• Αναζήτηση
  • Τέλος και τω Θεώ δόξα!

    Το νέο καθολικό του Ιερού Ησυχαστηρίου Τιμίου Προδρόμου στο Ακριτοχώρι Σερρών είναι έτοιμο και τα θυρανοίξια, η τελετή δηλαδή για την πρώτη ημέρα λειτουργίας του, πραγματοποιήθηκαν στο τέλος του προηγούμενου χρόνου.

    Το νέο καθολικό του Ιερού Ησυχαστηρίου Τιμίου Προδρόμου στο Ακριτοχώρι Σερρών είναι έτοιμο και τα θυρανοίξια, η τελετή δηλαδή για την πρώτη ημέρα λειτουργίας του, πραγματοποιήθηκαν στο τέλος του προηγούμενου χρόνου. Μέσα σε ένα πανέμορφο τοπίο, μερικά βήματα μακριά από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και τη λίμνη του Μπέλες στο βάθος, θα εορτασθεί από τις μοναχές και τον κόσμο που θα συρρεύσει εκεί το πρώτο Πάσχα. Ακόμη μία εκκλησία; Οχι ακριβώς. Πρόκειται για ναό που χτίστηκε με πρότυπα ναοδομίας αιώνων πριν, χωρίς το μπετόν να έχει το επάνω χέρι, χωρίς την αλαζονική χρήση υλικών και τεχνολογιών που ισοπεδώνουν την αισθητική μας. Ολα έγιναν κυριολεκτικά με τον σταυρό στο χέρι, χωρίς να λείπει η επιστήμη όπου χρειάστηκε.
    Κοιτάζω τη φωτογραφία του καινούργιου ναού και χαίρομαι το πόσο δεμένος με το υπόλοιπο τοπίο μού φαίνεται. Ακόμη και με τον μολυβένιο ουρανό που συχνά βλέπουν οι γύρω κάτοικοι πάνω από τον τόπο τους. Οι πέτρες στο πλακόστρωτο και στους τοίχους είναι περίπου ένα, χρωματικά και ως υφή. «Τους κορμούς των δέντρων δεν πρέπει να τους βλέπουμε μόνο σαν ξύλα για τη φωτιά και οι πέτρες γύρω μας δεν βρίσκονται εκεί για να σκοντάφτουμε πάνω τους, όλα αυτά δεν είναι «εμπόδια» στον δρόμο μας» μου λέει ο Γιάννης Μεϊχανετζόγλου, ο άνθρωπος που έκανε την επίβλεψη και φρόντισε για την όλη κατασκευή, από την πρώτη ως την τελευταία πέτρα. Εχοντας βρεθεί επί τόπου, όταν ακόμη το έργο ήταν στην αρχή, θυμάμαι τους τεράστιους γκρίζους και πράσινους γνεύσιους και αμφιβολίτες, κατάλοιπα προϊστορικών παγετώνων, που είχαν μαζέψει από τη γύρω περιοχή και είχαν αποθηκεύσει στο εργοτάξιο. Για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος, όταν έπρεπε να συγκεντρώσουν το υλικό αυτό χωρίς να δημιουργηθούν πληγές, έβαλαν όρο στον εαυτό τους να αποφύγουν τις εξορύξεις. Πώς όμως θα βρίσκονταν οι ποσότητες των υλικών που χρειαζόταν ο ναός; Επελέγη ένας αρκετά πιο επίπονος δρόμος. Αυτός της αναζήτησης μέσα στο δάσος επιφανειακών λίθων, μεγάλων και μικρών, που οδηγήθηκαν – με αρκετό κόπο, είναι η αλήθεια – ως τον χώρο του χτισίματος. Για τα θεμέλια και μόνο γι’ αυτά επελέγη το μπετόν. Διότι εκεί έχει καλύτερη συμπεριφορά στην περίπτωση σεισμικών αναταράξεων. Επίσης η διάβρωση των θεμελίων από τα υπόγεια νερά είναι πιο δύσκολη με το υλικό αυτό.
    Η πατέντα της «τρενοδεσιάς»



    Η κατασκευή κάθε τρούλου, όταν δεν γίνεται μια κι έξω με τον συνηθισμένο τρόπο, καλούπωμα και μπετόν, απαιτεί ιδιαίτερη τέχνη και περισσότερο χρόνο βέβαια. Αφού βρεθεί το κέντρο του τρούλου, αρχίζει το κτίσιμο με τη βοήθεια ενός νήματος και με απλά διάτρητα τούβλα που χτίζονται περιφερειακά δημιουργείται ένα ημισφαίριο. Για λόγους όμως αισθητικής στο τέλος χτίζεται και ένα εξωτερικό περίβλημα που αγκαλιάζει ένα μέρος του τρούλου κρύβοντας λίγο από το ημισφαίριο, κάνοντας πιο γλυκές τις εξωτερικές καμπύλες στο μάτι του παρατηρητή

    Φτιάχτηκε λοιπόν ένα πλαίσιο από οπλισμένο σκυρόδεμα, τσιμέντο, χαλίκια και σίδερα δηλαδή, διαμορφωμένο σαν ανάποδο Τ ως την επιφάνεια του εδάφους, αλλά μόνο ως εκεί. Θέτοντας ξανά το ερώτημα κατά πόσον έχουν θέση στην ορθόδοξη ναοδομία οι τσιμεντοκατασκευές. Διότι από το χώμα και ως την κορυφή ο ναός χτίστηκε μόνο με πέτρες και οι τρούλοι με τούβλα. Και μάλιστα οι τοίχοι είχαν σεβαστό πάχος, που σημαίνει και μεγάλο βάρος. Αυτό βέβαια δημιουργεί πρόβλημα καθώς ο τοίχος υψώνεται. Τους προηγούμενους αιώνες τοποθετούσαν σε διάφορα ύψη παράλληλα με το έδαφος ξύλινες δοκούς για να «δένεται» το κτίριο (ξυλοδεσιές). Μόνο που αυτή η μέθοδος είχε το ελάττωμα να σαπίζουν κάποτε οι ξύλινες δοκοί, δημιουργώντας πρόβλημα στην αντοχή του κτιρίου. Στον συγκεκριμένο ναό η λύση βρέθηκε, δημιουργώντας προηγούμενο και για άλλα κτίρια. Διότι αντί για τις ξύλινες δοκούς ή το τσιμεντένιο σενάζι χρησιμοποίησαν παλιές άχρηστες σιδηροτροχιές, που παραχωρήθηκαν από τον ΟΣΕ. Και αφού τις ξεσκούριασαν, τις απάλλαξαν δηλαδή από το στρώμα του οξειδωμένου σιδήρου, και τις κάλυψαν με αυξημένης αντοχής αντισκωριακό, τις τοποθέτησαν, χωρίς να φαίνονται, μέσα στους τοίχους και τις συνέδεσαν μεταξύ τους με ειδικούς συνδέσμους στις γωνίες όπου συναντιόταν η μία με την άλλη. Ετσι το κτίριο, με εμβαδόν περίπου 500 τετραγωνικών, είναι «δεμένο» και δεν έχει φόβο να ανοίξει από το βάρος των τοίχων. Που είναι βέβαια φτιαγμένοι με τον κλασικό παλιό τρόπο ώστε όσο αυξάνεται το ύψος να μειώνεται το πάχος.

    Ενα δέντρο μεγαλώνει στο Ακριτοχώρι


    Ηταν κάτι πρωτόγνωρο να βλέπεις το κτίριο να ορθώνεται όλο μαζί σαν ένα φυτό που μεγαλώνει αρμονικά. Ολος ο κορμός, όλα τα κλαδιά, όλα τα φύλλα μαζί. Οι κλίμακες, για παράδειγμα, χτίζονταν σκαλοπάτι προς σκαλοπάτι καθώς αυξανόταν και το ύψος των τοίχων. Στις συνηθισμένες και κάπως πιεσμένες από τον χρόνο κατασκευές η σκάλα καλουπώνεται συνήθως τελευταία στον κάθε όροφο και είναι σαν να την «καρφιτσώνεις» στους τοίχους εκ των υστέρων. Η σκάλα άλλωστε και στις συμβατικές οικοδομές θεωρείται σαν κάτι πιο δύσκολο και πρέπει κάποιος που ξέρει από αυτά να την αναλαμβάνει. Εδώ μεγάλωνε μαζί με τους γύρω τοίχους και ενσωματωνόταν το κάθε σκαλοπάτι σε αυτούς. Οσοι όμως δούλεψαν στο εργοτάξιο δεν ήταν διαλεγμένοι ένας προς έναν έτσι ώστε να αποτελέσουν μια επίλεκτη ομάδα χτιστάδων σχετικών με αυτού του είδους την οικοδομή. Ακολουθήθηκε ο ακριβώς αντίθετος δρόμος. Το συνεργείο επανδρώθηκε από ανειδίκευτους εργάτες, που εκπαιδεύονταν από την αρχή σε κάθε στάδιο της κατασκευής. Με αυτόν τον τρόπο επιδιώχθηκε η αυθεντικότητα του έργου, διότι αυτός που επέβλεπε γινόταν ταυτόχρονα και εκπαιδευτής για να καταφέρει να αποκομίσει από τους συνεργάτες του οικοδόμους ακριβώς το αποτέλεσμα που οραματίστηκε για το έργο. Σήμερα δεν είναι εύκολο να βγει αλλιώς τέτοιο αποτέλεσμα από έναν κατασκευαστή λόγω έλλειψης τεχνιτών με εκπαίδευση στην παραδοσιακή και φυσική μέθοδο δόμησης. Επιπλέον ο εκπαιδευμένος συμβατικά οικοδόμος μπορεί να έχει περιορισμένη εξειδίκευση σε έναν και μόνο τομέα της κατασκευής, και να δυσκολευθεί να προσαρμοστεί σε μεθόδους και ρυθμούς εργασίας που ανήκουν σε μια παλαιότερη εποχή.
    Αυτό συνέβη και με τους σοβάδες. Που δεν έγιναν με κάποιο μηχάνημα και δεν εκτοξεύθηκε στα γρήγορα το υλικό τους, ούτε πέρασαν από επεξεργασία για να βγουν λείοι και ισοπαχείς. Φτιάχτηκαν με το χέρι, χωρίς μαστάρι, χωρίς δηλαδή τον ξύλινο πήχυ που στρώνει το υγρό ακόμη κονίαμα στον τοίχο. Ετσι, η επιφάνειά τους είναι τραχιά και με διαφορετικές μικροκλίσεις, ώστε το φως που κατορθώνει να εισχωρήσει στον ναό από τα στενά παράθυρα να σκεδάζεται με διαφορετικές γωνίες φτιάχνοντας μια διαφορετική και σαφώς πιο απόκοσμη ατμόσφαιρα από εκείνη που συναντούμε σε ένα συμβατικό δωμάτιο. Με μια ανάλογη αισθητική αντίληψη λειάνθηκαν οι επιφάνειες των μαρμάρων, που ως υλικό το συναντά ο επισκέπτης μόνο στο εσωτερικό του ναού. Ο τρόπος με τον οποίο τοποθετήθηκαν τα μάρμαρα στα δάπεδα και στους περιμετρικούς εσωτερικούς τοίχους παραπέμπει στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης, ενώ οι επιφάνειές τους λειάνθηκαν τόσο μόνο όσο χρειαζόταν ώστε να μη δίνουν την εντύπωση ότι έχεις μπροστά σου έναν μαρμάρινο καθρέφτη ή στο δάπεδο ένα… παρκέ διαρκείας.
    Με ένα καρφί και ένα νήμα



    Τα μάρμαρα στο δάπεδο έχουν τέτοια εντυπωσιακή εμφάνιση που δεν σε αφήνουν να υποψιαστείς ότι έχουν συντεθεί από κομμάτια που υπήρχαν στα αζήτητα των λατομείων της περιοχής και αποκτήθηκαν με ελάχιστα έως και καθόλου χρήματα. Ακόμα, δεν έχουν τριφτεί τόσο ώστε η γυαλάδα και οι αντανακλάσεις να κλέβουν τη ματιά και να μη σε αφήνουν να αντιληφθείς το σύνολο

    Και κοιτάζοντας αντίθετα, προς τα επάνω δηλαδή, βλέπεις τους τρούλους, που ελαφροπατούν στην υπόλοιπη κατασκευή καθώς είναι φτιαγμένοι από κοινό διάτρητο τούβλο. Για να επιτευχθεί η σφαιρικότητά τους, που αναπαύει το μάτι, αρκούσε ένα καρφί και ένα νήμα. Οταν τελειώσει το κυλινδρικό τμήμα και η σκαλωσιά έχει υψωθεί τόσο ώστε να έχει έλθει η σειρά της σφαιροειδούς σκεπής, βρίσκουν το κέντρο του κυλίνδρου σ’ εκείνο το σημείο, στερεώνουν ένα καρφί και σε αυτό δένεται ένα νήμα. Αυτό χρησιμεύει ως οδηγός για το πώς θα κλείσει βαθμιαία η καμπυλωτή στέγη που θα δώσει στον τρούλο την τελική του ημισφαιρική μορφή.

    Γύρω από το σημείο όπου θα χτιζόταν ο ναός στήθηκε ένα εργοτάξιο που συνδύαζε το παλιό με το νέο. «Χτίζω παραδοσιακά δεν σημαίνει ότι πρέπει να κουβαλήσω τις πέτρες με το τετράποδο υποζύγιο. Οι τεράστιοι βράχοι χρειάζονταν και μερικούς στιβαρούς γερανούς για να τους σηκώνουν και να τους τοποθετούν στη θέση τους. Εκπαιδεύτηκαν οι εργάτες και σ’ αυτή τη δουλειά και όλα τα βαριά στοιχεία, όπως οι εσωτερικές κολόνες και οι σιδερένιες δοκοί διπλού Τ (οι απαραίτητες για το «δέσιμο» και εσωτερικά του ναού), πέρασαν από το άνοιγμα όπου τελικά θα καθόταν ο κεντρικός τρούλος. Ο οποίος τοποθετήθηκε τελευταίος, σφραγίζοντας κατά κάποιον τρόπο και συμβολικά το έργο συμβάλλοντας, με τη διοχέτευση του εξωτερικού φωτός σχεδόν μόνο από τα μακρόστενα ανοίγματα των τρούλων στην παραδοσιακή εσωστρέφεια του ορθόδοξου ναού και στην αίσθηση ότι το φως έρχεται μόνο από ψηλά.
    Οταν το βλέμμα πέφτει στο δάπεδο ο επισκέπτης κυριολεκτικά ζαλίζεται από τον πλούτο των σχεδίων που έχουν επιτύχει οι κατασκευαστές. Τείνεις να πιστέψεις ότι όλοι αυτοί οι συνδυασμοί έχουν γίνει ύστερα από παραγγελία σε ειδικευμένους τεχνίτες και με πανάκριβα υλικά. Η αλήθεια όμως είναι πολύ διαφορετική. Ο άνθρωπος που είχε την επίβλεψη και ήταν υπεύθυνος για την κατασκευή επισκέφθηκε διάφορα λατομεία της περιοχής και μάζεψε ό,τι άχρηστα και αζήτητα κομμάτια μαρμάρων τοπικών ποικιλιών υπήρχαν, τα οποία οι ιδιοκτήτες με ανακούφιση έδιναν, σχεδόν δωρεάν, και με αυτά δημιουργήθηκαν όλοι εκείνοι οι συνδυασμοί στα δάπεδα και στα χαμηλά σημεία των τοίχων. «Ηταν μια δικαίωση του υλικού» μου λέει απλά.
    Οπως στην Αγία Σοφία και στο Κολοσσαίο…


    Πέρα όμως από τα μάρμαρα και τους τρούλους υπάρχει και κάτι αρκετά πιο δύσκολο να το παρατηρήσει ο επισκέπτης, αν δεν είναι της δουλειάς. Πρόκειται για το κονίαμα που χρησιμοποιήθηκε στη λιθοδομή για να συνδέσει τις πέτρες μεταξύ τους. Εκεί πηγαίνουμε στ’ αλήθεια πολύ πίσω στον χρόνο. Στο ρωμαϊκό Κολοσσαίο, στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης και στον Αγιο Πέτρο της Ρώμης εκπλήσσει τους ειδικούς η αντοχή της «λάσπης» που έχει συνδέσει τις πέτρες και οι σεισμοί στο πέρασμα αιώνων ολόκληρων δεν κατάφεραν να αλώσουν. Το βασικό συστατικό του συνδετικού υλικού είναι ο ασβέστης. Ασβέστης βέβαια είναι ένας γενικός όρος που περιλαμβάνει τις μορφές με τις οποίες μπορεί να εμφανιστεί το οξείδιο και το υδροξείδιο του ασβεστίου και του μαγνησίου. Ασβεστολιθικά πετρώματα θερμαίνονται στους 900 βαθμούς Κελσίου και δίνουν ένα υλικό που το λέμε γενικά ασβέστη. Ανάλογα όμως με τη σύσταση των αρχικών πετρωμάτων έχουμε την αερική άσβεστο που σκληραίνει αργά στον αέρα υπό την επίδραση του διοξειδίου του άνθρακα της ατμόσφαιρας. Υπάρχει όμως και κάτι που ονομάζεται υδραυλική άσβεστος, που την αποτελούν κυρίως πυριτικά άλατα του ασβεστίου. Αυτά, με το «σβήσιμο», δηλαδή με το νερό που προσθέτουμε, δίνουν υδροξείδιο του ασβεστίου. Αυτό αντιδρά με το πυρίτιο και προκύπτει τελικά πυριτικό ασβέστιο που είναι πολύ σκληρό και ανθεκτικό υλικό. Χρησιμοποιώντας λοιπόν υδραυλική άσβεστο, τρίμματα κεραμικού υλικού και το ηφαιστειακής προέλευσης υλικό ποζολάνα οι παλιοί αρχιτέκτονες και χτίστες έφτιαξαν τις λάσπες στα μνημεία που αναφέραμε και, όπως γράφτηκε στο περιοδικό «Nature» (Vol. 443, 28.9.2006), οι ειδικοί παρατήρησαν με έκπληξη και μια ικανότητα αυτοεπισκευής των μικρορωγμών που δημιουργούν οι κατά καιρούς σεισμοί. Με το ίδιο λοιπόν αυτό υλικό συνδέθηκαν οι πέτρες και στον νέο ναό, ενώ το ίδιο μπορεί να κάνει και ο καθένας χτίζοντας το δικό του σπίτι.
    Μπορεί όλοι οι επισκέπτες μπαίνοντας να μην κατέχουν όλα τα παραπάνω στοιχεία της δόμησης αυτού του μοναδικού κτίσματος, αλλά βγαίνοντας είναι οι περισσότεροι εντυπωσιασμένοι από την ατμόσφαιρα που επικρατεί στο εσωτερικό. Πρόκειται για ένα κτίριο αξιοθέατο, χρειάστηκε τέσσερα χρόνια για να ολοκληρωθεί και ταυτόχρονα αποτελεί ένα μάθημα αρχιτεκτονικής επιστήμης που γεφυρώνει το χθες με το σήμερα.

    • Ο Ναός του Τιμίου Προδρόμου βρίσκεται έξω από το Ακριτοχώρι στο Ιερό Ησυχαστήριο της γυναικείας μονής με ηγουμένη τη γερόντισσα Ιακώβη. Πρόκειται για μετόχι της αγιορειτικής Μονής Ξενοφώντος. Η ανέγερσή του ήταν ιδέα του Γέροντος Αλεξίου της Μονής Ξενοφώντος και ο σχεδιασμός ανήκει στον πατέρα Σεραφείμ της ιδίας μονής. Τα τελικά αρχιτεκτονικά σχέδια έγιναν από τον Μ. Καντιδάκη και η στατική μελέτη από τον Θ. Ξένο. Την επίβλεψη του έργου, την επιλογή των υλικών, την εκπαίδευση του εργατικού δυναμικού και τη διεύθυνση του εργοταξίου ως την αποπεράτωση είχε ο μηχανικός Ι. Μεϊχανετζόγλου.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Science
    One Channel
    Ο νέος ενημερωτικός τηλεοπτικός σταθμός της Ελλάδας
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk