«Οι παίκτες του πινγκ-πονγκ πρέπει να επιβιώνουν με την εξυπνάδα τους. Ένας παίκτης που βασιζόταν μόνο στις αμοιβές των επιδείξεων μπορούσε να λιμοκτονήσει. Οι κορυφαίοι παίκτες ήταν είτε τζογαδόροι είτε λαθρέμποροι ή και τα δύο. Είχα ήδη κερδίσει πάνω από 175 τρόπαια, αλλά δεν μπορούσα να τα φάω», γράφει ο Μάρτι Ράισμαν στην αυτοβιογραφία του «The Money player».

Ο Ράισμαν υπήρξε κορυφαίος παίκτης της επιτραπέζιας αντισφαίρισης και ανυποχώρητος τυχοδιώκτης. Τα κατορθώματά του είναι γνωστά. Φρόντισε εξάλλου και ο ίδιος να μείνουν στην αιωνιότητα.

Στο «Marty Supreme», που προβάλλεται στις αίθουσες από τις 15 Ιανουαρίου, ο Τιμοτέ Σαλαμέ «σκίζει», ενσαρκώνοντας έναν παίκτη της επιτραπέζιας αντισφαίρισης που κινείται διαρκώς ανάμεσα σε τουρνουά υψηλού επιπέδου και μικροαπατεωνιές στον σκιώδη κόσμο της μεταπολεμικής Νέας Υόρκης. Όχι από απληστία, αλλά από ανάγκη. Για να συνεχίσει να παίζει, πρέπει πρώτα να επιβιώσει. Η ερμηνεία του αυτή τον προωθεί – μετά την κατάκτηση της Χρυσής Σφαίρας – ως το φαβορί στα στοιχήματα για το Όσκαρ Α΄ ανδρικού ρόλου στην φετινή απονομή. Μάλιστα, στα 30 του χρόνια, είναι ο νεότερος ηλικιακά ηθοποιός που έχει 3 συνολικά υποψηφιότητες για Οσκαρ Α΄ ανδρικού ρόλου, μια εκπληκτική πρωτιά για έναν ηθοποιό που προχωρά δοκιμάζοντας διαφορετικούς ρόλους πάνω στο λεπτό του κορμί (από το «Να με Φωνάζεις με το Όνομά σου» μέχρι το περσινό «No Direction Home» όπου υποδύθηκε τον Μπομπ Ντίλαν και το φετινό «Marty Supreme»).

Ο κινηματογραφικός Μάρτι Μάουζερ είναι όντως εμπνευσμένος από την πραγματική, σχεδόν μυθιστορηματική φιγούρα του Μάρτι Ράισμαν αλλά δεν είναι αντίγραφό της. Οι δύο Μάρτι «συνομιλούν» αλλά δεν έχουν την ίδια ζωή.

Ο Τιμοτε Σαλαμέ στην ταινία Marty Supreme του Τζος Σάφντι.

Νεοϋορκέζος, εβραϊκής καταγωγής, αυτοδίδακτος, με 22 μεγάλους τίτλους στο ενεργητικό του από το 1946 έως το 2002 (ανάμεσά τους δύο U.S. Opens και ένα British Open), ο Ράισμαν υπήρξε ένας από τους κορυφαίους παίκτες πινγκ πονγκ στον κόσμο και ταυτόχρονα ένας αθεράπευτος τυχοδιώκτης.

Η ταινία δεν επιχειρεί να αφηγηθεί πιστά τη ζωή του. Κρατά, όμως, το πνεύμα της: έναν άνθρωπο που δεν μπορούσε να μείνει ακίνητος, ούτε εντός γηπέδου ούτε εκτός. Όπως και το κινηματογραφικό του alter ego, έτσι και ο Ράισμαν ζούσε διαρκώς «στο όριο», μετατρέποντας κάθε αγώνα σε θέαμα και κάθε αναμέτρηση σε στοίχημα.

Ένας ονειροπόλος του Lower East Side

Στην ταινία, ο Μάρτι Μάουζερ ξεκινά ως πωλητής σε ένα μικρό κατάστημα παπουτσιών στην Κάτω Ανατολική Πλευρά του Μανχάταν (η κατεξοχήν γειτονιά των μεταναστών και της εργατικής τάξης στη Νέα Υόρκη με μακρά παράδοση), ανακαλύπτοντας στο πινγκ-πονγκ μια διέξοδο από τη μίζερη καθημερινότητα. Το στοιχείο αυτό δεν είναι βιογραφικά ακριβές (παρά το γεγονός ότι ο Μάρτι Ράισμαν είχε κάνει κάποια στιγμή της ζωής του ένα πέρασμα από το επάγγελμα), αλλά αποτυπώνει μια βαθύτερη αλήθεια: ο Ράισμαν άλλαζε συνεχώς δουλειές, αποφεύγοντας κάθε μορφή σταθερότητας, σαν να τον τρόμαζε η ιδέα του να ριζώσει σε ένα μέρος.

Marty Supreme @A24

Ο σκηνοθέτης Τζος Σάφντι γνώρισε τον Ράισμαν μέσα από την αυτοβιογραφία του «The Money Player: The Confessions of America’s Greatest Table Tennis Champion and Hustler» (1974). Εκεί βρήκε έναν ολόκληρο, ξεχασμένο κόσμο: υπόγεια στέκια, χαρτοπαίκτες, στοιχήματα, εμμονικούς παίκτες και περιθωριακούς ονειροπόλους. Έναν μικρόκοσμο της Νέας Υόρκης που έμοιαζε βγαλμένος από ατμοσφαιρικό φιλμ νουάρ, ποτισμένο με αδρεναλίνη. Το βιβλίο βρέθηκε στα χέρια του Σάφντι όταν του το χάρισε η σύζυγός του, Σάρα.

Μελετώντας το διεξοδικά μαζί με τον σεναριογράφο Ρόναλντ Μπρόνσταϊν, άρχισαν να γράφουν μια ιστορία για το κυνήγι του αμερικανικού ονείρου. Όχημά τους «ένας επαρχιώτης ονειροπόλος του Lower East Side, που κατάφερε να εκτοξευθεί στη μεταπολεμική παγκόσμια σκηνή μόνο με τη δύναμη της θέλησής του», όπως λέει ο Μπρόνσταϊν. Παρότι η πλοκή της ταινίας δεν βασίζεται στο βιβλίο, η αυτοβιογραφία του Ράισμαν «άνοιξε μια τεράστια πόρτα σε μια ξεχασμένη και εξαιρετικά πολύχρωμη υποκουλτούρα εκκεντρικών, εμμονικών, τυχοδιωκτών και ονειροπόλων της Νέας Υόρκης». Συμπτωματικά, ο θείος του Σάφντι έπαιζε πινγκ πονγκ με κάποιες από αυτές τις εκκεντρικές και πολύ ξεχωριστές προσωπικότητες και μάλιστα περνούσε μαζί τους ώρες σε δείπνα Σαμπάτ.

Ο κινηματογραφικός Μάουζερ προσπαθεί διαρκώς να επανεφεύρει τον εαυτό του — ακόμη και να πουλήσει πορτοκαλί μπάλες πινγκ πονγκ, για να βλέπουν καλύτερα οι παίκτες. Το παιχνίδι, για εκείνον, δεν είναι ποτέ απλώς παιχνίδι, είναι παράσταση, πρόκληση και μπίζνες.

Το 1952 και το ανεκπλήρωτο ταξίδι

Η δράση της ταινίας τοποθετείται στο 1952, μια κομβική χρονιά για τον Μάρτι Ράισμαν. Τότε ηττήθηκε από Ιάπωνα παίκτη σε παγκόσμιο πρωτάθλημα – στην πραγματικότητα το τουρνουά έγινε στη Μουμπάι και όχι στο Λονδίνο, όπως παρουσιάζεται στην ταινία. Ο Μάουζερ επιδιώκει ρεβάνς και έτσι πασχίζει να συγκεντρώσει χρήματα για να ταξιδέψει στο παγκόσμιο πρωτάθλημα πινγκ-πονγκ στην Ιαπωνία.

Σε μια εποχή που οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία προσπαθούν να επουλώσουν τις πληγές τους έχοντας ανταλλάξει πυρά από εχθρικά στρατόπεδα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένας μεγιστάνας της βιομηχανίας στυλό (Κέβιν Ο’ Λίρι) του προσφέρει δωρεάν μεταφορά με το ιδιωτικό του τζετ, εάν δεχτεί να παίξει έναν αγώνα επίδειξης στην Ιαπωνία προκειμένου να τον βοηθήσει να προωθήσει τα προϊόντα του. Όμως ο Μάουζερ αρνείται. Όχι λόγω της ηθικής του που δεν επιτρέπει τέτοιου είδους παραχωρήσεις, αλλά από εγωισμό. Θέλει να φτάσει στην κορυφή μόνος του, με τους δικούς του όρους.

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας εδώ

YouTube thumbnail

Η ταινία περιπλέκει ακόμη περισσότερο τα πράγματα παρουσιάζοντας την παθιασμένη σχέση του Μάρτι Μάουζερ με τη σύζυγο του μεγιστάνα, μια πρώην σταρ του σινεμά, που υποδύεται η Γκουίνεθ Πάλτροου. Εκείνη βλέπει στον Μάρτι τη χαμένη της νιότη, εκείνος βλέπει σ’ εκείνη ένα εισιτήριο διαφυγής. Όταν το σχέδιο του αποτυγχάνει – μέχρι και το κόσμημα που κλέβει αποδεικνύεται ψεύτικο – η μοίρα τον επαναφέρει εκεί από όπου ξεκίνησε.

Ο «κακός» του πινγκ πονγκ

Ο πραγματικός Μάρτι Ράισμαν είχε πολλά παρατσούκλια. Τον αποκαλούσαν «Βελόνα» για τα κοφτερά του χτυπήματα, αλλά και «το κακό παιδί του πινγκ πονγκ». Στην Άπω Ανατολή, κατά τη διάρκεια περιοδείας, μπλέχτηκε ακόμη και σε λαθρεμπόριο χρυσού περνώντας τον λαθραία από τα διεθνή σύνορα, μετά από προσέγγιση Κινέζου λαθρεμπόρου.

Αλλά όπως έγραψε ο ίδιος: «τα τρόπαια δεν τρώγονται». Για να ζήσεις από το πινγκ-πονγκ, έπρεπε να είσαι παίκτης ακόμα και έξω από το άθλημα.

Ο πρωταθλητής Μάρτι Ράισμαν παραλαμβάνει το τρόπαιο στον τελικό του απλού ανδρών στο Γουέμπλεϊ της Αγγλίας, στις 19 Φεβρουαρίου 1949. (AP Photo)

Αφιέρωμα του περιοδικού TIME τον περιέγραφε το 1974 ως έναν άνθρωπο που ζούσε μόνιμα ανάμεσα στο παιχνίδι και την απάτη, έναν θρύλο του τζόγου στην παρέα μεγάλων παικτών του αμερικανικού στοιχήματος. «Δια βίου απατεώνας» ήταν για την ακρίβεια ο χαρακτηρισμός του μεγάλου αμερικανικού εντύπου.

Σήμερα ωστόσο οι απόγονοι του Ράισμαν διαφωνούν με την ταινία. Η κόρη του Ντέμπι και τα εγγόνια του Ρότζερ και Τζος θεωρούν ότι η κινηματογραφική απόδοση της προσωπικότητας του δικού τους Μάρτι αδικεί τον πραγματικό άνθρωπο, τον οποίο παρουσιάζει σαν «φθηνό εγκληματία», κατά την κρίση τους. Στα μάτια της Ντέμπι ο πατέρας της ήταν ένας άνθρωπος με χιούμορ, αίσθηση δικαιοσύνης και αγάπη για τους άλλους.

Πώς ξεκίνησαν λοιπόν όλα για τον Μάρτι Ράισμαν;

Ο Ράισμαν γεννήθηκε το 1930 στο Lower East Side του Μανχάταν. Ήταν παιδί Ρωσοεβραίων μεταναστών και ανακάλυψε την ευεργετική επίδραση του πινγκ πονγκ στα 9 του χρόνια, μετά από νευρικό κλονισμό. Ο πατέρας του ήταν οδηγός ταξί και τζογαδόρος, μεταδίδοντάς του αυτό το πάθος για όλη του τη ζωή.

Οι γονείς του χώρισαν όταν εκείνος ήταν 10 ετών και ο μικρός Ράισμαν άρχισε να παίζει πινγκ-πονγκ κοντά στο Seward Park. Το δημόσιο τραπέζι που βρήκε διαθέσιμο ήταν το δικό του καταφύγιο. Έζησε μέχρι τα 14 του με τη μητέρα του για να μετακομίσει στη συνέχεια στο σπίτι του πατέρα του.

Στα 13 του ήταν ήδη ο πρωταθλητής της πόλης στο πινγκ-πονγκ στην κατηγορία των juniors. Σε σύντομο χρονικό διάστημα τζόγαρε στο υπόγειο Lawrence’s Broadway Table Tennis Club, όπου η αναμέτρηση στο τραπέζι ήταν για τα χρήματα. Δεν άργησε να εθιστεί αλλά και να μάθει να παίζει ως αληθινός παίκτης – ανέπτυξε τις χαρακτηριστικές του δεξιότητες ως σόουμαν, στις οποίες θα συμπεριλαμβανόταν και το περίφημο χτύπημα του με το αριστερό του χέρι με ταχύτητα 185 χλμ/ώρα, γνωστό ως «Atomic Blast».

Ο παίκτης του πινγκ-πονγκ Μάρτιν Ράισμαν κατά τη διάρκεια προπόνησης στη Νέα Υόρκη, στις 7 Φεβρουαρίου 1951, πριν ταξιδέψει στο εξωτερικό ως μέλος της αμερικανικής ομάδας για τον διεθνή διαγωνισμό πινγκ-πονγκ στη Βιέννη. (AP Photo/Ed Ford)

Το σχολείο το παράτησε, δεν είχε νόημα. Πριν τα 14 του μπορούσε να ζήσει με τα χρήματα που έβγαζε. Την ίδια περίοδο, άρχισε επίσης να στοιχηματίζει στον εαυτό του. «Στοιχηματίζω μόνο σε σίγουρα πράγματα – στον εαυτό μου», έγραψε στα απομνημονεύματα του. «Οι παίκτες του πινγκ-πονγκ πρέπει να επιβιώνουν με τη δική τους εξυπνάδα». Συχνά, παρέσερνε τους αντιπάλους του να ποντάρουν σε υψηλά στοιχήματα παίζοντας σκόπιμα άσχημα στην αρχή, πριν δείξει τις πραγματικές του ικανότητες και κερδίσει τον αγώνα.

Υποστηρικτής των ρακετών «hardbat» επιδείκνυε πίεση, ρυθμό, κυριαρχία. Η παρουσία του στο τραπέζι της αντισφαίρισης ήταν πάντα θεαματική.

Σε ένα εθνικό τουρνουά στο Ντιτρόιτ, ο 15χρονος Ράισμαν στοιχημάτισε 500 δολάρια στον εαυτό του και κατά λάθος έδωσε τα χρήματα στον πρόεδρο της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Πινγκ-Πονγκ (USTTA) αντί στον πράκτορά του. Αμέσως απομακρύνθηκε από το τουρνουά από την αστυνομία.

Πιο συγκεκριμένα, ο Ράισμαν τιμωρήθηκε με αποκλεισμό από την USTTA και αποβολή από την αμερικανική ομάδα μετά τη νίκη του στο British Open το 1949, επειδή χρέωσε υπερβολικά έξοδα στους χορηγούς του τουρνουά. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να έχει μια μακρά και επιτυχημένη καριέρα.

Με τους Harlem Globetrotters, από το 1949 έως τις αρχές της δεκαετίας του ’50, ταξίδεψε ανά τον κόσμο, βρήκε την αναγνώριση και απέκτησε το κοινό του. Ήταν μέγας σόουμαν και το κοινό τον λάτρευε: ένα από τα κόλπα του ήταν να χρησιμοποιεί το χαρακτηριστικό του χτύπημα για να κόβει τα τσιγάρα στη μέση. Άλλες φορές, έπαιζε χρησιμοποιώντας το καπάκι ενός κάδου απορριμμάτων, ένα παπούτσι και άλλα διάφορα αντικείμενα αντί για ρακέτα.

Ο πρωταθλητής πινγκ-πονγκ Μάρτιν «Μάρτι» Ράισμαν δέχεται συγχαρητήρια από τον Βίκτορ Μπάρνα, τον οποίο νίκησε στον τελικό του απλού ανδρών στο Γουέμπλεϊ της Αγγλίας, στις 19 Φεβρουαρίου 1949. (AP Photo)

Αγωνιστικά, ο Ράισμαν αναρριχήθηκε στους κορυφαίους παίκτες στον κόσμο. Κέρδισε το πρώτο του παγκόσμιο πρωτάθλημα σε ηλικία μόλις 19 ετών, νικώντας τον Ουγγροβρετανό ρέκορντμαν Βίκτορ Μπάρνα. Στη συνέχεια, κατέκτησε 22 διεθνή και εθνικά πρωταθλήματα μεταξύ 1946 και 2002, συμπεριλαμβανομένων δύο U.S. Open και ενός British Open, σύμφωνα με το Forbes.

Το 1952 ηττήθηκε από τον Χιρότζι Σάτο, ο οποίος χρησιμοποιούσε τη νέα ρακέτα με σπόγγο — μια καινοτομία που άλλαξε για πάντα το άθλημα. Ο Ράισμαν βέβαια πίστευε ότι το hardbat διατηρούσε έναν «διάλογο» μέσα στο παιχνίδι· ο σπόγγος, αντίθετα, το μετέτρεπε σε κάτι αστραπιαίο και απρόσωπο. Δεν προσαρμόστηκε εύκολα στην καινοτομία που έφερε η τεχνολογία, γιατί προφανώς δεν ήθελε να προδώσει τη φιλοσοφία του. Στον επαναληπτικό αγώνα θα κέρδιζε τον Σάτο δείχνοντας την προσήλωσή του στον «δικό του τρόπο».

Ο Μάρτι Ράισμαν έζησε τη ζωή του φτιάχνοντας ιστορίες που ακροβατούν ανάμεσα στην αλήθεια και τον μύθο. Συνέχισε απτόητος: κέρδισε εθνικό τίτλο στα 67 του, άνοιξε δικό του κλαμπ στη Νέα Υόρκη, όπου σύχναζαν προσωπικότητες όπως ο παγκόσμιος πρωταθλητής στο σκάκι Μπόμπι Φίσερ και ο συγγραφέας Κουρτ Βόνεγκατ, απήγγελε σαιξπηρικούς μονολόγους στα πεζοδρόμια του Μανχάταν σε ακτιβιστές, πέρασε κρίσεις άγχους και επανήλθε…

Πέθανε το 2012, στα 82 του, χωρίς να απολογηθεί για τη ζωή που έζησε. «Δεν υποχώρησα ποτέ από ένα στοίχημα», είχε δηλώσει στους New York Times εννέα μήνες πριν το θάνατό του, με την παραδοχή ότι «αντιμετώπιζε τους ανθρώπους με το πνεύμα ενός μονομάχου».

Το «Marty Supreme» του Τζος Σάφντι με πρωταγωνιστή τον Τιμοτέ Σαλαμέ ο οποίος ζει το δικό του όνειρο βαδίζοντας προς τα Οσκαρ, είναι μια ιστορία για τους ανθρώπους που τρέχουν ξέφρενα και δεν σταματούν. Προκειμένου να κατακτήσεις το (αμερικανικό) όνειρο, δεν θα βάλεις πουθενά τελεία.