• Αναζήτηση
  • Καρκίνος : Η ανοσοθεραπεία βρίσκει στόχο

    Τα τελευταία νέα από το ετήσιο συνέδριο των ευρωπαίων ογκολόγων δείχνουν ότι ένα νέο ισχυρό όπλο έχει μπει στη φαρέτρα τους. Και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί, λένε, να καταστήσει τη χημειο-θεραπεία παρελθόν

    Αποστολή, Μόναχο
    Ενα ηλιόλουστο Μόναχο υποδέχθηκε από τις 19 ως τις 23 Οκτωβρίου περί τους 28.000 συνέδρους από 138 χώρες στο πλαίσιο του συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ιατρικής Ογκολογίας (European Society for Medical Oncology, ESMO). Επρόκειτο για ένα συνέδριο άκρως πλούσιο – οι 578 προσκεκλημένοι ομιλητές του, οι 2.052 περιλήψεις μελετών που έγιναν δεκτές, τα 56 δορυφορικά συμπόσιά του είναι μόνο κάποια από τα δείγματα αυτού του επιστημονικού πλούτου – το οποίο αποτέλεσε τον καθρέφτη των πολλών και σημαντικών που λαμβάνουν χώρα αυτή τη στιγμή ανά τον κόσμο ενάντια σε έναν εχθρό με μύρια πρόσωπα, που δεν είναι άλλος από τον καρκίνο. Με τη συνειδητοποίηση πλέον, η οποία έχει μετατραπεί σε πυξίδα για τους ερευνητές, ότι ο καρκίνος αποτελεί… προσωπική υπόθεση – τόσο μοναδική όσο ο καθένας μας ακόμη και μεταξύ ατόμων με την ίδια μορφή της νόσου -, η επιστημονική κοινότητα πασχίζει να προσφέρει την πολυπόθητη «ιατρική ακριβείας» στον κάθε ασθενή: με απλά λόγια, χορήγηση της σωστής θεραπείας στον σωστό άνθρωπο, τη σωστή στιγμή και στη σωστή δόση. Και παρότι αυτή η προσέγγιση  ακριβείας έχει ακόμη δρόμο να διανύσει, οι ολοένα και περισσότερες κερδισμένες μάχες με κύριο πλέον όπλο στη φαρέτρα των γιατρών την ανοσοθεραπεία σκόρπισαν και συνεχίζουν να σκορπίζουν αισιοδοξία ότι ο κλοιός γύρω από τον καρκίνο σφίγγει.

    Πρόσβαση και ανοσοθεραπείες

    Στο επίκεντρο του συνεδρίου βρέθηκε όμως και το φλέγον ζήτημα της πρόσβασης των ασθενών στις νέες, υψηλού κόστους, θεραπείες οι οποίες αλλάζουν πλέον το τοπίο αντιμετώπισης του καρκίνου – διότι αν η μισή επιτυχία στην ανάπτυξη νέων θεραπειών είναι επιστημονική, η άλλη μισή αφορά τη δυνατότητα να λαμβάνουν αυτές τις καινοτόμες θεραπείες που, σύμφωνα με τα στοιχεία, χαρίζουν περισσότερη και καλύτερη ζωή ακόμη και σε ασθενείς με άκρως «δύσκολες», μεταστατικές μορφές της νόσου, όλοι όσοι τις έχουν ανάγκη. «Το Βήμα» βρέθηκε στο Μόναχο για το ESMO 2018 και σήμερα θα προσπαθήσει να σας μεταφέρει μια γεύση των όσων ελπιδοφόρων ετοιμάζονται ενάντια σε έναν αντίπαλο άκρως υπολογίσιμο, αλλά, όπως όλα δείχνουν, όχι ανίκητο. Και μιλούμε για μια γεύση αφού θα ήταν αδύνατον κάποιος να καλύψει τα τόσα πολλά και ενδιαφέροντα που λάμβαναν χώρα ταυτοχρόνως στον αχανή συνεδριακό χώρο Messe München στα περίχωρα της πόλης. Χαρακτηριστικό της τεράστιας επιστημονικής και φαρμακευτικής παραγωγής που παρουσιάστηκε είναι το γεγονός ότι κατά την τελευταία ημέρα του συνεδρίου, οπότε «παραδοσιακά» αναφέρονται τα highlights του (τα σημαντικότερα νέα των προηγούμενων ημερών), η παρουσίαση έγινε ταυτοχρόνως σε δύο διαφορετικές, τεράστιες αίθουσες με διαφορετικό πρόγραμμα στην καθεμιά, αφού ήταν τόσος ο όγκος των ανακοινώσεων που ξεχώρισαν (περιττό να πούμε ότι περιπτώσεις σαν και αυτές απαιτούν… κλωνοποίηση που δεν έχει επιτευχθεί στον άνθρωπο!).
    Δεν χρειαζόταν πάντως κλωνοποίηση για να αντιληφθεί κάποιος ότι η ανοσοθεραπεία αποτελεί πλέον τη νέα «βασίλισσα» στο πεδίο της αντιμετώπισης του καρκίνου – δεν είναι τυχαίο ότι η συγκεκριμένη στρατηγική ήταν και αυτή που έλαβε το εφετινό Νομπέλ Ιατρικής. Προσοχή όμως επέστησαν οι ειδικοί με τους οποίους μιλήσαμε: η ανοσοθεραπεία δεν αποτελεί πανάκεια, αφού σήμερα ποσοστό της τάξεως του 20% των ασθενών αποκρίνονται σε αυτήν. Για τον λόγο αυτόν αναζητείται από πολλές και διαφορετικές ομάδες η βελτίωσή της μέσω της ανεύρεσης καινούργιων σημείων τα οποία θα στοχεύει. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η φιλοσοφία των θεραπειών του είδους που βασίζεται στο να ενισχυθεί το ανοσοποιητικό σύστημα των ασθενών ώστε να πολεμά με επιτυχία τους όγκους εμφανίζει σημαντικά πλεονεκτήματα σε σύγκριση με τη συμβατική και άκρως τοξική χημειοθεραπεία, τη μόνη θεραπεία ενάντια στον καρκίνο που είχαμε στα χέρια μας επί δεκαετίες η οποία «πυροβολεί» αδιακρίτως και υγιή κύτταρα εκτός από τα καρκινικά, με αποτέλεσμα να συνδέεται με πλήθος παρενεργειών.

    Κυτταρική δύναμη

    Τι είναι όμως η ανοσοθεραπεία με απλά λόγια; Στο επίκεντρό της βρίσκεται το ανοσοποιητικό σύστημα το οποίο ήταν γνωστό ότι αποτελεί την πρώτη γραμμή άμυνας εναντίον εχθρών (από ιούς και βακτήρια ως τον καρκίνο) που απειλούν να διαταράξουν την ισορροπία του οργανισμού μας. «Κλειδιά» της απόκρισης του ανοσοποιητικού συστήματος στους «εισβολείς» όπως ο καρκίνος είναι τα Τ-κύτταρά του τα οποία αναγνωρίζουν κάποιες ουσίες επάνω στα καρκινικά κύτταρα (τα αποκαλούμενα αντιγόνα). Οταν αναγνωρίσουν τα αντιγόνα, μέσω ειδικών υποδοχέων, προσκολλώνται στα καρκινικά κύτταρα και ξεδιπλώνουν τον μηχανισμό ανοσοάμυνας εναντίον τους. Τα Τ-κύτταρα όμως διαθέτουν και άλλους υποδοχείς που λειτουργούν ως επιταχυντές ή αντιθέτως ως αναστολείς της διαδικασίας επίθεσης εναντίον των εχθρών (κάποιες φορές χρειάζονται «φρένα» της διαδικασίας ώστε η ανοσολογική απόκριση να μην τεθεί εκτός ελέγχου βάζοντας σε κίνδυνο τον ίδιο τον οργανισμό). Τα κύρια και πιο μελετημένα τέτοια φρένα (που κέρδισαν και το Νομπέλ) είναι η πρωτεΐνη CTLA-4 καθώς και η πρωτεΐνη ΡD-1 των Τ-κυττάρων (πλέον από τους αγαπημένους στόχους των επιστημόνων είναι και μια άλλη πρωτεΐνη, η PD-L1, που εντοπίζεται σε φυσιολογικά αλλά και καρκινικά κύτταρα και αποτελεί τον προσδέτη της PD-1). Οι επιστήμονες λοιπόν έχουν βαλθεί τα τελευταία χρόνια να «σπάσουν αυτά τα φρένα» ώστε να εξαπολυθεί δριμεία επίθεση του ανοσοποιητικού συστήματος στον καρκίνο και η προσπάθειά τους αυτή έχει αποδώσει αρκετούς και σημαντικούς καρπούς.
    Θεραπείες – συγκεκριμένα μονοκλωνικά αντισώματα – που στοχεύουν τα PD-1 και PD-L1 έχουν ήδη λάβει έγκριση για καρκίνους όπως το μελάνωμα, μορφές καρκίνου του πνεύμονα αλλά και για αιμοποιητικούς καρκίνους. Η λίστα ωστόσο των ενδείξεων αυτού του είδους των ανοσοθεραπειών αναμένεται συνεχώς να μακραίνει, όπως φάνηκε μέσα από διαφορετικές ανακοινώσεις που έγιναν στο ESMO 2018, περιλαμβάνοντας μάλιστα πολύ «δύστροπους» μεταστατικούς καρκίνους οι οποίοι μέχρι σήμερα θεωρούνταν αήττητοι.

    Νίκες ελπίδας

    Μια τέτοια περίπτωση είναι ο τριπλά αρνητικός καρκίνος του μαστού: πρόκειται για την πιο επιθετική μορφή καρκίνου του μαστού που εμφανίζεται κατά κύριο λόγο σε νέες γυναίκες και αφορά ποσοστό της τάξεως του 15% επί του συνόλου των καρκίνων του μαστού – όταν η συγκεκριμένη νόσος γίνει μεταστατική, η μέση επιβίωση είναι της τάξεως των 12 ως 15 μηνών. Μέχρι σήμερα οι ασθενείς με τριπλά αρνητικό καρκίνο του μαστού δεν είχαν άλλη θεραπευτική επιλογή από τη χημειοθεραπεία (η οποία μάλιστα στην πλειονότητα των περιπτώσεων σταματά να είναι αποτελεσματική μέσα σε μερικούς μήνες). Και αυτό διότι δεν διαθέτουν υποδοχείς οιστρογόνων ή της πρωτεΐνης ΗΕR2, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να λάβουν ορμονοθεραπεία ή φάρμακα που στοχεύουν την HER2. Μια νέα κλινική δοκιμή όμως φάσης ΙΙΙ που παρουσιάστηκε στο συνέδριο, η ΙΜpassion 130, έδωσε για πρώτη φορά (ανοσο)ελπίδα σε γυναίκες με τη μεταστατική μορφή της νόσου. Στο πλαίσιο της τυχαιοποιημένης μελέτης συμμετείχαν 902 γυναίκες οι οποίες δεν είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία για τη μεταστατική νόσο. Ορισμένες εξ αυτών έλαβαν συμβατική χημειοθεραπεία (nab-πακλιταξέλη) σε συνδυασμό με το μονοκλωνικό αντίσωμα atezolizumab το οποίο στοχεύει την πρωτεΐνη PD-L1, ενώ οι υπόλοιπες τη συμβατική χημειοθεραπεία σε συνδυασμό με εικονικό φάρμακο. Οι δύο κύριοι στόχοι της δοκιμής ήταν να φανεί αν ο συνδυασμός της ανοσοθεραπείας με τη χημειοθεραπεία θα επιβράδυνε την ανάπτυξη του καρκίνου καθώς και αν θα οδηγούσε σε επιμήκυνση της επιβίωσης τόσο σε όλες τις ασθενείς όσο και ξεχωριστά σε εκείνες που εξέφραζαν την PD-L1 (περίπου το 40% των όγκων ήταν θετικοί στην PD-L1).
    Ο μέσος χρόνος παρακολούθησης ήταν 12,9 μήνες. Οπως προέκυψε, ο συνδυασμός των δύο θεραπειών μείωσε τον κίνδυνο επιδείνωσης της νόσου ή θανάτου κατά 20% σε όλες τις ασθενείς και κατά 38% στην υπο-ομάδα που εξέφραζε την PD-L1. Στο σύνολο των ασθενών η μέση επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου ήταν 7,2 μήνες με τη λήψη του θεραπευτικού συνδυασμού και 5,5 μήνες με τη χημειοθεραπεία. Στην ομάδα που ήταν θετική στην PD-L1 η μέση επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου ήταν 7,5 μήνες με τον συνδυασμό και πέντε μήνες μόνο με τη χημειοθεραπεία. Σε ό,τι αφορούσε όμως τη μέση συνολική επιβίωση, στις γυναίκες που εξέφραζαν την PD-L1, αυτή έφθανε τους 25 μήνες σε σύγκριση με 15,5 μήνες στην ομάδα της απλής χημειοθεραπείας. Και μπορεί οι αριθμοί αυτοί να μη σας κάνουν ιδιαίτερη εντύπωση, ωστόσο, κατά γενική ομολογία, είναι άκρως σημαντικοί σε ό,τι αφορά έναν τόσο επιθετικό καρκίνο.
    Τόσο σημαντικοί ώστε οι ειδικοί να θεωρούν ότι πρέπει άμεσα οι αρμόδιες αρχές να κινήσουν τις διαδικασίες ώστε να εισέλθει η συγκεκριμένη ανοσοθεραπεία το ταχύτερο δυνατόν στο «οπλοστάσιο» ενάντια στον άκρως επιθετικό τριπλά αρνητικό καρκίνο του μαστού – σημειώνεται ότι η παρασκευάστρια εταιρεία έχει ήδη υποβάλει αίτηση στους αρμόδιους οργανισμούς σε ΗΠΑ και Ευρώπη. Σχολιάζοντας τα ευρήματα στο «Βήμα» η Κάρμεν Κρισιτιέλο, ερευνήτρια του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Ογκολογίας στο Μιλάνο, εξειδικευμένη στον καρκίνο του μαστού, σημείωσε ότι «η αύξηση της επιβίωσης κατά 10 μήνες στις θετικές στην πρωτεΐνη PD-L1 ασθενείς με μεταστατικό τριπλά αρνητικό καρκίνο του μαστού μέσω της χρήσης του atezolizumab είναι ένα πολύ καλό νέο διότι μέχρι σήμερα οι γυναίκες αυτές δεν είχαν άλλες θεραπευτικές επιλογές. Η εν λόγω ανοσοθεραπεία πρέπει σύντομα να αποτελέσει πρώτης γραμμής θεραπεία για τη συγκεκριμένη ένδειξη και αυτό είναι κάτι που πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη τους οι αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές».
     

    Χωρίς παρενέργειες

    Ενας λόγος παραπάνω, με δεδομένο ότι ο θεραπευτικός συνδυασμός δεν συνδεόταν με σοβαρές παρενέργειες, όπως ανέφερε κατά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων της ΙΜpassion 130 στο ΕSMO ο επικεφαλής της δοκιμής δρ Πίτερ Σμιντ, καθηγητής και διευθυντής του Κέντρου για τον Καρκίνο του Μαστού St. Bartholomew στο Λονδίνο καθώς και επικεφαλής του Κέντρου για τις Πειραματικές Θεραπείες για τον Καρκίνο στο Ινστιτούτο Barts του Πανεπιστημίου Queen Mary. «Ο συνδυασμός της ανοσοθεραπείας με τη χημειοθεραπεία ήταν καλά ανεκτός από τις ασθενείς. Οι περισσότερες παρενέργειες αφορούσαν τη χημειοθεραπεία, παρότι παρουσιάστηκε μια μικρή μόνο αύξηση στη ναυτία και τον βήχα στην ομάδα του συνδυασμού των θεραπειών. Οι παρενέργειες εξαιτίας της ανοσοθεραπείας ήταν σπάνιες, με πιο κοινή τον υποθυρεοειδισμό που εμφανίστηκε στο 17,3% των ασθενών που έλαβαν τον συνδυασμό των θεραπειών και στο 4,3% των ασθενών που έλαβαν μόνο χημειοθεραπεία».
    Τα καλά αυτά αποτελέσματα έχουν ήδη ανοίξει τον δρόμο για περαιτέρω μελέτες σχετικά με το ποια θα ήταν η ιδανικότερη χημειοθεραπεία που θα μπορούσε να συνδυαστεί με το atezolizumab, ώστε να επιτευχθούν τα αρτιότερα αποτελέσματα. Συγχρόνως, όπως ανέφερε η δρ Μαρλίν Κοκ, ογκολόγος από το Ολλανδικό Ινστιτούτο για τον Καρκίνο στο Αμστερνταμ, διερευνάται η χρήση της ανοσοθεραπείας σε συνδυασμό με τη χημειοθεραπεία και σε ασθενείς με πρώιμο καρκίνο του μαστού.

    Αύξηση επιβίωσης

    Από τον καρκίνο του μαστού ας περάσουμε σε έναν άλλο μεγάλο «δολοφόνο» του πληθυσμού – για την ακρίβεια τον κύριο υπαίτιο για θανάτους εξαιτίας καρκίνου παγκοσμίως -, τον καρκίνο του πνεύμονα. Ο καρκίνος του πνεύμονα ταξινομείται γενικά σε δύο βασικές κατηγορίες, τον μη μικροκυτταρικό και τον μικροκυτταρικό. Ο μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα είναι ο κυρίαρχος τύπος και σε αυτόν οφείλεται το 85% των περιπτώσεων καρκίνου στον πνεύμονα. Με τη σειρά του χωρίζεται σε δύο υποτύπους, τον καρκίνο από πλακώδη και μη πλακώδη κύτταρα. Νέα αποτελέσματα της κλινικής δοκιμής φάσης ΙΙΙ IMpower 130 που περιελάμβανε 723 ασθενείς και τα οποία παρουσιάστηκαν στο Μόναχο έδειξαν ότι στον προχωρημένο μη πλακώδη μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα η προσθήκη του μονοκλωνικού αντισώματος atezolizumab στο χημειοθεραπευτικό σχήμα καρβοπλατίνης και nab-πακλιταξέλης ως πρώτης γραμμής θεραπεία αύξησε την επιβίωση των ασθενών σε σύγκριση με την απλή χημειοθεραπεία. Συγκεκριμένα, ο συνδυασμός ανοσοθεραπείας και χημειοθεραπείας οδήγησε σε μέση συνολική επιβίωση της τάξεως των 18,6 μηνών έναντι 13,9 μηνών στην ομάδα που έλαβε μόνο χημειοθεραπεία. Στους 12 μήνες, το 63,1% των ασθενών της συνδυαστικής θεραπείας ήταν εν ζωή σε σύγκριση με το 55,5% της ομάδας της απλής χημειοθεραπείας. Συγχρόνως οι ασθενείς που έλαβαν συνδυαστική θεραπεία εμφάνισαν σημαντική βελτίωση στην επιβίωση χωρίς επιδείνωση της νόσου τους σε σύγκριση με όσους έλαβαν απλή χημειοθεραπεία (7 μήνες έναντι 5 μηνών). Σημειώνεται ότι η συγκεκριμένη ανοσοθεραπεία έλαβε έγκριση από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων τον Σεπτέμβριο του 2017 για τον καρκίνο του πνεύμονα αλλά στη χώρα μας δεν αναμένεται να είναι διαθέσιμη πριν από την άνοιξη του 2019, καθώς χρειάζεται να περάσει από όλες τις χρονοβόρες διαδικασίες αποζημίωσης και τιμολόγησης (ιδού τα θέματα με τη γρήγορη πρόσβαση των ασθενών στις νέες θεραπείες).
    Οπως ανέφερε σχετικά με τις εξελίξεις στον καρκίνο του πνεύμονα ο δρ Μαρκ Σοσίνσκι, ιατρικός διευθυντής του Ινστιτούτου για τον Καρκίνο του Νοσοκομείου της Φλόριδας στο Ορλάντο, ο οποίος και συμμετείχε στην παρουσίαση των αποτελεσμάτων της ΙΜpower 130 «τόσο ο μικροκυτταρικός όσο και ο μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα διαθέτουν μηχανισμούς με τους οποίους επιτυγχάνουν να μειώσουν την απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος εναντίον τους. Το ανοσοποιητικό μας σύστημα πρέπει να αναγνωρίζει τους όγκους ως ξένα σώματα – όπως ακριβώς συμβαίνει όταν γίνεται μεταμόσχευση ενός οργάνου που δεν είναι συμβατό το οποίο ο οργανισμός αναγνωρίζει ως ξένο και το απορρίπτει. Ομως ο καρκίνος έχει τον τρόπο να δημιουργεί ασπίδα και να προστατεύεται από το ανοσοποιητικό. Εχουμε φέρει πλέον στο φως αρκετούς από τους μηχανισμούς που χρησιμοποιεί και έχουμε αναπτύξει νέες προηγμένες θεραπείες εναντίον του με κύριες τις ανοσοθεραπείες που στοχεύουν τις πρωτεΐνες PD-1 PD-L1 και οι οποίες δείχνουν πολύ καλά αποτελέσματα στον καρκίνο του πνεύμονα όταν συνδυαστούν με τη συμβατική χημειοθεραπεία». Σε ερώτηση του «Βήματος» σχετικά με το αν κάποια ημέρα αυτού του είδους οι ανοσοθεραπείες θα «καταργήσουν» τη χημειοθεραπεία, ο δρ Σοσίνσκι απάντησε ότι αυτό ήδη συμβαίνει σε ορισμένες περιπτώσεις. «Σήμερα όταν ασθενείς μου με καρκίνο του πνεύμονα υπερεκφράζουν την PD-L1 – είναι ένα ποσοστό της τάξεως του 25% – λαμβάνουν μόνο ανοσοθεραπεία με πολύ καλά αποτελέσματα, με μέση επιβίωση τους 30 μήνες όταν συνολικά η μέση επιβίωση στον καρκίνο του πνεύμονα είναι 12 μήνες. Μένουν βέβαια ακόμη ερωτήματα να απαντηθούν, όπως το ποιοι ασθενείς ωφελούνται περισσότερο από αυτές τις θεραπείες και ποιοι όχι, καθώς και ποιες νέες στρατηγικές πρέπει να ακολουθήσουμε για τους ασθενείς που δεν ωφελούνται».

    «Αντίο» χημειοθεραπεία;

    Σχολιάζοντας στο περιθώριο του συνεδρίου σε δημοσιογράφους τα ευρήματα σχετικά με τον καρκίνο του πνεύμονα ο κ. Χρίστος Παπαδημητρίου, παθολόγος-ογκολόγος, καθηγητής Ιατρικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και υπεύθυνος της Ογκολογικής Μονάδας στο Αρεταίειο Νοσοκομείο, σημείωσε ότι «την τελευταία δεκαετία σε ό,τι αφορά τον μεταστατικό καρκίνο του πνεύμονα, ο οποίος συνδέεται με τη μεγαλύτερη θνητότητα παγκοσμίως, μετακινούμαστε από την κυτταροτοξική θεραπεία σε θεραπείες που στοχεύουν μοριακά χαρακτηριστικά του καρκίνου και σε θεραπείες που παρεμβαίνουν στην απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος στον καρκίνο. Η ενσωμάτωση αυτών των θεραπειών οδηγεί σε αύξηση της επιβίωσης. Με τη συνεχιζόμενη έρευνα θα προσδιοριστούν οι υπο-ομάδες εκείνες των ασθενών που θα ωφεληθούν περισσότερο από τις νέες θεραπείες. Η έρευνα συνεχίζεται με ιδιαίτερη ένταση για μια νόσο της οποίας ο επιπολασμός συνδέεται με την πιο επιβλαβή συνήθεια, το κάπνισμα, καθώς εννέα στις δέκα περιπτώσεις καρκίνου του πνεύμονα οφείλονται σε αυτό».
    Ανοσοθεραπεία παντού. Οι ανακοινώσεις για τη θετική επίδρασή της σε διαφορετικούς καρκίνους δεν σταματούσαν. Και μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις φάνηκε ότι η ανοσοθεραπεία μπορεί να «παίξει μπάλα» μόνη με καλά αποτελέσματα. Μια τέτοια περίπτωση ήταν αυτή του μεταστατικού ή υποτροπιάζοντος καρκίνου της κεφαλής και του τραχήλου που παρουσιάστηκε στο Μόναχο. Η καθηγήτρια Μπάρμπαρα Μπάρτνες από την Ιατρική Σχολή του Γέιλ ανακοίνωσε τα αποτελέσματα της μελέτης KEYNOTE-048, σύμφωνα με τα οποία η ανοσοθεραπεία pembrolizumab προσέφερε σημαντικά μεγαλύτερη επιβίωση (14,9 μήνες) σε σύγκριση με τη συμβατική θεραπεία (χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα και cetuximab – 10,7 μήνες) σε ασθενείς που εξέφραζαν την πρωτεΐνη PD-L1. «Οι ασθενείς με έκφραση της PD-L1 ζουν περισσότερο όταν λαμβάνουν εξαρχής την ανοσοθεραπεία. Το pembrolizumab φαίνεται να αυξάνει την επιβίωση όταν ο καρκίνος συνεχίζει να αναπτύσσεται, γεγονός που μαρτυρεί ότι πρέπει να αποτελέσει θεραπεία πρώτης γραμμής στον υποτροπιάζοντα και μεταστατικό καρκίνο της κεφαλής και του τραχήλου» σημείωσε η καθηγήτρια.
    Αλλά και οι συνδυασμοί ανοσοθεραπειών φάνηκε ότι μπορούν να θέσουν… εκτός μάχης τη συμβατική, «παραδοσιακή» χημειοθεραπεία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μια μορφή μεταστατικού καρκίνου του παχέος εντέρου και συγκεκριμένα ο ορθοκολικός καρκίνος με υψηλή μικροδορυφορική αστάθεια (MSI) – στον καρκίνο αυτόν, που αποτελεί το περίπου 4% των μεταστατικών ορθοκολικών καρκίνων, τα καρκινικά κύτταρα εμφανίζουν μεταλλάξεις στα γονίδια που συνήθως επιδιορθώνουν το DNA. Η μελέτη CheckMate-142 που παρουσιάστηκε στο συνέδριο από τον καθηγητή Χάινζ Γιόζεφ Λεντς του Κέντρου για τον Καρκίνο Norris στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας στο Λος Αντζελες έδειξε ότι σε ασθενείς με τη συγκεκριμένη μορφή καρκίνου που δεν είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία για τη νόσο τους ο συνδυασμός της ανοσοθεραπείας nivolumab με ipilimumab σε χαμηλή δόση οδήγησε σε συρρίκνωση των όγκων στο 84% των ασθενών ενώ η επιβίωση χωρίς επιδείνωση της νόσου και η συνολική επιβίωση των ασθενών στο έτος ήταν 77% και 83% αντιστοίχως. Σύμφωνα με τον καθηγητή Λεντς τα αποτελέσματα αυτά μαρτυρούν ότι ο ανοσοθεραπευτικός συνδυασμός μπορεί να αποτελέσει πρώτης γραμμής θεραπεία για τους συγκεκριμένους ασθενείς.
    Συνοψίζοντας, η σύγχρονη ογκολογία κάνει τα αδύνατα δυνατά ώστε να ενισχύσει τη δύναμη που ο καθένας μας κρύβει μέσα του και δεν είναι άλλη από την «ανοσο-δύναμή» του προκειμένου να πατάξει τον καρκίνο. Με δύναμη από το Μόναχο λοιπόν που δίνει τη σκυτάλη στη Βαρκελώνη για το ΕSMO του 2019, όπου ελπίζεται ότι θα παρουσιαστούν ακόμη περισσότερες επιστημονικές νίκες ενάντια στη νόσο που έχει τόσα πρόσωπα όσα και τα πρόσωπα των ασθενών που συναντήθηκαν μαζί της.

    «Ανιση η πρόσβαση στις νέες θεραπείες»

    Την τελευταία ημέρα του συνεδρίου «Το Βήμα» μίλησε με τον πρόεδρό του και πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ιατρικής Ογκολογίας, επικεφαλής του Τμήματος Ιατρικής Ογκολογίας του Νοσοκομείου Vall d’Hebron στη Βαρκελώνη και διευθυντή του Ινστιτούτου Ογκολογίας Vall d’Hebron (VHIO) Χοσέπ Ταμπερνέρο. Ο δρ Ταμπερνέρο έθεσε μετ’ επιτάσεως κατά τη συζήτησή μας το ζήτημα της πρόσβασης των ασθενών στις νέες, καινοτόμες θεραπείες. Σαν résumé των λόγων του θα μπορούσαμε να εξαγάγουμε το ότι τους καρπούς της επιστημονικής προόδου πρέπει να τους γεύονται όσο περισσότεροι γίνεται, για να μπορούμε να μιλούμε για ευνομούμενα προηγμένα κράτη.
    «Το μότο του εφετινού συνεδρίου ήταν το να διασφαλίσουμε την πρόσβαση στην καλύτερη δυνατή θεραπεία για τους ασθενείς μας. Διότι δεν είναι μόνο σημαντικές οι επιστημονικές ανακοινώσεις – και από αυτές υπήρχαν πολλές στο ESMO 2018 – αλλά είναι εξίσου σημαντικό οι φορείς που χαράσσουν πολιτική να εξασφαλίζουν ότι όλη αυτή η επιστημονική πρόοδος και καινοτομία θα φθάνει γρήγορα σε όσο περισσότερους ασθενείς γίνεται. Είναι γνωστό ότι τόσο στην Ευρώπη όσο και εκτός αυτής αρκετές χώρες αντιμετωπίζουν προβλήματα στην πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες εξαιτίας κυρίως του υψηλού κόστους. Και είναι δικός μας ρόλος ως επαγγελματιών του χώρου της υγείας που κρατούμε θέσεις-κλειδιά και αποτελούμε τον συνδετικό κρίκο μεταξύ ασθενών και κυβερνήσεων να βοηθήσουμε στο να γίνεται καλύτερη και ταχύτερη αποζημίωση των καινοτόμων φαρμάκων. Εμείς ως επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ιατρικής Ογκολογίας προσπαθούμε συνεχώς να αναπτύσσουμε καινούργια μοντέλα και εργαλεία ώστε να επιτύχουμε τη μέγιστη δυνατή πρόσβαση των ασθενών σε νέες θεραπείες».
    Οπως όμως ο ίδιος ο πρόεδρος του ESMO τόνισε ευθύς εξαρχής κατά τη συνομιλία μας, τίποτα δεν μπορεί να γίνει χωρίς δημιουργική επιστημονική δουλειά η οποία θα «γεννήσει» τις κατάλληλες, προηγμένες θεραπείες για τους ασθενείς που τις έχουν ανάγκη. Ετσι δεν παρέλειψε λίγο προτού το ΕSMO 2018… περάσει στην ιστορία να σταθεί εν είδει απολογισμού και στα επιστημονικά εκείνα νέα που ξεχώρισαν στο Μόναχο κατά τη διάρκεια του συνεδρίου: «Είχαμε σημαντικές ανακοινώσεις αυτή τη χρονιά οι οποίες δείχνουν τη δυναμική της ανοσοθεραπείας. Για παράδειγμα, σε μια πολύ δύσκολη μορφή καρκίνου του μαστού με άκρως “φτωχή” πρόγνωση, τον τριπλά αρνητικό καρκίνο του μαστού, η ανοσοθεραπεία έδειξε για πρώτη φορά ότι μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερη επιβίωση. Επίσης στον καρκίνο κεφαλής και τραχήλου – και όχι μόνο σε ασθενείς με HPV λοίμωξη που εμφανίζουν τέτοιας μορφής καρκίνους – η ανοσοθεραπεία έδειξε σημαντικά οφέλη σε άτομα με βαριάς μορφής νόσο και θα μπορούσε να αποτελέσει πρώτης γραμμής θεραπεία. Συγχρόνως στον καρκίνο του πνεύμονα αλλά και του νεφρού η ανοσοθεραπεία φαίνεται ότι μπορεί είτε μόνη της είτε σε συνδυασμούς να επιμηκύνει τον χρόνο ζωής των ασθενών. Γενικώς είναι άκρως σημαντικό το γεγονός ότι είμαστε πλέον σε θέση να κατηγοριοποιούμε τους όγκους και να τους χωρίζουμε σε υποτύπους με βάση τα μοριακά χαρακτηριστικά τους κάνοντας βήματα προς την ιατρική ακριβείας, που είναι και ο απώτερος στόχος μας – το να λάβει δηλαδή ο κατάλληλος ασθενής το κατάλληλο φάρμακο με βάση τη μοναδική μοριακή υπογραφή της νόσου του. Και οι εφετινές ανακοινώσεις μάς έκαναν να αισθανόμαστε αισιόδοξοι ότι πλησιάζουμε προς αυτόν τον στόχο».
    Για να αγγίξουμε όμως το «Αγιο Δισκοπότηρο» που στις μέρες μας σε ό,τι αφορά τη θεραπεία του καρκίνου φέρει τον τίτλο της «ιατρικής ακριβείας» απαιτείται να εντοπιστούν περισσότεροι βιοδείκτες ώστε να αποτυπώνεται όσο το δυνατόν καλύτερα το αναλυτικό «προφίλ» του όγκου του κάθε ασθενούς. Αλλά και οι βιοδείκτες αποτελούν μια προσέγγιση με υψηλό κόστος, σχολιάσαμε στον δρα Ταμπερνέρο. «Πράγματι», όπως είπε, «το θέμα αυτό πρέπει να συζητηθεί. Πάντως το να εξετάζουμε τον σωστό βιοδείκτη είναι καλύτερο – και από θέμα κόστους – σε σύγκριση με το να μην ελέγχουμε κανέναν βιοδείκτη προτού χορηγήσουμε κάποια θεραπεία. Εκτός από το ζήτημα των θεραπειών και του κόστους τους πρέπει να θέσουμε και το θέμα των κατάλληλων και επαρκών βιοδεικτών για την κάθε μορφή καρκίνου».
    Τελικώς συνέδρια σαν το ESMO βοηθούν στο να τεθούν όλα αυτά τα θέματα επί τάπητος και κυρίως ασκούν πίεση στους αρμοδίους για καλύτερη πρόσβαση περισσότερων ασθενών σε νέες θεραπείες; Ο πρόεδρος του συνεδρίου απάντησε καταφατικά. Οπως υπογράμμισε «βρισκόμαστε σε διαρκείς συζητήσεις με όλους τους αρμόδιους φορείς, τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΜΑ), τον αντίστοιχο αμερικανικό Οργανισμό (FDA), αλλά και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO), τον Διεθνή Οργανισμό για την Ερευνα στον Καρκίνο (IARC) και την Ενωση για τον Διεθνή Ελεγχο του Καρκίνου (UICC) ώστε να βρούμε λύσεις προς όφελος των ασθενών. Συνέδρια σαν και αυτό συμβάλλουν στο να βοηθήσουμε όσο περισσότερους ασθενείς μπορούμε».

    Στο κυνήγι των βιοδεικτών

    Οι πρωτεΐνες ΡD-1 και PD-L1 αποτελούν αυτή τη στιγμή τις «σταρ» σε ό,τι αφορά την ανοσοθεραπεία, καθώς είναι οι κύριοι βιοδείκτες τους οποίους εξετάζουν οι ειδικοί προκειμένου να χορηγήσουν ανοσοθεραπείες σε ασθενείς με διαφορετικές μορφές καρκίνου – οι περισσότερες τέτοιου είδους θεραπείες στοχεύουν τις δύο συγκεκριμένες πρωτεΐνες και έχει φανεί ότι όσο περισσότερο ένας ασθενής τις εκφράζει τόσο καλύτερη απόκριση έχει στη θεραπεία. Ωστόσο οι δείκτες αυτοί δεν είναι τέλειοι, όπως παραδέχονται οι ειδήμονες. «Είναι μια καλή αρχή αλλά έπεται συνέχεια» σημείωσε στους δημοσιογράφους ο δρ Μαρκ Σοσίνσκι, ιατρικός διευθυντής του Ινστιτούτου για τον Καρκίνο του Νοσοκομείου της Φλόριδας. Σε ερώτηση του «Βήματος» σχετικά με το ποιοι άλλοι βιοδείκτες που διερευνώνται αυτή τη στιγμή φαίνονται να είναι οι πιο υποσχόμενοι ο δρ Σοσίνσκι απάντησε ότι μεγάλη συζήτηση γίνεται για το φορτίο μεταλλάξεων του όγκου (tumour mutational burden, TMB), που αποτελεί έναν ποσοτικό βιολογικό δείκτη ο οποίος αντιπροσωπεύει τον συνολικό αριθμό μεταλλάξεων που φέρουν τα καρκινικά κύτταρα και εκτιμάται ότι μπορεί να βοηθήσει στην πρόβλεψη σχετικά με τις πιθανότητες που έχει ένας ασθενής να ανταποκριθεί στις ανοσοθεραπείες. Ουσιαστικώς τα καρκινικά κύτταρα με υψηλό ΤΜΒ έχουν υψηλότερα επίπεδα νεοαντιγόνων τα οποία πιστεύεται ότι βοηθούν το ανοσοποιητικό σύστημα να αναγνωρίσει τους όγκους και να ωθήσει τα Τ-κύτταρα να τους επιτεθούν με μεγαλύτερη δριμύτητα. «Ωστόσο ο δείκτης αυτός φαίνεται να είναι τελικώς πολύπλοκος. Οι αρμόδιοι οργανισμοί προσπαθούν να κάνουν τυποποίησή του, να δουν πώς πρέπει να μετριέται στους ιστούς ή στο αίμα, οπότε τα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα. Εχουμε δρόμο ακόμη μπροστά μας ώστε να βρούμε τους κατάλληλους βιοδείκτες».
    «Ανοσοθεραπεία δεν είναι μόνο οι PD-1 και PD-L1 αλλά ένα πεδίο με πολύ μεγάλο εύρος που μένει να εξερευνηθεί» ανέφερε στο «Βήμα» ο ερευνητής στην ανοσο-ογκολογία Στέφαν Ζίμερμαν του Πανεπιστημίου της Λωζάννης στην Ελβετία. Προσέθεσε ότι οι θεραπείες που στοχεύουν τις PD-1 και PD-L1 είναι αποτελεσματικές «κατά κύριο λόγο σε πολύ μεταλλαγμένους όγκους που έχουν εμφανίσει μεταλλάξεις εξαιτίας επιδράσεων του περιβάλλοντος, όπως συμβαίνει στο μελάνωμα που σχετίζεται με την έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία ή στον καρκίνο του πνεύμονα που σχετίζεται με το κάπνισμα. Για αυτό και αποδεικνύεται ότι πρέπει να βρεθούν άλλοι νέοι βιοδείκτες ώστε να μιλούμε κάποια ημέρα για ιατρική ακριβείας. Με δεδομένο όμως ότι το ανοσοποιητικό σύστημα είναι μια άκρως πολύπλοκη μηχανή απαιτείται πολλή έρευνα και πολύς χρόνος ακόμα».
    Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε μιλώντας στο «Βήμα» και ο Μπενζαμάν Μπες, καθηγητής Ιατρικής Ογκολογίας στο Πανεπιστήμιο Paris-Sud στο Ορσέ. Ο καθηγητής Μπες έθεσε και το θέμα του κόστους των νέων βιοδεικτών όπως το ΤΜΒ. «Σήμερα το κόστος για έλεγχο της PD-L1 φθάνει το πολύ τα 100 ευρώ ενώ την ίδια στιγμή το κόστος της εξέτασης για το φορτίο μεταλλάξεων του όγκου κυμαίνεται στα 4.000 δολάρια. Παράλληλα, ακόμη και αν έχουμε στα χέρια μας όλη τη χαρτογράφηση των μεταλλάξεων του όγκου δεν διαθέτουμε αυτή τη στιγμή τα κατάλληλα θεραπευτικά όπλα για να τις χτυπήσουμε. Οπότε ποιο το όφελος; Η ιατρική ακριβείας είναι ο μεγάλος μας στόχος, αλλά είναι ένας στόχος αρκετά μακρινός».
    Πάντως κατά τον δρα Σοσίνσκι, μόνο η συνεχής ανάπτυξη της τεχνολογίας και ο ανταγωνισμός θα κατεβάσουν τα δυσθεώρητα κόστη στο μέλλον, τόσο των θεραπειών όσο και των βιοδεικτών. Οπως αντιλαμβάνεστε, είναι πολλά τα λεφτά και πρέπει να γίνουν… πολύ λιγότερα για το καλό των πολλών (ασθενών).

    «Σε μια δεκαετία η χημειοθεραπεία θα έχει σβηστεί από τον χάρτη»

    Για μια πολύτιμη… ανοσοθεραπευτική «εργαλειοθήκη» που συνεχώς γεμίζει με νέα «εργαλεία» έκανε λόγο μιλώντας στο «Βήμα» στο περιθώριο του ESMO ένας από τους σημαντικότερους έλληνες βαθείς γνώστες της ανοσοθεραπείας σε παγκόσμιο επίπεδο, ο διευθυντής του Τμήματος Ογκολογίας στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Λωζάννης, διευθυντής της Μονάδας Ανοσο-Ογκολογίας στο Ινστιτούτο Ludwig για την Ερευνα στον Καρκίνο στη Λωζάννη κ. Γιώργος Κούκος. «Σήμερα η ανοσοθεραπεία βασίζεται στο μονοπάτι PD-1 PD-L1 το οποίο έχει δώσει ώθηση στην επιτυχία της σε διαφορετικές μορφές καρκίνου όπως το μελάνωμα και ο καρκίνος του πνεύμονα – ωστόσο στοιχεία δείχνουν ότι το μονοπάτι αυτό μπορεί να προσφέρει και σε ασθενείς με άλλες μορφές καρκίνου. Το κλειδί σε ό,τι αφορά τη συγκεκριμένη ανοσοθεραπεία – αλλά και την ανοσοθεραπεία γενικότερα – είναι να βρεθούν οι κατάλληλοι ασθενείς που θα ωφεληθούν από αυτήν: αυτή τη στιγμή μόνο το 20% των ασθενών έχουν αντικειμενική απόκριση στην ανοσοθεραπεία και οι περισσότεροι από αυτούς δεν έχουν πλήρη απόκριση. Αρα το ερώτημα είναι πώς θα επιτύχουμε καλύτερα ποσοστά απόκρισης. Υπάρχουν υποσχόμενες προσεγγίσεις, όπως η ιντερλευκίνη-2 ή άλλοι αναστολείς σημείων ελέγχου (checkpoint inhibitors) πέραν των PD-1 PD-L1, και αρκετές ομάδες εργάζονται επάνω σε αυτές τις προσεγγίσεις».
    Οι μεγάλες θεραπευτικές προκλήσεις όμως γεννούν όλο και περισσότερα ερωτήματα τα οποία καλούνται να απαντήσουν οι ειδικοί ώστε να βοηθήσουν όσο περισσότερους ασθενείς γίνεται, τόνισε ο δρ Κούκος. «Ενα σημαντικό ερώτημα είναι πώς θα επιτύχουμε μεγαλύτερη απόκριση σε ασθενείς που εμφανίζουν κάποια απόκριση ή έχουν νόσο σταθεροποιημένη και δεν παρουσιάζουν αντικειμενική απόκριση – στη συγκεκριμένη περίπτωση η απάντηση φαίνεται να είναι οι συνδυασμοί θεραπειών. Ενα δεύτερο σημαντικό ερώτημα είναι πώς βοηθούμε τους ασθενείς εκείνους των οποίων η νόσος εξελίσσεται. Να σημειώσουμε ότι οι ασθενείς που δεν δείχνουν απόκριση στην ανοσοθεραπεία και η νόσος τους εξελίσσεται ουσιαστικώς δεν εμφανίζουν ανοσοαντιδραστικότητα των όγκων. Στόχος λοιπόν είναι να τους καταστήσουμε ανοσοαντιδραστικούς και αυτό μπορεί να γίνει μέσω διαφορετικών οδών τις οποίες εξερευνούμε: η μια τέτοια οδός είναι η ενεργοποίηση της έμφυτης ανοσίας με χρήση προσεγγίσεων όπως οι αγωνιστές ΤLR (Toll like receptor agonists) ή οι ογκολυτικοί ιοί. Και η ακτινοβολία μπορεί να παίξει εδώ κομβικό ρόλο φλεγμαίνοντας τον όγκο και “ξυπνώντας” με αυτόν τον τρόπο την έμφυτη ανοσία – στέλνοντας έτσι τα κατάλληλα σήματα στα δενδριτικά κύτταρα ώστε να ξεκινήσουν τον κύκλο της ανοσολογικής απόκρισης. Ο δεύτερος άξονας που διερευνάται αφορά το μπλοκάρισμα των καρκινικών κυττάρων και συνεχώς αυξάνεται η γνώση μας σχετικά με τους τρόπους που χρησιμοποιούν τα καρκινικά κύτταρα ώστε να διαφεύγουν του ανοσοποιητικού συστήματος. Μια άλλη οδός είναι να στοχεύσουμε τα ογκογόνα μονοπάτια τα οποία επιτρέπουν στον όγκο να διατηρείται και να θεριεύει: διαφορετικοί αναστολείς, όπως οι αναστολείς της τυροσινικής κινάσης ή οι αναστολείς PARP – αυτοί οι δεύτεροι αφορούν ασθενείς θετικούς στα γονίδια BRCA –, είναι υποσχόμενοι».
    Πολλά τα μέτωπα του καρκίνου λοιπόν, πολυμέτωπη και η επιχειρούμενη επίθεση και ο κ. Κούκος πιστεύει ότι το μέλλον – και μάλιστα το εγγύς – θα είναι άκρως αισιόδοξο. «Εκτιμώ ότι μέσα στα επόμενα τρία με τέσσερα χρόνια θα δούμε μια πληθώρα νέων μεθόδων με τις οποίες οι ερευνητές θα προσπαθούν να χτυπήσουν τον καρκίνο ή μάλλον την πληθώρα των καρκίνων και θα δούμε εκπληκτικά πράγματα». Μέσα σε αυτό το τόσο καινοτόμο πλαίσιο η συμβατική χημειοθεραπεία θα έχει πλέον θέση; ρωτήσαμε τον έλληνα ειδήμονα. «Πιστεύω ότι μέσα στην επόμενη δεκαετία πιθανότατα η χημειοθεραπεία θα σβήσει. Ουσιαστικώς η χημειοθεραπεία έχει αποτύχει πλήρως στους συμπαγείς όγκους εκτός ελαχίστων σπάνιων εξαιρέσεων. Ωστόσο επί δεκαετίες αποτελούσε και συνεχίζει να αποτελεί την πρώτης γραμμής θεραπεία, καθώς δεν υπήρχε τίποτα καλύτερο. Η χημειοθεραπεία εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1960 για αντιμετώπιση αιματολογικών καρκίνων – και πράγματι στους καρκίνους αυτούς είναι άκρως αποτελεσματική. Οταν όμως “μεταφέρθηκε” στους συμπαγείς όγκους, τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά – μπορώ να πω ότι επί τέσσερις δεκαετίες η ογκολογία ήταν ένα πολύ “λυπηρό πεδίο”. Δεκάδες επί δεκάδων χιλιάδων ασθενών έμπαιναν σε κλινικές δοκιμές χημειοθεραπειών χωρίς να παρουσιάζονται οφέλη. Οταν εμφανίστηκε η ανοσοθεραπεία τα αποτελέσματα άρχισαν να γίνονται αμέσως πολύ ενδιαφέροντα και βλέπουμε πλέον ότι σε πολλές και διαφορετικές νόσους ακόμη και ένας τύπος ανοσοθεραπείας – χωρίς να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό – δίνει καλύτερα αποτελέσματα από τη χημειοθεραπεία. Το έχουμε δει πλέον στον καρκίνο του πνεύμονα, για να μη συζητήσουμε για το μελάνωμα, στο οποίο η χημειοθεραπεία δεν είχε κανένα αποτέλεσμα μέχρι την έλευση της ανοσοθεραπείας. Αυτό εκτιμώ ότι θα συνεχιστεί και η ανοσοθεραπεία θα αποτελέσει στο κοντινό μέλλον τη ρουτίνα».
    Και όλα αυτά, κατά τον έλληνα ειδικό, είναι μόνον ένα «βαγόνι» στο μεγάλο «τρένο» της ανοσοθεραπείας. «Η ανοσοθεραπεία που στοχεύει τα PD-1 PD-L1 είναι μόνο το πρώτο βαγόνι σε αυτό το τρένο. Θα βρεθούν και άλλοι στόχοι και είμαι πολύ αισιόδοξος για τα όσα θα δούμε μέσα στην ερχόμενη πενταετία. Και κάποια στιγμή, όπως γίνεται πάντα, θα φθάσουμε στο ταβάνι, θα έχουμε εξαντλήσει όλες τις εναλλακτικές και θα πρέπει να αναζητήσουμε κάτι άλλο. Κατά τη γνώμη μου αυτό το κάτι άλλο στην ανοσοθεραπεία θα αφορά τις θεραπείες Τ-κυττάρων. Και αυτό διότι πρόκειται για θεραπείες που επανακαλωδιώνουν το ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενούς – χαρακτηριστικό παράδειγμα του τι μπορούν να προσφέρουν αυτές οι θεραπείες είναι οι λευχαιμίες στις οποίες εμφανίζεται πλήρης απόκριση στο 89% των ασθενών. Περίπου οι μισοί από αυτούς τους ασθενείς βέβαια εμφανίζουν υποτροπή, ωστόσο μαθαίνουμε πλέον τι οδηγεί στην υποτροπή και θα μπορούμε να το διορθώσουμε στα χρόνια που έρχονται – πιστεύω ότι θα καταφέρουμε στις λευχαιμίες να έχουμε πλήρη απόκριση στο σύνολο των ασθενών. Το επόμενο στοίχημα θα είναι οι συμπαγείς όγκοι και η ομάδα μου εργάζεται πυρετωδώς επάνω σε θεραπείες Τ-κυττάρων ενάντια στους συμπαγείς όγκους όλων των ειδών. Γενικώς το πεδίο είναι άκρως υποσχόμενο και αναμένουμε συναρπαστικές εξελίξεις από τις οποίες θα ωφεληθούν πάρα πολλοί ασθενείς».

    Μικρά αλλά σημαντικά

    l Ενθουσιασμός επικράτησε μεταξύ των ειδικών στο συνέδριο με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της μελέτης SOLO-1 για τον προχωρημένο καρκίνο των ωοθηκών. Σε συνέντευξη Τύπου στην οποία παρουσιάστηκε η μελέτη, η επικεφαλής της δρ Κάθλιν Μουρ, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Κέντρο Stephenson για τον Καρκίνο του Πανεπιστημίου της Οκλαχόμα στις ΗΠΑ, ανέφερε ότι η χορήγηση επί δύο χρόνια της βιολογικής θεραπείας olaparib, που είναι ένας αναστολέας της PARP (polyADP-ribose polymerase, πολυμεράση της πολυαδενοφωσφορικής ριβόζης) σε γυναίκες με προχωρημένο καρκίνο των ωοθηκών και μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA1 ή BRCA2, οδήγησε το 50% των ασθενών σε επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου επί τέσσερα χρόνια σε σύγκριση με ποσοστό μόλις 11% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Σημειώνεται ότι η PARP είναι μια πυρηνική πρωτεΐνη, υπεύθυνη για την επισκευή βλαβών του DNA οι οποίες επέρχονται με φυσικό τρόπο στα καρκινικά κύτταρα. «Τα αποτελέσματα αυτά ανοίγουν μια νέα εποχή στη θεραπεία των γυναικών που διαγιγνώσκονται με προχωρημένο καρκίνο των ωοθηκών και φέρουν BRCA μετάλλαξη – έξι στις δέκα γυναίκες με τη συγκεκριμένη μορφή καρκίνου φέρουν τέτοια μετάλλαξη». Μάλιστα η δρ Μουρ τόνισε ότι η παρακολούθηση συνεχίζεται προκειμένου να φανεί για πόσο ακόμη διάστημα χρόνου η θεραπεία θα έχει οφέλη βάζοντας φρένο στην εξέλιξη της νόσου.
    l Διαφορετικές μελέτες που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο ανέδειξαν τα οφέλη της άσκησης σε ασθενείς με καρκίνο, ακόμη και προχωρημένου σταδίου, που βρίσκονται υπό θεραπεία. Γαλλική μελέτη έδειξε ότι 60λεπτη προπόνηση μυϊκής ενδυνάμωσης και αεροβικής δύο φορές την εβδομάδα μείωσε σημαντικά τον πόνο και την κόπωση σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία για καρκίνο του μαστού αλλά και για μεταστατική νόσο. Μια δεύτερη μελέτη από τη Γαλλία αποκάλυψε ότι ασθενείς με καρκίνο του μαστού που λάμβαναν χημειοθεραπεία και οι οποίες έκαναν 75 λεπτά έντονης άσκησης όπως ο αεροβικός χορός και το γρήγορο κολύμπι ή 150 λεπτά άσκησης μέτριας έντασης όπως το γρήγορο περπάτημα, το βόλεϊ και το aqua aerobic την εβδομάδα είχαν πολύ καλύτερη ποιότητα ζωής στους έξι και τους 12 μήνες μετά τη θεραπεία σε σύγκριση με όσες ασθενείς δεν ασκούνταν – συγκεκριμένα δήλωναν λιγότερο πόνο, κόπωση και δύσπνοια. Γερμανική μελέτη ειδικών του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Χαϊδελβέργης έδειξε για πρώτη φορά οφέλη από την άσκηση σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο του πνεύμονα. Συγκεκριμένα, ασθενείς με προχωρημένη ή μεταστατική νόσο που έκαναν τακτικά αεροβική άσκηση ή ασκήσεις μυϊκής ενδυνάμωσης εμφάνιζαν μείωση των συμπτωμάτων τους κατά 10% ενόσω βρίσκονταν υπό χημειοθεραπεία. Αυτό τους έκανε να αισθάνονται πιο ανεξάρτητοι στην καθημερινότητά τους ενώ παράλληλα είχαν καλύτερη φυσική κατάσταση, με αποτέλεσμα να είναι σε θέση να ανέχονται θεραπεία για μεγαλύτερο διάστημα και να επιτυγχάνουν καλύτερο έλεγχο της νόσου τους.
    l Με το λεπτό ζήτημα της γονιμότητας των νεαρών γυναικών με καρκίνο του μαστού καταπιάστηκε μελέτη ειδικών από το Αρμορικανικό Κέντρο Ακτινοθεραπείας, Ιατρικής Απεικόνισης και Ογκολογίας στο Πλεράν της Γαλλίας. Η μελέτη επιβεβαίωσε ότι είναι δυνατή η φυσική σύλληψη μετά τη χημειοθεραπεία για τον καρκίνο. Συγκεκριμένα, ενώ από τις συμμετέχουσες στη μελέτη το 83% εμφάνισε αμηνόρροια εξαιτίας της θεραπείας, το 86% εξ αυτών είχε και πάλι φυσιολογικό εμμηνορροϊκό κύκλο μέσα στο επόμενο έτος από το τέλος της θεραπείας, γεγονός που μαρτυρεί (επανα)λειτουργία των ωοθηκών. Κάποιες λίγες γυναίκες κατάφεραν μάλιστα να μείνουν έγκυες και να γεννήσουν. Ωστόσο ήταν αξιοσημείωτο το γεγονός ότι μετά τη θεραπεία οι περισσότερες γυναίκες δήλωναν πως δεν είχαν πλέον επιθυμία να γίνουν μητέρες. Σύμφωνα με τους ειδικούς, τα στοιχεία αυτά μαρτυρούν ότι το ζήτημα της γονιμότητας πρέπει να αποτελεί θέμα συζήτησης των ογκολόγων με τις ασθενείς τους που βρίσκονται σε παραγωγική ηλικία.
    Science
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk