Τα δύο πρόσωπα του Γιώργου Κιμούλη

H υποκριτική
Μια παρατεταμένη συζήτηση αρκετών μηνών έκλεισε και τυπικά. Ο Γιώργος Κιμούλης δεν θα είναι υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων με τον ΣΥΡΙΖΑ. Ηταν μάλλον αναμενόμενο. Ο ίδιος, ερωτηθείς πριν από περίπου ενάμιση χρόνο, είχε ήδη ξεκαθαρίσει ότι δεν σκέφτεται να αναμειχθεί στην ενεργό πολιτική. «Κάνω άλλη εργασία, είμαι ηθοποιός» είχε πει. Το κλίμα, φυσικά, είχε φροντίσει να το δυναμιτίσει. Στα highlights συγκαταλέγεται η άρνησή του να φωτογραφηθεί με τον υπουργό Πολιτισμού Πάνο Παναγιωτόπουλο μετά το τέλος της παράστασης «Μήδεια», όπου και πρωταγωνιστούσε το καλοκαίρι. «Δεν φωτογραφίζομαι με πολιτικούς, εκτός αν τους παντρεύομαι» λέγεται ότι σχολίασε με χιούμορ. Ο «πολιτικός» γάμος με τον ΣΥΡΙΖΑ είναι πάντως γεγονός, έστω και αν δεν έλαβε χώρα τελικώς στο δημαρχείο.
«Ενας ηθοποιός κρίνεται όταν πεθάνει» δήλωνε το 2006 στο «Βήμα». Ο ίδιος, ωστόσο, γνωρίζει ότι είναι από τους ηθοποιούς που κρίνονται συνεχώς. Ο Κιμούλης έφερε κάτι νέο και γοητευτικό στην υποκριτική. Εκείνο το νευρικό παίξιμο, το χαρακτηριστικό «σαλεμένο» βλέμμα του, τη γοητευτική του υπερκινητικότητα, το ταλέντο με τις κωμικές αποχρώσεις και τις δραματικές κορυφώσεις. Οσοι τον είδαν στην παράσταση «Χιτ» το 1979 δίπλα στον Δημήτρη Χορν δεν δίσταζαν να κάνουν λόγο για τον διάδοχο του μεγάλου ηθοποιού. Από τότε έχουμε γνωρίσει τουλάχιστον 30 «νέους Χορν», κάτι που αποδεικνύει και την αμετροέπεια ορισμένων «κριτικών».
Ο Κιμούλης δεν ακολούθησε την προβλεπόμενη πορεία. Χωρίς να γίνει σκλάβος του κοινού, δεν μπόρεσε ποτέ να αναδειχθεί σε μεγάλο δάσκαλο. Δεν ήταν τόσο το γεγονός ότι έκανε κακές επιλογές. Ο ίδιος κουβαλά από μόνος του ένα ρεπερτόριο που θα μπορούσε να ανήκει σε ένα Εθνικό Θέατρο – στηριζόμενος, σημειωτέον, στις δικές του πλάτες και όχι σε κρατικές επιχορηγήσεις. Η μανία του ρολίστα, όμως, και ο συγκρουσιακός χαρακτήρας του οδηγούσαν σε υπερβολές, με τον ίδιο να βαδίζει στη συλλογική συνείδηση κάπου στο μεταίχμιο μεταξύ εμπορικότητας και ποιότητας, διατηρώντας πάντα τη θεατρική μετοχή του σταθερή.
Πάντα υπήρχαν οι μαγικές στιγμές, όπως για παράδειγμα στην παράσταση «Μάκβεθ» το 1995 ή, δέκα χρόνια αργότερα, στον «Αρχιμάστορα Σόλνες». Η αρχαία ελληνική τραγωδία φαίνεται να μην του ταιριάζει και τόσο. Ατυχέστατη στιγμή ο «Ορέστης» του Ευριπίδη το 1998, σε σκηνοθεσία Μίμη Κουγιουμτζή, όπου η σπασμωδική του άρθρωση είχε καταφέρει να εκνευρίσει αρκετούς.

Και η μόνιμη οργή

Είναι ο Γιώργος Κιμούλης ο πιο μισητός άνθρωπος του ελληνικού θεάτρου; Η απάντηση δεν θα είναι ποτέ μία. Υπάρχουν άνθρωποι που τον λατρεύουν και άλλοι που τον απορρίπτουν.

Ο Γιώργος Κιμούλης έχει καταφέρει να συνδέσει το όνομά του με τη φιλοσοφία της σύγκρουσης, με τη φήμη του δύστροπου συνεργάτη και του δύσκολου εν γένει ανθρώπου. Αποχωρήσεις συνεργατών και φήμες για ομηρικούς καβγάδες, που όμως ποτέ δεν επιβεβαιώθηκαν, σκιαγραφούν την πολυσύνθετη, αινιγματική προσωπικότητά του. Σε κάθε περίπτωση τα κουτσομπολιά της κουίντας, όσο ενδιαφέροντα και πικάντικα και αν είναι, δεν έχουν καμία σημασία για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, το οποίο είναι και αυτό που πρέπει να αφορά το κοινό. Το πρόβλημα με τον Γιώργο Κιμούλη, τουλάχιστον για τους επικριτές του, είναι ακριβώς ότι ο δύσκολος χαρακτήρας του δεν τον άφησε να εξελιχθεί. Για αυτόν τον λόγο, λένε, η υποκριτική του, παρότι ανέκαθεν γοητευτική, παραμένει κολλημένη στον χρόνο, εγκλωβισμένη στις μεγάλες ευκολίες του ταλέντου του.

Τα τελευταία χρόνια, άλλωστε, διακατέχεται από μια υπερβολική και διαρκή επιθετικότητα. Αποκορύφωμα αποτελεί η στήλη του «Η κριτική της κριτικής», που εγκαινίασε το 2010 για μικρό χρονικό διάστημα σε ειδησεογραφική σελίδα, με αφορμή την παράσταση «Οιδίπους Τύραννος» του Σπύρου Ευαγγελάτου. «Κανείς από τους γνωστούς κυρίους ή κυρίες δεν θα γράφει πλέον με την ίδια άνεση που πέρδεται» έγραφε χαρακτηριστικά. Το αποτέλεσμα ήταν κείμενα προσωπικών επιθέσεων προς όσους είχαν τολμήσει να του ασκήσουν κριτική, ιδιαίτερα σκληρά, με εκφράσεις πεζοδρομίου, που έριχναν το επίπεδο του δημόσιου λόγου. Δημιούργησε δηλαδή ό,τι ακριβώς είχε στηλιτεύσει προηγουμένως.

Εσχάτως ο ταλαντούχος ηθοποιός εμφανίζεται μονίμως εξοργισμένος. Ακόμη και η επίθεση στον συγγραφέα Τάκη Θεοδωρόπουλο, ο οποίος τόλμησε να κριτικάρει τα λεγόμενα μιας τηλεοπτικής του εμφάνισης, έμοιαζε εντελώς περιττή.

Εν πάση περιπτώσει, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε το δικαίωμά του να «τρέφεται» από όλα αυτά. «Εύχομαι, όμως, να συνεχίσουν οι άνθρωποι να με “χτυπούν”, να μου κάνουν κριτική, πολλές φορές κακοπροαίρετη, και για την ακρίβεια η κριτική τους να μετέρχεται και να αλλάζει, να γίνεται πολεμική, γιατί αυτό με κρατάει στη ζωή» δήλωνε στο «Βήμα» το 1997. Προς το παρόν, μετά τον «Τζον Γαβριήλ Μπόρκ-μαν», ανεβαίνει στη σκηνή με τον «Επιστάτη» του Χάρολντ Πίντερ. Η μεταμόρφωσή του, για μία ακόμη φορά, είναι ολική.

Αδέκαστη

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk