

«Επιτρέψτε μου να απαντήσω πρώτα επιστημονικά, από σεβασμό στην επιστημονική μου ιδιότητα», δήλωσε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι σύμφωνα με το άρθρο 90 του Συντάγματος, υπάρχει το σημαντικό ζήτημα της σύγκρουσης και συνύπαρξης των εννόμων τάξεων: της εθνικής, της ενωσιακής, και της διεθνούς. «Η έννοια της αλληλοπεριχώρησης των εννόμων τάξεων είναι ζωτικής σημασίας, καθώς ενδέχεται να προκύψει αδιέξοδο, το οποίο απαιτεί αμοιβαίο σεβασμό και υποχώρηση», σημείωσε ο πρώην υπουργός.

Ο κ. Βενιζέλος ανέφερε ότι δεν υπάρχει συστηματική ρύθμιση για το ζήτημα της ανανέωσης της θητείας των εισαγγελέων, ούτε στον κανονισμό ούτε στον νόμο, τονίζοντας ότι οποιαδήποτε διοικητική μεταβολή, σύμφωνα με το Σύνταγμα, απαιτεί απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, καθώς οι Ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς είναι και εθνικοί εισαγγελείς και ενδέχεται να εμπλέκονται σε εθνικές δικαστικές διαδικασίες.

Στη συνέχεια, ο κ. Βενιζέλος μίλησε για την πολιτική διάσταση του ζητήματος, αναφέροντας πως το θέμα τίθεται με «πολιτικούς όρους, και μάλιστα με έναν άτεχνο και επιθετικό τρόπο», προκαλώντας την εντύπωση ότι συνιστά παρέμβαση στο δικαιοδοτικό έργο των εισαγγελέων, πλήττοντας την ανεξαρτησία της εισαγγελικής αρχής. «Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο υποχρεούται να προασπίσει την ίδια του την αξιοπιστία και την αξιοπιστία των ελληνικών εισαγγελικών και δικαστικών αρχών», υπογράμμισε, προσθέτοντας ότι η ανανέωση της θητείας πρέπει να προχωρήσει.

Μιλώντας για την πολιτική πίεση από την κυβέρνηση και τους βουλευτές της πλειοψηφίας, οι οποίοι επιτίθενται στην ιδέα της ανανέωσης, ο κ. Βενιζέλος σημείωσε πως αυτές οι ενέργειες «δημιουργούν τις συνθήκες ώστε αυτή η ανανέωση να καταστεί απολύτως υποχρεωτική, χωρίς να έχουν επιλύσει τα ερμηνευτικά ζητήματα που ανέφερα προηγουμένως». Όπως επισήμανε, αυτά τα ζητήματα συζητούνται σε επιστημονικό επίπεδο και υπάρχουν πολλές μελέτες και βιβλιογραφία που τα καλύπτουν.

Ανέφερε, επίσης, ότι θα μπορούσε να παρουσιαστεί ένα αφήγημα που θα εξηγεί τη στάση της κυβέρνησης έναντι της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, λέγοντας: «Θεωρούμε ότι οι βουλευτές μας δεν έχουν καμία ευθύνη, καθώς ασκούσαν τα καθήκοντά τους, έστω με έναν αρχαϊκό πελατειακό τρόπο, αλλά πάντως υπό την ανοχή και τη γνώση της κυβέρνησης». Όμως, όπως σημείωσε, αυτή η αμφιθυμία και η παλινωδία σχετικά με την άρση των ασυλιών των βουλευτών και το ενδεχόμενο να κινηθεί η διαδικασία ευθύνης για υπουργούς, τη στιγμή που κάτι τέτοιο δεν συνέβη στην περίπτωση Βορίδη-Αυγενάκη, υποδηλώνει μια «ενοχή που είναι έκδηλη».