«Αν δεν ήμουν ο Λαζόπουλος, θα κοβόταν από το τρίτο επεισόδιο» πιστεύει ο δημιουργός της εκπομπής και εξηγεί γιατί απέρριψε τα «παρδαλά ρούχα» και έβαλε κοστούμι, ενώ για τις μετρήσεις σχολιάζει ότι «όποιος βλέπει το κοντέρ χάνει τον δρόμο»
Χρειάστηκαν τρία χρόνια και κάτι για να ανεβεί το «Αλ Τσαντίρι νιουζ» του Λάκη Λαζόπουλου στην κορυφή της τηλεθέασης, σημειώνοντας την περασμένη Τρίτη το εντυπωσιακότατο 45,4%. Και ενώ όταν μεταδόθηκε πρώτη φορά από τον Alpha δεν ξεπερνούσε το 9,5%, από τα τέλη του καλοκαιριού έχει μετατραπεί σε αγαπημένη τηλεοπτική συνήθεια, αναγκάζοντας μάλιστα σημαντική μερίδα του κοινού να απαρνηθεί τον καναπέ για την ατμόσφαιρα του στούντιο. Ο κόσμος δεν επισκέπτεται τον Λαζόπουλο στην έδρα του για να κερδίσει δώρα ή για να χειροκροτεί μηχανικά σε κάθε του ευφυολόγημα. Συμμετέχει ενεργά και αυτό φαίνεται. Η τραγωδία των πυρκαϊών, η παρωδία των εκλογών και η κωμωδία της αλλόκοτης τηλεοπτικής πραγματικότητας αποτελούν την εκρηκτική πρώτη ύλη του δημιουργού ο οποίος δίνει την αίσθηση ότι δεν (αυτο)λογοκρίνεται.
Ο Λάκης Λαζόπουλος εξακολουθεί να είναι επιφυλακτικός απέναντι στις τηλεμετρήσεις, και ας καταγράφουν ότι την περασμένη εβδομάδα τον παρακολούθησαν 1.823.771 άτομα (μάλιστα λόγω της μεγάλης απήχησης της εκπομπής ο σταθμός προγραμμάτισε την επανάληψή της απόψε στις 23.00). Εκεί όπου όλοι αντιμετωπίζουν την επιτυχία του αυτή ως αξιοσημείωτο φαινόμενο, εκείνος βλέπει το όραμα που είχε όταν έκανε πρεμιέρα στον Alpha να δικαιώνεται, έστω με τρία χρόνια καθυστέρηση. «Από την αρχή είχα αγαπήσει την εκπομπή. Τώρα την ερωτεύτηκα κιόλας!» αναφέρει ο ίδιος και μας εξιστορεί την εβδομαδιαία του περιπέτεια.
* Από τον γύφτο στον Σαρλό
«Η εκπομπή άρχισε με πολύ χαμηλή τηλεθέαση. Αν δεν ήμουν ο Λαζόπουλος, δεν θα είχα πίστωση χρόνου, θα κοβόταν από το τρίτο επεισόδιο. Το κακό με τους ανθρώπους της τηλεόρασης είναι ότι αφού φτάσουν στο αποτέλεσμα αγνοούν τη διαδρομή. Από τη στιγμή που οι Ελληνες θα αφιχθούν στην Ιθάκη, νομίζουν ότι ανέκαθεν κατοικούσαν εκεί. Οταν για παράδειγμα άρχισα να καλώ πέρυσι φοιτητές στο στούντιο, με αφορμή τις κινητοποιήσεις τους και η τηλεθέαση παρέμενε στάσιμη, όλοι χαρακτήριζαν το θέμα “αντιεμπορικό” και μου πρότειναν αλλαγή πλεύσης. Η σχέση όμως με τους νέους αυτούς ανθρώπους άρχισε να χτίζεται και τώρα έχει απογειωθεί, αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της εκπομπής και της επιτυχίας της. Αν δεν απευθυνθείς στο πιο ζωντανό κύτταρο της κοινωνίας, θα αργήσει πολύ να ξημερώσει» εξηγεί ο ίδιος, ο οποίος, ενώ άρχισε την εκπομπή με προφορά και ρούχα γύφτου, τον τελευταίο καιρό τα έχει αποβάλει και είναι ο εαυτός του. «Διανύω την καλύτερη φάση της ζωής μου, άρα και της καριέρας μου. Οταν κλαίω μέσα μου, δεν μπορώ να κάνω τον άλλο να γελάσει. Οταν είσαι αδύναμος ψυχολογικά, ζητάς χίλιες δυο γνώμες και απενεργοποιείς το ένστικτό σου. Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν μου άρεσαν τα παρδαλά ρούχα του γύφτου. Δεν αισθανόμουν καλά μέσα σε αυτά, με βασάνιζαν. Οταν ένιωσα καλύτερα, τα απέρριψα. Χρειαζόμουν χρόνο. Ας μου επιτραπεί ο παραλληλισμός: ταυτίζομαι περισσότερο με την εικόνα του Σαρλό, που περιπλανιέται με ένα γκρίζο κοστούμι και εκφράζει αυτά που του λέει η ψυχή του» παρατηρεί και δηλώνει ικανοποιημένος από την απήχηση της εκπομπής όπως αυτή αποτυπώνεται στις αντιδράσεις του κόσμου και όχι στις τηλεμετρήσεις: «Οποιος βλέπει το κοντέρ, χάνει τον δρόμο!».
* Η Λιάνα και η Λιάνη
Χωρίς να σερβίρει ουίσκι ή να προμηθεύει γαρίφαλα στους καλεσμένους, ως είθισται σε άλλες εκπομπές που παραπέμπουν σε μπουζουκομάγαζα της Εθνικής οδού, πολλοί είναι αυτοί που κάνουν από νωρίς κράτηση ώστε να βρεθούν… πρώτο τραπέζι πίστα στο «Αλ Τσαντίρι νιουζ». Οι 350 θέσεις γεμίζουν πάντα, έχοντας φρέσκες τις εικόνες από την εκπομπή της Τρίτης. Ανάμεσα στους… κοινούς θνητούς συρρέουν πλέον και «επώνυμοι», από τη Βάσια Τριφύλλη και τον Ζάχο Χατζηφωτίου ως τη Δούκισσα και τη Δήμητρα Λιάνη την οποία είδαμε την περασμένη εβδομάδα. «Δεν καλώ κανέναν, μόνοι τους έρχονται για να καθήσουν ανάμεσα στο κοινό» διευκρινίζει ο οικοδεσπότης, εκτός βέβαια από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες θα μοιραστεί τον χρόνο της εκπομπής με κάποιον επίτιμο προσκεκλημένο όπως ο Αλέκος Αλαβάνος ή η Λιάνα Κανέλλη. «Είχα καλέσει και την Αλέκα Παπαρήγα, αλλά δεν ήρθε λόγω φόρτου εργασίας. Οταν αργότερα εκείνη ήταν εύκαιρη, δεν μπορούσα εγώ. Κάποια πράγματα είναι θέμα timing» σημειώνει.
* Πώς… στήνεται ένα τσαντίρι
Το επάγγελμα των συνεργατών του Λάκη Λαζόπουλου που καλούνται να παρακολουθούν ατελείωτες ώρες τηλεόρασης κάθε εβδομάδα θα έπρεπε να υπάγεται στα βαρέα και ανθυγιεινά: «Η εκπομπή ξεκινά από αυτά τα παιδιά, μια εικοσαμελή ομάδα με μέσο όρο ηλικίας τα τριάντα, που καταγράφουν όλα τα ευτράπελα της μικρής οθόνης. Εγώ δεν έβλεπα ποτέ τηλεόραση. Οχι από σνομπισμό, λόγω ψυχολογίας. Αδυνατώ να κλειστώ στο σπίτι επί τούτου». Οι… γενναίοι αυτοί viewers που προέρχονται από άσχετους με την τηλεόραση χώρους (απόφοιτοι αρχιτεκτονικής, θεολογίας, κτλ.) σημειώνουν περί τα 400-500 τηλε-αξιοθέατα και τα παραδίδουν στον ίδιο, ο οποίος από το Σάββατο ως τη Δευτέρα δεν ασχολείται με τίποτε άλλο. «Δεν μιλάω σε άνθρωπο, δεν κοιμάμαι, σκέφτομαι συνέχεια πώς θα οργανώσω τα βίντεο, πρέπει να βρω ποια δήλωση θα αναιρεί κάποια άλλη για να τις βάλω δίπλα δίπλα, κ.ο.κ.» εξηγεί και διαψεύδει όσους θεωρούν ότι κάθε εβδομάδα βασίζεται αποκλειστικά στο έμφυτο ταλέντο του να αυτοσχεδιάζει: «Ο αυτοσχεδιασμός είναι της τάξης του 3%. Ολα είναι προμελετημένα και πολύ καλά δομημένα. Τα βίντεο είναι το άλφα και το ωμέγα, οι… παρτενέρ μου. Αν δεν πέσει ένα βίντεο στην ώρα του, όλα καταρρέουν. Ο κόσμος στο στούντιο σε βοηθά να πεις την ατάκα όσο το δυνατόν καλύτερα. Οσο πιο καλό είναι το κοινό τόσο πιο καλή είναι η εκπομπή. Γι’ αυτό και οι ηθοποιοί δεν βαριούνται να παίζουν την ίδια παράσταση κάθε βράδυ στο θέατρο».
Οι νεαροί συνεργάτες του – ορισμένοι από τους οποίους δεν χρειάστηκε καν να περάσουν από συνέντευξη για να προσληφθούν, αφού ένα ευφυές mail που του έστειλαν αρκούσε για να του κάνει το απαραίτητο «κλικ»- βλέπουν ασταμάτητα τηλεόραση ως και την Τρίτη το απόγευμα, για να προλάβουν την επικαιρότητα. Στις 18.00 ο παρουσιαστής μπαίνει στο μακιγιάζ και στις 18.50 – ακριβώς! – τα πάντα είναι στημένα για την τελική πρόβα προτού βγουν στον αέρα. Ενα τελευταίο πέρασμα στα λόγια, στα τραγούδια και φυσικά στα βίντεο και όλα είναι έτοιμα. Και όταν τα φώτα σβήσουν, το πρώτο τηλεφώνημα που θα κάνει ο παρουσιαστής θα είναι στη μητέρα του: «Ο καθένας έχει κάποιον στο μυαλό του όταν παίζει, εγώ έχω εκείνη. Ανυπομονώ να μου πει κάθε φορά πώς της φάνηκε η εκπομπή, τι της είπαν οι γειτόνισσες…».
* Η απειλή Κούγια
«Εγώ τον Λάκη Λαζόπουλο θα βάλω να τον σκοτώσουν» είχε δηλώσει σε πρωινή ενημερωτική εκπομπή μεγάλου καναλιού ο δικηγόρος κ. Αλέξης Κούγιας πριν από περίπου δύο χρόνια, όταν η κόντρα τους είχε φτάσει στο ζενίθ. Η συγκεκριμένη απειλή παίχτηκε πολλάκις από το «Αλ Τσαντίρι νιουζ» και ο Λάκης Λαζόπουλος σχολιάζει σήμερα πόσο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι οι δημοσιογράφοι έχουν φτάσει στο σημείο να ακούνε κάτι τέτοιο χωρίς καν να το σχολιάζουν: «Η τηλεοπτική υπόθαλψη εγκληματιών είναι πρωτοφανής. Εκείνη την ώρα θα έπρεπε να συλληφθούν πρώτοι και καλύτεροι οι δημοσιογράφοι που γίνονται δέκτες μιας τέτοιας απειλής και την αφήνουν ασχολίαστη. Αν περπατάς στον δρόμο και κάποιος σε απειλήσει ότι θα σε σκοτώσει, έχεις κάθε δικαίωμα να πας στην Αστυνομία. Αν ακουστεί όμως κάτι αντίστοιχο στην τηλεόραση, όλοι θα πουν “εντάξει, απλώς υπερέβαλε”. Τα κανάλια έχουν μετατραπεί σε καταστήματα ωμού εκβιασμού του καθενός και αυτό με φοβίζει».
* Το φαινόμενο των «Μήτσων»
«Εφυγα από το Mega έχοντας φτάσει τηλεθέαση με τους Μήτσους ως και 65%. Οταν ξεκίνησε ο Alpha ήταν λευκό χαρτί, μπορούσες να γράψεις μια ιστορία πάνω του, να αρχίσεις από το μηδέν. Οταν… κόβεις βόλτες στο ταβάνι, κάποια στιγμή βαριέσαι, και ανήκω στους ανθρώπους που πλήττουν εύκολα. Οσο γοητευτικό είναι να ανεβαίνεις άλλο τόσο είναι να κατεβαίνεις και να ανεβαίνεις ξανά. Μόνο τότε καταλαβαίνεις ότι έχεις πόδια» θυμάται και επισημαίνει ότι σε ενδεχόμενη φυγή του από τον Alpha το Mega είναι ένα κανάλι στο οποίο θα μπορούσε να επιστρέψει, καθώς η φιλοσοφία του είναι πιο κοντά στη δική του, σε σύγκριση με άλλους σταθμούς.
Η παρουσία της Δούκισσας την περασμένη Τρίτη και ο τρόπος με τον οποίο ξεσήκωσε το κοινό με τα τραγούδια της έπεσε σαν βάλσαμο σε μια τηλεόραση που θυμίζει όλο και περισσότερο σκυλάδικο: «Αυτή είναι η παρακμή: ένας ολόκληρος μηχανισμός βρίσκεται στην υπηρεσία του τελευταίου σε αξία καλλιτέχνη όπως είναι η Στέλλα Μπεζαντάκου. Είναι σαν να έχεις έναν τερματοφύλακα που βάζει συνέχεια αυτογκόλ και αντί να τον διώξεις τον κρατάς στην ομάδα».
Τα μαχαιρώματα
Γνωρίζει ότι προκαλεί τόσο έντονες συμπάθειες όσο και αντιπάθειες: «Δεν με αφορούν όσοι μιλούν πίσω από την πλάτη ενός ανθρώπου, διότι είναι καταδικασμένοι να μένουν πίσω του, αφήνοντάς τον να προχωρά μπροστά. Δεν θέλω να είμαι στο απυρόβλητο. Οπως σατιρίζω, μπορώ να αποτελέσω αντικείμενο σάτιρας από κάποιον ταλαντούχο συνάδελφό μου. Δεν είμαι αλάθητος, είμαι αληθινός. Ο πατέρας μου μού έλεγε πάντα: “Αν λες αλήθεια, ο χρόνος θα σε βρει και θα σε αποζημιώσει”».



