• Αναζήτηση
  • Οι οικονομικές, κοινωνικές και οικιστικές αλλαγές στην περιοχή του Μέσου Αλιάκμονα μετά την οθωμανική κατάκτηση. Η ανασύνδεση με το μεσαιωνικό-βυζαντινό παρελθόν και η εμφάνιση των νέων πόλεων.

    Τεκμήρια ταυτότητας

    Τεκμήρια ταυτότητας Οι οικονομικές, κοινωνικές και οικιστικές αλλαγές στην περιοχή του Μέσου Αλιάκμονα μετά την οθωμανική κατάκτηση. Η ανασύνδεση με το μεσαιωνικό-βυζαντινό παρελθόν και η εμφάνιση των νέων πόλεων. Κ. Γ. ΠΙΤΣΑΚΗΣ Ο αναγνώστης που απροετοίμαστος θα ανοίξει τυχαία το βιβλίο ενδέχεται στην πρώτη αυτή προσέγγιση να αποθαρρυνθεί: ένας τόμος που από τις 350 σελίδες του οι 130 είναι κατάλογοι

    Ο αναγνώστης που απροετοίμαστος θα ανοίξει τυχαία το βιβλίο ενδέχεται στην πρώτη αυτή προσέγγιση να αποθαρρυνθεί: ένας τόμος που από τις 350 σελίδες του οι 130 είναι κατάλογοι ονομάτων και άλλες 100 ευρετήρια ονομάτων προσώπων και τοπωνυμιών. Σπεύδω να τον καθησυχάσω και να τον ενθαρρύνω. Το επίτευγμα της Μαρίας Χριστίνας Χατζηιωάννου είναι ότι αξιοποιώντας το γυμνό αυτό υλικό, που αποτελεί την «πρώτη ύλη» του έργου της, παρήγαγε ένα βιβλίο, όχι μόνο εξαιρετικά ενδιαφέρον και χρήσιμο, αλλά και απολύτως αξιανάγνωστο και μάλιστα γοητευτικό. Αφετηρία, πυρήνας της εργασίας και κύριος κορμός του βιβλίου είναι ένας κατάλογος ονομάτων: το χειρόγραφο αρ. 201 της Μονής της Ζάβορδας, στη Μητρόπολη Γρεβενών, μεγάλου μοναστικού κέντρου της περιοχής, του οποίου η πλούσια συλλογή χειρογράφων μάς έχει δώσει μερικούς θησαυρούς: το μοναδικό χειρόγραφο του Λεξικού του Φωτίου, σπουδαίο εύρημα του Λίνου Πολίτη, καθώς και σημαντικά κείμενα-τεκμήρια της παράδοσης των νομικών πηγών της μέσης βυζαντινής περιόδου. Το χειρόγραφο, που φυλάσσεται σήμερα στη λαμπρή Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης, είναι η «παρρησία» της μονής: μια καταγραφή ονομάτων, ζώντων κυρίως, κατά τη στιγμή της καταχώρησης, προσώπων και λίγων «κεκοιμημένων», κατά εκκλησιαστικές περιφέρειες και κατά οικισμούς, που καλύπτει μια μακρότατη περίοδο από τον 16ο αιώνα ως και τις αρχές του 20ού ­ ουσιαστικά σε δυο μεγάλες περιόδους: την πρώτη ως το 1692, δηλαδή πρακτικά ως το τέλος του 17ου αιώνα, και τη δεύτερη από τον 18ο αιώνα και εξής. Ο κώδικας της Ζάβορδας είναι μια από τις βασικές πηγές που διαθέτουμε για τον ευρύτερο χώρο των σημερινών νομών Κοζάνης και Γρεβενών, και μια από τις λίγες σημαντικές πηγές για την περιοχή αυτή από την εποχή τής κυρίως Τουρκοκρατίας ­ ως τα μέσα περίπου του 1ου αιώνα, όταν με τη συγκρότηση του κοινοτικού συστήματος αρχίζουμε πλέον να έχουμε κοινοτικά κατάστιχα και έγγραφα. Για την ως τότε περίοδο οι εκκλησιαστικές πηγές (από τις αρχιερατικές επαρχίες και τις μονές) είναι ουσιαστικά οι μόνες διαθέσιμες ­ μαζί βέβαια με τις οθωμανικές πηγές που όμως για την περιοχή αυτή, του Μέσου Αλιάκμονα, δεν έχουν δημοσιευθεί.


    Η τοπική ιστοριογραφία είχε εντοπίσει τον πλούτο των πληροφοριών που περιέχει ο κώδικας της Ζάβορδας και τον είχε περιστασιακά χρησιμοποιήσει. Τώρα η επιστημονική αξιοποίηση, κατά συστηματικό τρόπο, αυτού του φαινομενικά στεγνού υλικού, στο σύνολό του, σε συνδυασμό με κάθε άλλο διαθέσιμο στοιχείο από την ιστορία, τις γραπτές πηγές, τις υλικές μαρτυρίες, την αρχαιολογία, την τοπική αγιολογία και την εικονογραφία επιτρέπει στη Μαρία Χριστίνα Χατζηιωάννου να ανασυστήσει την οικιστική εξέλιξη της ευρύτερης περιοχής, με σημείο αναφοράς τον ποταμό Αλιάκμονα και κεντρικό άξονα τη σημαντική μονή της Ζάβορδας. Η ιστορία των οικισμών εξετάζεται παράλληλα με την ιστορία της μονής, από γεωγραφική, κοινωνική και οικονομική άποψη και καταδεικνύεται η μεγάλη τομή που συντελείται στην οικιστική εξέλιξη της περιοχής: η παρακμή του μεσαιωνικού οικιστικού ιστού και το πέρασμα, από τον 16ο αιώνα, προς τη νέα οικιστική πραγματικότητα της κυρίως Τουρκοκρατίας, με την ανάδειξη τελικά, κατ’ εξοχήν τον 18ο αιώνα, των νέων χριστιανικών οικισμών που θα κυριαρχήσουν στην περιοχή (Κοζάνη, Βελβεντό, Σιάτιστα, Γρεβενά).



    Το ερμηνευτικό σχήμα που διατυπώνεται για τη γένεση των οικισμών αυτών είναι το σχήμα των «διδύμων»: παράπλευρα και σε αντιστοιχία προς τις παλαιές μεσαιωνικές οχυρωμένες πόλεις-οικισμούς με στρατηγική σημασία αναπτύσσονται τώρα οι νεότεροι οικισμοί-πόλεις (Σέρβια/Κοζάνη, Σισάνι/Σιάτιστα). Οι σημερινοί «διπλοί» τίτλοι των οικείων εκκλησιαστικών επαρχιών-μητροπόλεων διατηρούν την ανάμνηση των «διδύμων» αυτών και της διαδοχής που μεσολάβησε μέσα στον χρόνο, καθώς το όνομα του παρηκμασμένου μεσαιωνικού οχυρωμένου οικισμού συνάπτεται με το όνομα της αντίστοιχης σημερινής πόλης (και έδρας της μητροπόλεως) και προηγείται εκείνου: Σερβίων και Κοζάνης, Σισανίου και Σιατίστης. Το πλούσιο βιβλίο της Μαρίας Χριστίνας Χατζηιωάννου δομείται, λοιπόν, σε δύο κύρια μέρη. Το δεύτερο μέρος, η βασική τεκμηρίωση, είναι, όπως είδαμε, η φιλολογική παρουσίαση της κύριας πηγής, της «παρρησίας» της Ζάβορδας: η μεταγραφή-έκδοση του κειμένου, τα ευρετήρια των οικισμών, τα ευρετήρια των ονομάτων των προσώπων. Το πρώτο μέρος είναι η παρουσίαση των πορισμάτων της έρευνας, η ανάλυση και διαπραγμάτευση της ιστορικής, κοινωνικοοικονομικής, δημογραφικής, οικιστικής εξέλιξης των οικισμών. Παρουσιάζονται ειδικότερα: (α) Η γεωγραφική ενότητα της κοιλάδας του Μέσου Αλιάκμονα και της οικιστικής περιοχής που τον περιβάλλει. (β) Το μεσαιωνικό οικιστικό στρώμα και η ιστορία του με χαρακτηριστικό-αντιπροσωπευτικό δείγμα την περίπτωση των Σερβίων, των οποίων η ιστορία και η οικιστική εξέλιξη εκτίθεται συστηματικότερα. (γ) Το νέο οικιστικό πλέγμα της Τουρκοκρατίας που εκπροσωπείται, όπως είπαμε, από την Κοζάνη, το Βελβεντό, τη Σιάτιστα ­ καθώς και τα Γρεβενά, που φαίνεται να αποτελούν μια ιδιαίτερη περίπτωση, πέρα από το γενικό ερμηνευτικό σχήμα, με κλειδί την κτηνοτροφική οικιστική εξέλιξη. Καθεμιά από τις ενότητες που αφιερώνονται στις πόλεις αυτές αποτελεί μικρή εν σπέρματι μονογραφία για την αντίστοιχη πόλη και κατ’ εξοχήν αυτή που είναι αφιερωμένη στην Κοζάνη, την πόλη που εξελίσσεται στο σημαντικότερο οικιστικό κέντρο της περιοχής. Η τελευταία αυτή ενότητα είναι, αυτονόητα, η ευρύτερη και διεξοδικότερη, πολύτιμη ιδίως για την επιχειρούμενη διερεύνηση των «θολών» αρχών της ιστορίας της πόλης. Η Μαρία Χριστίνα Χατζηιωάννου καθόλου δεν αγνοεί ­ όπως συμβαίνει συχνά με ιστορικούς της γενιάς και της επιστημονικής παράδοσής της ­ τη σημασία της εκκλησιαστικής ιστορίας και των εκκλησιαστικών δρωμένων. Επισημαίνει εύστοχα τη σημασία του γεγονότος ότι μέσα από την περιοχή περνούν τα όρια μεταξύ δύο εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών, του οικουμενικού πατριαρχείου και της αυτοκέφαλης αρχιεπισκοπής Αχρίδος ­ «πατριαρχείο» την ήθελαν οι φιλόδοξοι αρχιεπίσκοποί της, με κυρίαρχη μορφή, μεταξύ του 17ου και του 18ου αιώνα, τον σιατιστινό αρχιεπίσκοπο Ζωσιμά. Στην αρχιεπισκοπή Αχρίδος υπάγεται, πράγματι, η περιφέρεια της Σιάτιστας, στοιχείο που τη διαφοροποιεί από την περιοχή Σερβίων-Κοζάνης, που υπάγεται στο οικουμενικό πατριαρχείο ­ αυτά ως την κατάργηση της αρχιεπισκοπής Αχρίδος, όπως και του σερβικού πατριαρχείου Πεκίου, το 1767 και την απορρόφησή τους από την Κωνσταντινούπολη.


    Μια επί μέρους ενότητα αφιερώνεται στην ίδια τη μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος της Ζάβορδας, η οποία εξετάζεται μέσα στο όλο μοναστηριακό πλέγμα του Μέσου Αλιάκμονα, με αναφορά και στις άλλες μοναστικές εγκαταστάσεις της περιοχής: η ιστορία της ίδρυσης και του βίου της μονής, η οποία αναδεικνύεται στο σημαντικότερο αναμφισβήτητα μοναστηριακό κέντρο της περιοχής, τα ερευνητικά πορίσματα σχετικά με έναν προϋπάρξαντα ομώνυμο οικισμό, η περιουσιακή κατάστασή της, η δραστηριότητά της στον ευρύτατο χώρο, με τον οποίο συνδέεται και τον οποίο επηρεάζει, που εκτείνεται από τη Θεσσαλία ως την Ηπειρο και την Αλβανία, ο συσχετισμός της με την οικιστική εξέλιξη της περιοχής.


    Το ερμηνευτικό λοιπόν σχήμα που προτείνει η συγγραφέας είναι: Με την οθωμανική κατάκτηση ξεκινά μια περίοδος σημαντικών οικονομικών, κοινωνικών και οικιστικών αλλαγών, συμπεριλαμβανομένης και της εγκατάστασης τουρκικών πληθυσμών στην περιοχή. Η pax ottomana καταργεί την ανάγκη της μεσαιωνικής φρουριακής ζώνης ­ η οποία δεν θα αποκτήσει ξανά στρατηγική σημασία παρά μόνο στον αιώνα μας με τους βαλκανικούς πολέμους. Οι αλλαγές στην περιοχή οδηγούν στην ανάπτυξη νέων πόλεων, με χριστιανικούς κυρίως πληθυσμούς ­ ενώ η ίδρυση της μονής της Ζάβορδας από τον όσιο Νικάνορα το 1532-1534, έναν αιώνα μετά την Αλωση, ενάμιση αιώνα μετά την τουρκική κατάληψη των Σερβίων, αποτελεί καθαυτή μια ανασύνδεση με το μεσαιωνικό-βυζαντινό παρελθόν.


    Τέλος, μια χρησιμότατη «επιλογή βιβλιογραφίας», η οποία μάλιστα είναι συστηματικά καταταγμένη ολοκληρώνει τον τόμο.


    Ο κ. Κ. Γ. Πιτσάκης είναι αναπληρωτής καθηγητής της Ιστορίας του Βυζαντινού και Μεταβυζαντινού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.

    Βιβλία
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk