Τελικά σε αυτή τη χώρα εξακολουθούν να λειτουργούν ευτυχώς τα περίφημα θεσμικά αντίβαρα ελέγχου της εκάστοτε κυβερνητικής εξουσίας (τα checks and balances) και η πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας 465/2024 αποτυπώνει ανάγλυφα αυτή την πραγματικότητα.

Και απομονώνω από την ανωτέρω απόφαση ένα κρίσιμο σημείο . Τι λέει αυτό το σημείο ;

Ότι όταν αρθεί το απόρρητο των επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφάλειας (με βάση το Σύνταγμα) και το τηλέφωνο κάποιου ατόμου παρακολουθείται από τις κρατικές αρχές, τότε είναι απαραίτητο μετά τη λήξη του προκείμενου μέτρου το θιγόμενο άτομο «να γνωρίζει το αιτιολογικό της επιβολής του μέτρου, ώστε να έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας».

Είχα υποστηρίξει από τότε που είχε αποκαλυφθεί για πρώτη φορά η σκοτεινή υπόθεση της παρακολούθησης του κινητού τηλεφώνου ενός πολιτικού αρχηγού (:του κ. Ανδρουλάκη) την ακόλουθη νομική εκδοχή:

Δηλαδή, ότι η νομιμότητα της παρακολούθησης αυτής εξαρτιόταν απόλυτα από το εάν ήταν πλήρως αιτιολογημένοι (με πραγματικά γεγονότα και αποδεικτικά στοιχεία) οι λόγοι «εθνικής ασφάλειας» με την επίκληση των οποίων είχε υπονομευθεί ένα θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα .

Με άλλα λόγια το να μιλά κανείς ελεύθερα στην ιδιωτική του ζωή (χωρίς να φοβάται ότι παρακολουθείται με τεχνικά μέσα από μη ελεγχόμενα τμήματα των Μυστικών Υπηρεσιών).

Η παραπάνω απόφαση δικαιώνει αυτή την προσέγγιση , γιατί το Συμβούλιο Επικρατείας επιβάλλει την ενημέρωση του κ. Ανδρουλάκη από την Ανεξάρτητη Αρχή του Απορρήτου των Επικοινωνιών, ώστε να σταθμίσει ο τελευταίος, εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του νόμου για την παρακολούθηση του τηλεφώνου του (ή εάν η παρακολούθηση αυτή ήταν παράνομη , ώστε να προσφύγει ενδεχομένως στις αρμόδιες ποινικές αρχές).

Και αυτή η παραδοχή του Συμβουλίου Επικρατείας φέρνει σε δύσκολη θέση τον πρωθυπουργό κ. Μητσοτάκη, ο οποίος από την αρχή είχε υιοθετήσει μια εντελώς φορμαλιστική και προσχηματική τοποθέτηση. Ποια δηλαδή;

Ότι η παρακολούθηση του κ. Ανδρουλάκη ήταν νόμιμη. Και γιατί συνέβαινε αυτό σύμφωνα με την άποψη του πρωθυπουργού; Γιατί υπήρχε απλώς μια

Εισαγγελική Διάταξη της τότε Εισαγγελέως Εφετών της αποσπασμένης στην ΕΥΠ (χωρίς να γνωρίζει κανείς , αν η Διάταξη αυτή ήταν επαρκώς αιτιολογημένη , όπως απαιτούσε το άρθρο 139 ΚΠΔ από το οποίο δεσμεύονται οι Εισαγγελικοί λειτουργοί).

Ενόψει όλων αυτών είναι θεσμικά επιβεβλημένο ο Πρωθυπουργός να απαντήσει δημοσίως σε ορισμένα ερωτήματα:

Καταρχήν:

Γιατί ψηφίστηκε σε ανύποπτο χρόνο (και μέσα στην πανδημία) η πρόβλεψη του ν. 4790/2021, που κηρύχθηκε αντισυνταγματική από το Συμβούλιο Επικρατείας, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να αποκλειστεί παντελώς η ενημέρωση ενός ατόμου σε περίπτωση παρακολούθησης των επικοινωνιών του για λόγους εθνικής ασφάλειας;

Ποιος ήταν ο φόβος της κυβέρνησης και ψήφισε αυτή την «οργουελιανή ρύθμιση»;

Έπειτα είναι αναγκαίο επιτέλους να αποκαλύψει ο Πρωθυπουργός τι ακριβώς γνώριζε για αυτή τη σκοτεινή υπόθεση που υπονομεύει τη Δημοκρατία μας.

Είναι δυνατό να πιστέψει κανείς σήμερα ότι η παρακολούθηση όχι μόνο του τηλεφώνου του κ. Ανδρουλάκη, αλλά και ανώτατων στρατιωτικών αξιωματούχων και πολλών άλλων δημοσίων προσώπων διενεργούνταν εντελώς ασυντόνιστα από τις Μυστικές Υπηρεσίες και χωρίς να υπάρχει ένα οργανωμένο (και αόρατο μέχρις στιγμής) «κέντρο» ;

Το συμπέρασμα;

Η λογοδοσία των κυβερνητικών αξιωματούχων είναι κεντρικό στοιχείο των δυτικών δημοκρατιών και η μη απάντηση των ανωτέρω ερωτημάτων υπονομεύει το ηθικό κύρος του Πρωθυπουργού (γιατί κανείς πολίτης πλέον δεν θα είναι σίγουρος για το απαραβίαστο της ιδιωτικής του ζωής).

Ο Καλφέλης Γρηγόρης είναι Καθηγητής Νομικής Σχολής του ΑΠΘ kalfelis@law.auth.gr