Η ιστορία των διεθνών σχέσεων θα μπορούσε να διαβαστεί ως μια αδιάκοπη προσπάθεια της ανθρωπότητας να τιθασεύσει το ένστικτο της ισχύος μέσα από κανόνες, θεσμούς και άτυπες συμφωνίες.
Κάθε φορά που αυτή η προσπάθεια υποχωρεί, η διεθνής τάξη μοιάζει να επιστρέφει σε μια προ-πολιτική κατάσταση, όπου η βία προηγείται του δικαίου και η ισχύς διεκδικεί ρόλο αυθύπαρκτης νομιμοποίησης. Τα όσα διαδραματίστηκαν στα νερά της Καραϊβικής, με τη σχεδόν κινηματογραφική σύλληψη εν ενεργεία ηγέτη στην ίδια του την πρωτεύουσα, φέρουν έντονα τα χαρακτηριστικά μιας τέτοιας οπισθοδρόμησης.
Είναι εύκολο, σχεδόν αυτονόητο, να στραφεί κανείς εναντίον του Νικολάς Μαδούρο. Η πολιτική του διαδρομή υπήρξε μια συμπυκνωμένη εμπειρία αυταρχισμού, θεσμικής αποσύνθεσης και οικονομικής εξαθλίωσης, με κύριο θύμα τον ίδιο τον λαό της Βενεζουέλας.
Το ερώτημα, όμως, δεν αφορά τόσο την καταγραφή των αμαρτιών ενός ηγέτη, όσο το μέτρο με το οποίο μια υπερδύναμη επιλέγει να τις αντιμετωπίσει. Η ηθική της ποιότητας δεν αποτιμάται από τον τρόπο που φέρεται στους συμμάχους της, αλλά από το πώς στέκεται απέναντι στους πιο απεχθείς αντιπάλους της. Υπό αυτό το πρίσμα, η πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ επιβεβαιώνει εκ νέου μια αντίληψη του κόσμου ως χώρου άσκησης ωμής, συναλλακτικής ισχύος και όχι ως πεδίου διπλωματίας και σύνθεσης, μια αντίληψη που έγινε αισθητή ήδη από τις πρώτες ώρες της νέας αμερικανικής διοίκησης.
Η εμπειρία του πρόσφατου παρελθόντος προσφέρει άφθονα διδάγματα. Από τη Μέση Ανατολή έως την Ανατολική Ασία, η βίαιη ανατροπή καθεστώτων αποδείχθηκε πράξη στιγμιαία, ενώ το κενό που ακολούθησε μετατράπηκε σε μια βαριά κληρονομιά, ικανή να στοιχειώνει κοινωνίες για γενιές. Η πτώση ενός τυράννου, όταν συνοδεύεται από την αποδόμηση των εσωτερικών δεσμών μιας χώρας, σπάνια οδηγεί στη χειραφέτηση. Αντιθέτως, συχνά εγκλωβίζει τον «απελευθερωμένο» λαό σε μια νέα μορφή εξάρτησης, με τον σωτήρα να μεταμορφώνεται σταδιακά σε κηδεμόνα που διαχειρίζεται ερείπια αντί να εγγυάται αυτοδιάθεση.
Αυτή ακριβώς η διάσταση καθιστά την επίκληση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως νομιμοποιητική βάση για την άσκηση βίας μία από τις πιο επικίνδυνες ιστορικές παγίδες. Στο όνομα της καταπολέμησης του εγκλήματος ή της προστασίας της ελευθερίας εργαλειοποιείται η ισχύς για να δικαιολογηθεί η κατάλυση κάθε έννοιας εθνικής κυριαρχίας, με αποτέλεσμα το διακύβευμα να παύει να αφορά ένα συγκεκριμένο καθεστώς και να μετατρέπεται σε συστημική απειλή. Η ισχύς αναγορεύεται έτσι σε μοναδικό κριτήριο νομιμότητας και ο ασκός του Αιόλου ανοίγει διάπλατα.
Αν αυτό το πρότυπο παγιωθεί, ανοίγει ο δρόμος ώστε κάθε άλλη δύναμη, σε οποιαδήποτε γωνιά του πλανήτη, να αντλήσει νομιμοποίηση για τις δικές της «εκκρεμότητες». Η Ρωσία του Πούτιν, με τον άδικο και εν εξελίξει πόλεμο στην Ουκρανία, δείχνει πώς τέτοιες λογικές σπάνια παραμένουν μεμονωμένες και πώς μπορούν να ριζώσουν πολύ πριν διαμορφωθεί ένας νέος τρόπος πρόσληψης των διεθνών σχέσεων.
Η Βενεζουέλα υπήρξε αναμφίβολα θύμα αυταρχισμού. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί μια θεμελιώδη αλήθεια της διεθνούς εμπειρίας: η δημοκρατία δεν είναι φορτίο που μεταφέρεται με ελικόπτερα, ούτε η ελευθερία προϊόν που επιβάλλεται απ’ έξω.








