Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Ενα δωμάτιο ξενοδοχείου. Ενα εγχειρίδιο του σεξ ακουμπισμένο πάνω στο διπλό κρεβάτι. Και δύο άνθρωποι που προσπαθούν να σώσουν ό,τι έχει απομείνει από τον γάμο τους. Στις 27 Ιουνίου, στο Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού, η Ρένια Λουιζίδου και ο Σπύρος Παπαδόπουλος θα φορέσουν ξανά τις σατέν ρόμπες της Αλις και του Λάρι, των δύο αμήχανων και κυρίως αξιολάτρευτων ηρώων της καναδής συγγραφέως Μισέλ Ριμλ.

Οι δύο ηθοποιοί συναντούν και πάλι τους χαρακτήρες που ερμήνευαν για τρία χρόνια στο θέατρο Κάππα, στην παράσταση «Sexy Laundry», η οποία την εποχή που παιζόταν σημείωσε, κατά τον προσφιλή πλέον όρο, αλλεπάλληλα sold out και αγαπήθηκε από το κοινό ακριβώς γιατί πίσω από το αυθόρμητο γέλιο που προσφέρει κρύβει βαθιές στιγμές συνειδητοποίησης για το αδιέξοδο των ανθρώπινων σχέσεων στον αδηφάγο βωμό της ρουτίνας. Αυτό το καλοκαίρι, ύστερα από έναν χρόνο μακριά από την Αλις και τον Λάρι, η Ρένια Λουιζίδου και ο Σπύρος Παπαδόπουλος τους χωρούν στις βαλίτσες τους και ξεκινούν μια μεγάλη περιοδεία σε όλη την Ελλάδα.

Αραγε έπειτα από 25 χρόνια συμβίωσης, τρία παιδιά, λίγα παχάκια και πολλή απομυθοποίηση, θα καταφέρουν οι δύο ήρωες της Μισέλ Ριμλ να αναστήσουν τον γάμο τους; Δεν είναι όμως ώρα για spoilers.

Στιγμές από το παρελθόν

Συναντώ τη Ρένια Λουιζίδου σε ένα διάλειμμα από τις πρόβες της με τον Σπύρο Παπαδόπουλο, ο οποίος όχι μόνο ανεβαίνει μαζί της στη σκηνή, αλλά σκηνοθετεί και την παράσταση. Καθώς εκείνη ποζάρει για τον φακό του ΒΗΜAgazino, εκείνος δεν σταματά να την «πειράζει». «Ρένια, να σου δείξω, κορίτσι μου, πόζες; Πώς γίνεται η δουλειά; Γιατί έχω κάνει και χρόνια μοντέλο» της λέει. Του χαμογελάει.

«Με τον Σπύρο γνωριστήκαμε το 1988, τρία χρόνια δηλαδή πριν από τους “Απαράδεκτους”, όταν έπαιζα μαζί του στην επιθεώρηση “Ο χορός του Οζαλ…όγγου”, σε σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλή στο θέατρο Παρκ. Για εμένα, μάλιστα, ήταν η πρώτη μου δουλειά στην Αθήνα. Μόλις είχα κατέβει από τη Θεσσαλονίκη για να δουλέψω και βρέθηκα σε έναν θίασο μαζί με τον Γιάννη Φέρτη, τον Μίμη Χρυσομάλλη, τη Μίρκα Παπακωνσταντίνου, τον Γιάννη Μπέζο, τη Δήμητρα Παπαδοπούλου, τον Βλάσση Μπονάτσο. Εκεί έπεσε και ο πρώτος σπόρος για τη δημιουργία των “Απαράδεκτων”. Να σκεφτεί κανείς ότι το πρώτο μου σκετς το έκανα μαζί με τον Γιάννη Μπέζο. Ηταν κάπως συγκυριακό. Λίγες ημέρες πριν από την πρεμιέρα, ο σπάνιος Γιάννης Φέρτης εγκατέλειψε το νούμερο που έκανε λέγοντας: “Εδώ χρειάζεται κωμικός ηθοποιός, όχι εγώ”. Ετσι αυτό δόθηκε στον Γιάννη Μπέζο και είπαν να δοκιμάσουν μαζί του κι εμένα. Βρέθηκα λοιπόν να έχω ξαφνικά νούμερο, ενώ δεν ήξερα να σταθώ ούτε καν μπροστά στο μικρόφωνο. Ευτυχώς υπήρχε ο Μπέζος με την παροιμιώδη ψυχραιμία του. Του το χρωστώ αυτό! Ηταν τόσο άνετος, τόσο σίγουρος, τόσο ενθαρρυντικός, τόσο “Ρένια, μη μασάς, πάμε! Το έχεις”. Νομίζω ότι στην πρεμιέρα ήμουν τόσο αγχωμένη που κυριολεκτικά είχα κοκαλώσει. Πρέπει να με κλώτσησε για να βγω στη σκηνή. Αλλά έτσι είμαι. Πέρασαν πάνω από 10-15 χρόνια για να πω “εντάξει” στον εαυτό μου: “Είσαι ηθοποιός, αυτή τη δουλειά θα κάνεις στη ζωή σου”. Να αισθανθώ δηλαδή ότι πατάω γερά στη σκηνή και ότι δεν θα φάω κανένα γιαούρτι».

Εάν κάτι χαρακτηρίζει τη Ρένια Λουιζίδου, όπως διαπιστώνω όσο προχωρά η κουβέντα μας, είναι η νηφαλιότητα και η γειωμένη ματιά με τις οποίες αντιμετωπίζει τη ζωή και τη διαδρομή της. Μια ώριμη ματιά που μοιάζει να διέθετε ανέκαθεν. Το 25χρονο κορίτσι λοιπόν που γνώρισε την επιτυχία μέσα από τους «Απαράδεκτους» είχε τη σοφία να μην εγκλωβιστεί στο καλούπι της αφελούς αγαπημένης του Βλάσση. Δεν θέλησε να επαναλάβει ούτε μία φορά το «Αστροπελέκι» και, αρχικά με προσωπικό κόστος, αρνήθηκε τους παρόμοιους ρόλους που της προτάθηκαν. Ετσι κατάφερε να ταξιδέψει στα σώματα εντελώς διαφορετικών μεταξύ τους ηρωίδων. Αποτέλεσμα; Δεν τυποποιήθηκε.

Σήμερα, πολλοί αποδίδουν στη Ρένια Λουιζίδου «το άγγιγμα του Μίδα». Στη μικρή οθόνη, μόνο από τους «Απαράδεκτους» και το «Και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή» μέχρι το «Καφέ της Χαράς» και το «Σόι σου», το όνομά της έχει συνδεθεί με μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ιδιωτικής τηλεόρασης.

«Ξέρετε ότι έχετε τη φήμη της γουρλούς;» τη ρωτώ. Γελάει. «Ναι, το έχω ακούσει. Αυτό το “ανέκδοτο” ξεκίνησε το 2003, όταν τον ίδιο μήνα προβλήθηκαν το “Καφέ της Χαράς” στην τηλεόραση και η “Πολίτικη Κουζίνα” στους κινηματογράφους. Επειδή και οι δύο δουλειές γνώρισαν τεράστια επιτυχία, βρέθηκα ξαφνικά να κουβαλώ έναν “τίτλο” που αποδέχομαι με μεγάλη χαρά, χωρίς φυσικά να τον πιστεύω» απαντά.

Η παράσταση, η ηρωίδα της και τα σημεία των καιρών

Επιστρέφουμε όμως στο «Sexy Laundry» και την απαράμιλλη σκηνική χημεία της με τον Σπύρο Παπαδόπουλο. «Ο Σπύρος είναι μια πολύ ιδιαίτερη, σπάνια προσωπικότητα» αναφέρει. «Φέρει αυτή τη γοητευτική αφηρημάδα. Πρέπει να του θυμίσεις να φάει, να πάρει τα κλειδιά του σπιτιού του, να μην ξεχαστεί. Ετσι είναι από τότε που τον γνώρισα, πριν από σχεδόν 40 χρόνια. Ιδιος και απαράλλαχτος. Με το ίδιο πάθος για αυτή τη δουλειά, με την ίδια αθωότητα, με την ίδια διάθεση να ψάξουμε τα πράγματα, να μην τα αφήσουμε στην τύχη τους και να τα απολαύσουμε. Το μόνο που ίσως άλλαξε είναι, νομίζω, πως σήμερα είναι λίγο σοφότερος…».

Γιατί όμως επιστρέφουν οι δυο τους στο «Sexy Laundry» και όχι σε ένα καινούργιο έργο; «Γιατί είναι μια παράσταση που αγαπήσαμε πολύ» απαντά. «Παίξαμε αυτό το έργο για τρία χρόνια και επικοινώνησε με το κοινό με έναν πρωτοφανή τρόπο, πρωτόγνωρο. Δεν μου έχει τύχει ξανά στο θέατρο τέτοια θερμοκρασία. Εννοώ το καταιγιστικό γέλιο να εναλλάσσεται με τη βαθιά συγκίνηση, και αυτό το γαϊτανάκι να το ακολουθεί το κοινό βήμα-βήμα. Είναι από αυτές τις παραστάσεις που, όταν έρθει η ώρα να κάνω τον απολογισμό μου, θα ξεχωρίζουν μέσα μου. Και επειδή το μόνο που δεν είχαμε κάνει με αυτό το έργο ήταν η περιοδεία, είπαμε με τον Σπύρο ότι αξίζει τον κόπο να γίνει».

Φωτο: Γιώργος Βελλής

Οσο για την ηρωίδα της, την Αλις; «Την καταλαβαίνω απόλυτα. Και όσον αφορά τη σχέση της με τον άνδρα της, αλλά και σε ό,τι αφορά το τι σημαίνει να είσαι σήμερα μια γυναίκα που έχει περάσει το κατώφλι των 50. Γιατί είναι δύσκολο για μια γυναίκα να μεγαλώνει σε μια εποχή όπου το γήρας σχεδόν ενοχοποιείται. Δεν σταματάς ποτέ να απαντάς στο ερώτημα: “Τι θα κάνεις με τον χρόνο που περνά;”. Δεν σταματά η κοινωνική πίεση να σε εμποδίζει να αποδεχθείς αυτό που ορίζει η ίδια η φύση: να μεγαλώσεις και τελικά να γεράσεις. Και κάπως έτσι μπαίνουμε οι γυναίκες σε ένα στοίχημα εναντίον του ίδιου μας του εαυτού. Αντίθετα, στους άνδρες, για παράδειγμα, τα άσπρα μαλλιά θεωρούνται γοητευτικά, η κοιλίτσα χαριτωμένη, το ίδιο και η αραίωση. Οι γυναίκες όμως βρισκόμαστε διαρκώς σε έναν αγώνα δρόμου: πλαστικές, μπότοξ, ινστιτούτα, κρέμες, δίαιτες…». «Εσείς μπήκατε σε αυτόν τον αγώνα;» τη ρωτώ. «Μα, μπορείς και να τον αποφύγεις;» αναρωτιέται. «Θέλω να πιστεύω ότι τουλάχιστον δεν έχω μπει με τα μπούνια. Δεν θέλω δηλαδή να έχω κάθε μέρα αυτόν τον διάλογο με τον καθρέφτη μου. Δεν τον αποφεύγω όμως και εντελώς. Απλώς δεν συμβαίνει καθημερινά».

«Πάντως είστε μια γυναίκα που δεν κρύβει την ηλικία της. Είστε ίσως η πρώτη που ξεστόμισε, σε συνέντευξη, τη λέξη “εμμηνόπαυση” στην ελληνική τηλεόραση, μια λέξη που για κάποιον ανεξήγητο λόγο παραμένει ταμπού» παρατηρώ. «Προσωπικά, δεν αισθάνομαι καθόλου επαναστατική, ούτε πρωτοπόρα» παραδέχεται εκείνη. «Μα, τι νόημα έχει να κρύψω την ηλικία μου; Ποιον πάω να κοροϊδέψω; Να κρύψω τι και από ποιον; Αισθάνομαι ότι έχω μεγαλώσει μπροστά στα μάτια των τηλεθεατών. Είναι απλά μαθηματικά. Εκείνος που με έβλεπε όταν ήταν 10 ετών στο “Καφέ της Χαράς”, τι θα του πω σήμερα; Οτι όταν έπαιζα εκεί ήμουν κι εγώ 10 ετών; Οσο για την εμμηνόπαυση, θύμωσα πολύ που βρήκα τον εαυτό μου τόσο απροετοίμαστο για αυτό που με περίμενε, εξαιτίας μιας απίστευτης “ομερτά” που επικρατεί γύρω από το θέμα».

Η συζήτηση επεκτείνεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Eνα πεδίο όπου το γυναικείο σώμα γίνεται καθημερινά αντικείμενο σχολιασμού μέσα από αρνητικές, ως επί το πλείστον, κρίσεις. «Είναι αυτή η αίσθηση εξουσίας που δίνει το πληκτρολόγιο, η αίσθηση ότι μπορείς να πεις το οτιδήποτε στον οποιονδήποτε από την πολυθρόνα του σπιτιού σου. Και φαίνεται πως είναι πολύ δύσκολο για τους ανθρώπους να το ελέγξουν. Ο καθένας βγάζει τον καημό του, τον θυμό του» παρατηρεί η Ρένια Λουιζίδου. «Αλήθεια, εάν διαβάσετε κάποια κακία για εσάς, θα επηρεαστείτε;» τη ρωτώ. «Δεν θα χαρώ κιόλας» απαντά με ειλικρίνεια. «Κάπως όμως προστατεύομαι, γιατί δεν διαθέτω λογαριασμούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δεν θέλω να διατρέχω τον κίνδυνο να χαλάσει η διάθεσή μου επειδή κάποιος ξύπνησε στραβά. Θα μου πείτε ότι δεν πρέπει να του επιτρέψεις να σε στενοχωρήσει. Αλλά γιατί να καλούμαι να διαχειριστώ την κακία του καθενός; Από την άλλη, ως χαρακτήρας ούτε τα θετικά σχόλια τα λαμβάνω ιδιαίτερα σοβαρά. Δηλαδή αυτό το Χ (σ.σ. πρώην Twitter) συνεχώς χειροκροτεί όρθιο ή υποκλίνεται σε κάποια ερμηνεία ηθοποιού. Κάθε τρεις και λίγο. Μα, θα το πιάσει η μέση του! Πόσο σοβαρά λοιπόν να τα πάρεις όλα αυτά;».

INFO

«Sexy Laundry»: Πρεµιέρα στις 27 Ιουνίου στο Δηµοτικό Θέατρο Λυκαβηττού. Ακολουθεί περιοδεία στην Αττική και σε πολλές πόλεις της Ελλάδας.