Η ενεργοποίηση από τις ΗΠΑ της αύξησης στους δασμούς σε κινεζικά προϊόντα αξίας 200 δισ. δολ. σε 25% από 10% και η πρόθεση του Πεκίνου να υιοθετήσει αντίμετρα, δεν τρομάζει τις μεγάλες διεθνείς τράπεζες, ανέφερε σε δήλωσή του ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιά Βασίλης Κορκίδης.

Ο ίδιος στη δήλωσή του υπογραμμίζει: «Μπορεί λοιπόν επί του παρόντος, οι συνομιλίες να είναι σε αδιέξοδο και οι εντάσεις να κλιμακώνονται, δημιουργώντας προβλήματα στο παγκόσμιο εμπόριο, αλλά δεν συμφέρει κανέναν να πάρουν τη μορφή ενός εξοντωτικού πολέμου».

Αναλυτικά η δήλωσή του προέδρου του ΕΒΕΠ έχει ως εξής: σε συμφωνία ΗΠΑ-Κίνας ποντάρουν οι επενδυτές, παρά τη κλιμάκωση της έντασης, όσο οι σινοαμερικανικές διαπραγματεύσεις συνεχίζονται, ενώ βλέπουν ότι θα βρεθεί μια τελική συμφωνία, μέσα στο δεύτερο τρίμηνο του 2019. Στο αρνητικό σενάριο της περαιτέρω κλιμάκωσης του εμπορικού πολέμου, οι ειδικοί αναμένουν απώλειες 15%-20% στις αγορές και αυξημένους κινδύνους για την παγκόσμια οικονομία. Στην εποχή του «Tweetstorm» από τα «απειλητικά» μηνύματα του Πρόεδρου των ΗΠΑ, οι αγορές συνεχίζουν να ανεβοκατεβαίνουν και βρέθηκαν στο «κόκκινο», καθώς σύμφωνα και με τη Citigroup αποτελούν μέρος της στρατηγικής του, δεδομένου ότι οι διαπραγματεύσεις με την Κίνα βρίσκονται στο τελικό στάδιο.

Η Citigroup μάλιστα εμφανίζεται συγκρατημένα αισιόδοξη για την επίτευξη μιας τελικής συμφωνίας, ενώ παρατηρεί πως το παράθυρο ευκαιρίας για να αποφευχθεί μια κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου κλείνει με ταχύς ρυθμούς. Εάν η Κίνα ενεργοποιήσει αντίποινα, ο αντίκτυπος συνολικά στην οικονομία της θα την αναγκάσει να αναζητήσει νέο συμβιβασμό μέσω των διαπραγματεύσεων. Με τις αμερικανικές εξαγωγές προς την Κίνα να φθάνουν τα 120 δις $, την ώρα που οι εισαγωγές κινεζικών προϊόντων στις ΗΠΑ ήταν 540 δις $, το εμπορικό έλλειμμα, όπως παρατηρεί η Credit Suisse, διαμορφώνεται στα 419 δις $, σχεδόν το 50% του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ συνολικά. Η Deutsche Bank, εκτιμά πως η ΗΠΑ έχει το «πάνω χέρι» στην κόντρα με την Κίνα, καθώς η κινεζική οικονομία έχει μεγαλύτερη ανάγκη την αμερικανική. Παρά το σκληρό πόκερ μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, καθώς οι κυβερνήσεις των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη ανταλλάσσουν απειλές για νέα μέτρα προστατευτισμού, το βασικό σενάριο της Morgan Stanley προβλέπει ότι οι δύο πλευρές θα καταλήξουν σε συμφωνία, αν και τα εμπόδια για το ελεύθερο εμπόριο θα συνεχίσουν να αυξάνονται.

Από την πλευρά της η Credit Suisse έκανε λόγο για το ενδεχόμενο η Κίνα να συμφωνήσει να κλείσει το χάσμα των εμπορικών συναλλαγών σε πενταετή ορίζοντα, κυρίως μέσω της αγοράς περισσότερων αγαθών από τις ΗΠΑ. Η Κίνα φέρεται μάλιστα να πρότεινε να αυξήσει τις εισαγωγές από τις ΗΠΑ ως τα 600 δις δολάρια μέχρι το 2024. Για τους αναλυτές πάντως, αν τελικά ο πρόεδρος των ΗΠΑ, πέρα από τους δασμούς σε κινεζικά προϊόντα αξίας 200 δις δολάρια στο 25% από 10%, επιβάλει και δασμούς 25% σε άλλα κινεζικά προϊόντα αξίας 325 δις δολάρια, καλύπτοντας ουσιαστικά όλα τα προϊόντα που εισάγουν οι ΗΠΑ από την Κίνα, θα πρόκειται για μια δραματική κλιμάκωση της έντασης μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη, μεταβάλλοντας το επενδυτικό ρίσκο σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι οικονομολόγοι υπολογίζουν πως η αύξηση στους δασμούς σε κινεζικά προϊόντα αξίας 200 δις δολάρια οδηγεί σε απώλειες 0,5% του κινεζικού ΑΕΠ και 0,2% του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Οι εμπορικές εντάσεις ΗΠΑ – Κίνας αποτελούν σύμφωνα με τους γεωστρατηγικούς αναλυτές μέρος ενός μεγαλύτερου πολιτικού παιχνιδιού, στο οποίο οι δυο τους μάχονται για την πολιτική και την οικονομική υπεροχή. Για τις ΗΠΑ, η Κίνα είναι ο πλέον «στρατηγικός ανταγωνιστής», αφού είναι ο υπ´αριθμόν ένα πιστωτής της και μπορεί να προκαλέσει κραδασμούς εάν πουλήσει μέρος του 1,1 τρις δολάρια αμερικανικών ομολόγων που κατέχει. Μπορεί λοιπόν επί του παρόντος, οι συνομιλίες να είναι σε αδιέξοδο και οι εντάσεις να κλιμακώνονται, δημιουργώντας προβλήματα στο παγκόσμιο εμπόριο, αλλά δεν συμφέρει κανέναν να πάρουν τη μορφή ενός εξοντωτικού πολέμου».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ