Ανεξαρτήτως των εντυπώσεων από την προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή –που κι αυτές δεν ήταν οι καλύτερες για την κυβέρνηση –κατέστη φανερό στους πάντες ότι η θέση της χώρας δεν είναι και η καλύτερη.
Παρά τα όσα υποστηρίζει ο Πρωθυπουργός, το σχέδιο επί του οποίου διαπραγματεύεται η κυβέρνηση δεν είναι το δικό της, αλλά αυτό της τρόικας. Και όπως όλα δείχνουν δεν υπάρχουν και πολλά περιθώρια να αλλάξει ουσιαστικά.
Οσοι παρακολουθούν από κοντά τις διεξαγόμενες εδώ και πέντε χρόνια διαπραγματεύσεις με τους εταίρους και τους δανειστές γνωρίζουν ότι πάντα υπάρχουν κάποια περιθώρια προσαρμογών ή χρονικής μετάθεσης ορισμένων μέτρων, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αλλάξει ριζικά το σχέδιο που παρέδωσε ο Γιούνκερ στον κ. Τσίπρα.
Πιθανώς κάποιες από τις ακραίες προβλέψεις του σχεδίου της τρόικας να απαλειφθούν, ωστόσο οι στόχοι, οι επιδιώξεις, οι επιμέρους γενικές πολιτικές και τα μέτρα που τις υποστηρίζουν δεν μπορούν να αλλάξουν δραματικά, εκτός και αν αντικατασταθούν από άλλα ισοδύναμου δημοσιονομικού αποτελέσματος. Είναι η δομή του σχεδίου τέτοια, η αλληλουχία στόχων και μέτρων που το χαρακτηρίζει και δεν επιτρέπει μεγάλες παρεμβάσεις.
Από τη στιγμή μάλιστα που ο κ. Τσίπρας αποδέχθηκε τον στόχο της δημοσιονομικής σταθερότητας και υιοθέτησε την κλιμάκωση των πρωτογενών πλεονασμάτων στον χρόνο, δεν μπορεί να ελπίζει κανείς σε σοβαρές τροποποιήσεις αυτού του σχεδίου.
Επειδή ωστόσο παραμένει ταλαντευόμενος και είναι δύστοκος, όπως έχει αποδειχθεί, στη λήψη των αποφάσεων, κινδυνεύει με τη στάση του να επιτείνει το ήδη επιβαρυμένο κλίμα αβεβαιότητας.
Αν παραταθεί επί μακρόν το κλίμα αναμονής, αν στις επόμενες λίγες μέρες δεν υπάρξουν αποφάσεις ικανές να οδηγούν σε συμβιβαστική συμφωνία με τους εταίρους, τότε η κατάσταση μπορεί να ξεφύγει από τον έλεγχο της πολιτικής.
Ετσι κι αλλιώς η κατάσταση είναι οριακή. Από μόνη της είναι επικίνδυνη.
Αν διαμορφωθεί η πεποίθηση ότι απομακρυνόμαστε από μια συμφωνία με τους εταίρους κανείς δεν μπορεί να προδιαγράψει με ασφάλεια τη συνέχεια.
Και όλα θα εξαρτηθούν από τη συμπεριφορά των πολιτών. Τυχόν επικράτηση πανικού θα επιβάλει μέτρα περιορισμού της κίνησης κεφαλαίων, αυτά με τη σειρά τους θα κλονίσουν τη θέση των τραπεζών και θα οδηγήσουν την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σε απομείωση της αξίας των ελληνικών ενεχύρων, με αποτέλεσμα την επιδείνωση της κρίσης ρευστότητας στην ελληνική οικονομία.
Γίνεται φανερό ότι στην κατάσταση που βρίσκεται η χώρα δεν ελέγχονται όλα από τους πολιτικούς. Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν είναι πολλοί, εγχώριοι και διεθνείς, πραγματικοί και ψυχολογικοί.
Τέτοιες συνθήκες είναι εξαιρετικά επικίνδυνες για τη σταθερότητα της οικονομίας και τη θέση της χώρας.
Το δυστύχημα είναι ότι από τους λόγους των κυβερνώντων προκύπτει πως δεν υπάρχει επαρκής κατανόηση των συνεπειών που μπορούν να προκύψουν από τέτοιες καταστάσεις. Και το χειρότερο είναι ότι οι περισσότεροι τρέφουν ψευδαισθήσεις ότι οι εταίροι θα κάνουν πίσω, ότι θα φοβηθούν. Δεν αντιλαμβάνονται ότι οι ξένοι διαμορφώνουν σταδιακά την πεποίθηση ότι «δεν μπορεί να υπάρξει συνεννόηση με τους Ελληνες», οπότε «αφήστε τους να κάνουν ό,τι θέλουν» ή σε πιο κυνική εκδοχή «αφήστε τους να χρεοκοπήσουν».
Σε κάθε περίπτωση η χώρα ζει επικίνδυνες μέρες. Κάθε πράξη, κάθε κίνηση μετράει. Ας το κατανοήσουν πρώτοι οι κυβερνώντες.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



