Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Τα πνευματικά δικαιώματα στη μουσική και ένας κουρδιστής πιάνου σε φασαρίες δίνουν τον τόνο μιας αρκετά ενδιαφέρουσας κινηματογραφικής εβδομάδας με ταινίες από τις οποίες δε λείπουν και οι κλασικές επανεκδόσεις.

«Η μπαλάντα των ονείρων» (Power ballad)

Παραγωγή: ΗΠΑ, 2026

Σκηνοθεσία: Τζον Κάρνεϊ

Ηθοποιοί: Πολ Ραντ, Νικ Τζόνας κ.α.

Όταν δεν είσαι ροκ σταρ αλλά «ανθρώπινο τζουκ μποξ», όπως ακούμε σε κάποια σκηνή αυτής της ταινίας, τότε το μέλλον σου είναι να συνταξιοδοτηθείς παίζοντας τεράστιες επιτυχίες άλλων σε γάμους και άλλες εκδηλώσεις. Όπως ακριβώς συμβαίνει με την μπάντα αυτής της έξυπνης κωμωδίας, θέμα της οποίας είναι αυτό που λέμε «τελευταία ευκαιρία».

Στον πιο πικραμένο μουσικό αυτής της μπάντας, τον Αμερικανό βασικό τραγουδιστή τους, τον Ρικ Πάουερ (Πολ Ραντ) θα πέσει ο λαχνός της… ατυχίας όταν κατά τη διάρκεια ενός τέτοιου γαμήλιου πάρτι, γνωρίζεται με τον Ντάνι (Νικ Τζόνας) ένα πρώην «παιδί – θαύμα» τινέιτζερ συγκροτήματος της ποπ, ο οποίος θέλει να ακολουθήσει σόλο καριέρα.

Ο Ντάνι θα καθίσει για λίγο μαζί με τον Ρικ, θα «αντλήσει» συμβουλές καθώς επίσης θα «βουτήξει» ένα τραγούδι του το οποίο ο ίδιος ο Ρικ δεν μπόρεσε ποτέ να πλασάρει. Και ναι, μέσω του Ντάνι το τραγούδι θα γίνει παγκόσμια επιτυχία οπότε, ο σκηνοθέτης Τζον Κάρνεϊ θα αγγίξει με έναν ευχάριστο, feelgood τρόπο το ευαίσθητο ζήτημα της πνευματικής ιδιοκτησίας – πόσο μάλλον στη μουσική βιομηχανία.

«Οπου hit και μήνυση» όπως χαρακτηριστικά λέει ο ατζέντης του Ντάνι (ο Κιθ Μακέρλιν που τον υποδύεται είναι έκτακτος στον ρόλο). Εκεί βρίσκεται ο παλμός της ταινίας γιατί η κίνηση θα κάνει ράκος τον Ρικ, η κλοπή του τραγουδιού του που κανείς φυσικά δεν πιστεύει ότι είναι δικό του θα γίνει εμμονή.

Μέσω αυτής της συνθήκης, ο Κάρνεϊ θα στήσει καλά το θέμα του με έμφαση στον Ρικ που ως ρόλος ταιριάζει γάντι στον Πολ Ραντ (ανέκαθεν αυτός ο ηθοποιός είχε ένα στιλ χαλαρού loser). Κάποιες ιδέες χάνουν στα σημεία έχοντας υποκύψει σε κινηματογραφικές συμβάσεις που στην ζωή δείχνουν αδιανόητες, με πιο κραυγαλέα την τελική «μονομαχία» των δύο ηρώων. Ως σύνολο όμως, η ταινία αξίζει γιατί θίγει ένα τεράστιο ζήτημα με γλυκό, ανθρώπινο τρόπο.

Βαθμολογία: 3

ΑΘΗΝΑ: ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΧΑΛΑΝΔΡΙ – ΧΛΟΗ – ΛΙΛΑ – ΑΕΛΛΩ – ΝΑΝΑ – AKTH – VILLAGE MALL κ.α ΘΕΣ/ΚΗ: VILLAGE COSMOS – OPTIONS MAKEDONIA

«Tuner»

Παραγωγή: ΗΠΑ, 2026

Σκηνοθεσία: Ντάνιελ Ρόερ

Ηθοποιοί: Λέο Γούνταλ, Αβάνα Ρόουζ Λιού, Ντάστιν Χόφμαν κ.α.

Στον πυρήνα του σεναρίου της πολύ ενδιαφέρουσας αυτής ταινίας, βρίσκεται η πάθηση της υπερακουσίας – μειωμένη ανοχή στους περιβαλλοντικούς ήχους, με όλων των ειδών τους θορύβους να γίνονται αντιληπτοί ως υπερβολικά δυνατοί μα και επώδυνοι. Από υπερακουσία πάσχει ο Νίκι (Λέο Γούνταλ) ο κεντρικός ήρωας της ιστορίας που δεν είναι απλώς ένας ακόμα κουρδιστής πιάνων αλλά ίσως ο καλύτερος του κόσμου. Μόνο που ο Νίκι, «μαθητής» ενός ηλικιωμένου κουρδιστή πιάνων (Ντάστιν Χόφμαν, μικρό αλλά αποτελεσματικό πέρασμα), στην πραγματικότητα υποφέρει – λόγος για τον οποίο κυκλοφορεί διαρκώς με τεράστια ακουστικά που προστατεύουν τα ευαίσθητα αυτιά του.

Αυτός ο μελαγχολικός, λιγομίλητος νεαρός που υποδύεται άψογα ο Λέο Γούνταλ – ένας ηθοποιός που πρέπει να προσέξουμε και που προσφάτως είδαμε στη «Νυρεμβέργη» – θα μπλέξει σε περιπέτειες με τον υπόκοσμο (γιατί ένα ταλέντο στην ακοή μπορεί να αξιοποιηθεί ποικιλότροπα). Και αυτό θα δώσει στην ταινία του Ντάνιελ Ρόερ τη σπίθα της θρίλερ – περιπέτειας, χωρίς η ταινία να εντάσσεται ακριβώς εκεί. Για την ακρίβεια, τούτη η ταινία είναι λίγο απ’ όλα. Λίγο θρίλερ, λίγο ψυχόδραμα, λίγο αισθηματικό δράμα (το φλερτ του Νίκι με μια αυστηρή πιανίστρια – η Αβάνα Ρόουζ Λιού), λίγο οικογενειακό δράμα – ο ήρωας του Χόφμαν είναι προφανώς ο «άλλος» πατέρας του Νίκι.

Προερχόμενος από τον χώρο του ντοκιμαντέρ (το «Once Were Brothers: Robbie Robertson & The Band» είναι μια από τις πιο γνωστές ταινίες του) ο Ρόερ έχει μια ευαισθησία στην αντιμετώπιση ανθρώπων με παθήσεις (μια προηγούμενη ταινία του, η «Blink», καταγράφει το ταξίδι μιας οικογένειας σε όλο τον κόσμο, προτού τα παιδιά τους χάσουν την όρασή τους εξαιτίας μιας σπάνιας γενετικής διαταραχής). Και παρότι δύσκολα μπορεί κάποιος να φανταστεί έναν κουρδιστή πιάνου με πάθηση στα αυτιά σε crime story, το σενάριο των Ντάνιελ Ρόερ – Ρόμπερτ Ράμσεϊ είναι τόσο καλά δομημένο που η ιδέα λειτουργεί θαυμάσια.

Βαθμολογία: 3 ½

ΑΘΗΝΑ: CINE PARIS – ΕΛΛΗΝΙΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΧΑΛΑΝΔΡΙ – ΑΕΛΛΩ – VILLAGE ΠΑΓΚΡATI – NANA – CINE ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗ – ΤΡΙΑ ΑΣΤΕΡΙΑ – VILLAGE MALL – ΜΠΟΜΠΟΝΙΕΡΑ – ΦΛΟΙΣΒΟΣ – ΣΙΝΕ ΚΗΠΟΣ – ΣΙΝΕ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ κ.α. ΘΕΣ/ΚΗ: ODEON ΠΛΑΤΕΙΑ – CINE ΕΛΛΗΝΙΣ – CINEMA ONE κ.α.

«Αντικατοπτρισμοί» (Miroirs n. 3)

Παραγωγή: Γερμανία, 2025

Σκηνοθεσία: Κρίστιαν Πέτσολντ

Ηθοποιοί: Πόλα Μπιρ, Μπάρμπαρα Αουερ κ.α.

Η Λάουρα (Πόλα Μπιρ), το ένα από τα δύο βασικά γυναικεία πρόσωπα της τελευταίας ταινίας του Κρίστιαν Πέτσολντ («In Transit», «Μπάρμπαρα», «Κόκκινος ουρανός»), θα φέρει τα πάνω κάτω στο σπίτι του άλλου βασικού προσώπου, της Μπέτι (Μπάρμπαρα Αουερ), μιας μεγαλύτερής της γυναίκας, που τη φιλοξενεί μετά από ένα τροχαίο δυστύχημα στη γερμανική επαρχία, στο οποίο σκοτώθηκε ο φίλος της πρώτης.

Η Μπέτι ζει μόνη παρότι παντρεμένη με έναν σιωπηλό μηχανικό αυτοκινήτων (Ματίας Μπραντ) με τον οποίο έχει αποκτήσει έναν εξίσου σιωπηλό γιό (Ίνο Τρεμπς). Περιέργως οι δύο άντρες μένουν στην ίδια περιοχή αλλά όταν συναντιούνται ξανά με την Μπέτι, νιώθεις ότι μια τεράστια απόσταση τους χωρίζει.

Και κάπως έτσι χτίζεται το μεγάλο κάδρο μιας μικρής, «χειροποίητης» ταινίας που όμως είναι γεμάτη αγάπη, νοιάξιμο και συντροφικότητα.

Ο Κρίστιαν Πέτσολντ συνηθίζει να «πιάνεται» από φαινομενικα ασήμαντα πράγματα και να δημιουργεί ανθρώπινες καταστάσεις που σε αγγίζουν κυριολεκτικά μέσα από το τίποτα. Μια χαλασμένη βρύση, ένα ποδήλατο που έχει στραβώσει και χρειάζεται επισκευή, το τελετουργικό του φαγητού που μαγειρεύει η Λάουρα. Να πως ένα τραγικό επεισόδιο θα σταθεί αφορμή για την αναθεώρηση πολλών πραγμάτων στη ζωή την οποία συχνά κάνουμε περισσότερο σύνθετη από όσο είναι. Γιατί κατά βάθος, η ζωή είναι μαγικά απλή.

Και μια μικρή, προσωπική επισήμανση: παρακολουθώντας την ταινία, πρόσεξα κάποια στιγμή ότι τα ονόματα των ηρωίδων, Λάουρα και Μπέτι, «φτιάχνουν» το ονοματεπώνυμο της Ιταλίδας ηθοποιού Λάουρα Μπέτι που παίζει στο «Θεώρημα» (1968) του Πιέρ Πάολο Παζολίνι, στοιχεία του οποίου, κατά ένα περίεργο, παιχνιδιάρικο τρόπο, υπάρχουν και …εδώ.

Βαθμολογία: 3

ΑΘΗΝΑ: ΤΡΙΑΝΟΝ – ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΕΛΛΑΔΑΣ – ΔΙΟΝΥΣΙΑ (ΠΕΜ – ΚΥΡ) – ΦΙΛΙΠ – ΒΟΞ (ΠΕΜ-ΚΥΡ) – ΝΑΝΑ κ.α.

«Δείπνο του Φράνκο» (La cena)

Παραγωγή: Ισπανία, 2025

Σκηνοθεσία: Μανουέλ Γκόμεθ Περέιρα

Ηθοποιοί: Μάριο Κάσας, Αλμπέρτο Σαν Χουάν κ.α.

Η σύνδεση ενός σοβαρού πολιτικού θέματος με το χιούμορ, μπορεί να έχει θαυμάσια αποτελέσματα όπως έχουμε κατά καιρούς δει στο σινεμά (τρανταχτό παράδειγμα το Ολοκαύτωμα των Εβραίων στον «Μεγάλο δικτάτορα» του Τσάπλιν και τη «Ζωή είναι ωραία» του Ρομπέρτο Μπενίνι). Το «Δείπνο του Φρανκο» δεν είναι η ταινία που θα μείνει στην Ιστορία (παρότι διακρίθηκε στα ισπανικά βραβεία Goya) αλλά ακολουθεί ευπρεπώς αυτή τη λογική με σκηνικό τοπίο την Ισπανία αμέσως μετά τον εμφύλιο πόλεμο που είχε αποτέλεσμα την επί δεκαετίες ηγεμονία του δικτάτορα Φράνκο.

Πολιτικός προβληματισμός, Ιστορία και feelgood ατμόσφαιρα λοιπόν, με χώρο ένα πολυτελές ξενοδοχείο της Μαδρίτης, όπου ο δικτάτορας Φράνκο (Ξαβι Φράνκες) αποφασίζει να δειπνήσει. Το πρόβλημα είναι ότι οι μεγάλοι σεφ του ξενοδοχείου ανήκουν στην αριστερά και βρίσkονται φυλακισμένοι έτοιμοι για εκτέλεση. Οπότε θα πρέπει να βγουν για μια μέρα από τη φυλακή, να μαγειρέψουν για τον Φράνκο και να ξαναμπούν μέσα για να εκτελεστούν.

Με παλμό της ταινίας τη σχέση που θα δημιουργηθεί ανάμεσα στον διχασμένο στρατιωτικό που έχει την ευθύνη του πάρτυ (Μάριο Κάσας) και του διευθυντή του ξενοδοχείου που είναι αναγκασμένος να κάνει συνεχώς τον «πυροσβέστη» (Αλμπέρτο Σαν Χουάν), ο Mανουεέλ Γκόμεθ Περέιρα προσπαθεί να «σπάσει» την τραγικότητα της κατάστασης αντλώντας χιούμορ μέσα σε από μπουρλέσκ καταστάσεις που προκύπτουν μέσα στο ξενοδοχείο, είτε αφορούν τα κρασιά, είτε το κάτουρο στη σούπα του Φράνκο. Βεβαίως, ο σκηνοθέτης δεν ξεχνά την πραγματικότητα οπότε τα ξαφνιάσματα ωμού ρεαλισμού δε λείπουν.

Βαθμολογία: 2 ½

ΑΘΗΝΑ: ΚΑΡΜΕΝ – ΣΤΕΛΛΑ – ΔΑΦΝΗ – TPIA ΑΣΤΕΡΙΑ – COOL TYMVOS ΜΑΡΑΘΩΝΑΣ – ΒΑΡΚΙΖΑ – ΔΙΑΝΑ – ΟΡΦΕΑΣ ΣΑΡΩΝΙΔΑΣ – ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ – ΣΙΝΕ ΝΙΚΑΙΑ – ΦΙΛΙΠ κ.α. ΘΕΣ/ΚΗ: ΑΛΕΞ – ΒΑΚΟΥΡΑ

Επανεκδόσεις

Το λιμάνι της αγωνίας (On the waterfront, HΠΑ, 1954)

Αν και αυτή η ταινία ερμηνεύεται συχνά ως μία «αυτό –απαλλακτική» αλληγορία εκ μέρους των Ελία Καζάν και Μπαντ Σούλμπεργκ που ενεργώντας ως «φιλικοί μάρτυρες» κατέδωσαν ονόματα στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών, δεν παύει να είναι μια συγκλονιστική απεικόνιση της σύγκρουσης της ελεγχόμενης από τη μαφία διαφθοράς, που έχει πάρει με τη βία την αρχηγία του συνδικάτου των εκφορτωτών πλοίων του Νιου Τζέρσεϊ και της κουρασμένης εργατικής τάξης. Και ο Μάρλον Μπράντο, στον ρόλο του Τέρι Μαλόι που εν τέλει θα ματώσει πηγαίνοντας κόντρα στο «σύστημα», γίνεται κάτι σαν φορέας μιας δήλωσης του σκηνοθέτη ως προς το θέμα της πίστης και της προδοσίας που αφορά άμεσα στην ταυτότητά του.

Βαθμολογία: 4

ΑΘΗΝΑ: ΘΗΣΕΙΟ

Τηλεφωνήσατε Ασφάλεια Αμέσου Δράσεως (Dial M for Murder, ΗΠΑ, 1954) – επανέκδοση

Ενας χρεοκοπημένος πρώην πρωταθλητής του τένις (Ρέι Μιλάν) αποφασίζει να δολοφονήσει την πλούσια γυναίκα του (Γκρέις Κέλι) ώστε να κληρονομήσει την τεράστια περιουσία της. Το σχέδιο είναι ιδιοφυές όσο και απλό. Ο τυχοδιώκτης που έχει προσλάβει για τη «δουλειά» θα πρέπει να στραγγαλίσει τη γυναίκα ακριβώς την ώρα που ο σύζυγός της θα της μιλά στο τηλέφωνο. Μόνον έτσι, ο τελευταίος θα μπορέσει να αποκτήσει το τέλειο άλλοθι. Τι θα μπορούσε να πάει στραβά; Όχι από τις πιο «λαμπερές» ταινίες του Άλφρεντ Χίτσκοκ αλλά παρ’ όλ’ αυτά ένα δεξιοτεχνικά σκηνοθετημένο «θρίλερ δωματίου» και μια από τις πιο προσωπικές ταινίες του μετρ της αγωνίας που μετέφερε στο σινεμά το επιτυχημένο θεατρικό έργο του Φρέντερικ Νοτ (ο οποίος έκανε και τη σεναριακή διασκευή)

Βαθμολογία: 3 ½

ΑΘΗΝΑ: ΕΚΡΑΝ – ΖΕΦΥΡΟΣ – ΑΜΙΚΟ – ΑΝΟΙΞΙΣ – ΟΑΣΙΣ κ.α.

Ωραία μου κυρία (My fair lady, ΗΠΑ, 1963) Μιούζικαλ της παλαιάς σχολής (και παλαιάς κοπής) μια ελεύθερη διασκευή του «Πυγμαλίωνα» του Τζωρτζ Μπέρναρντ Σο στο οποίο η Οντρεϊ Χέπμπορν μετατρέπεται από λαϊκή, αγράμματη λουλουδού σε καλλιεργημένη αριστοκράτισσα χάρη στη σωστή εκπαίδευση του καθηγητή Ρεξ Χάρισον, ο οποίος βάζει στόχο ζωής να τη μετατρέψει σε αυτό που δηλώνει ο τίτλος. Μια πραγματικά «Ωραία κυρία», όπως ακριβώς και η ταινία του Τζορτζ Κιούκορ (1899-1983) η οποία προτάθηκε για 12 Οσκαρ και απέσπασε οκτώ, συμπεριλαμβανομένων των καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, A ανδρικού ρόλου για τον Χάρισον και μουσικής (Αντρέ Πρεβέν). Κλασική σκηνή της ταινίας, εκείνη με το τραγούδι «The rain in Spain» σε μουσική Φρέντερικ Λόου και στίχους Αλαν Τζέι Λέρνερ

Βαθμολογία: 3

ΑΘΗΝΑ: ΑΤΕΝΕ

Επίσης στις αίθουσες

Η ταινία τρόμου «Evil dead burn» (ΗΠΑ, 2026) του Σεμπαστιάν Βαιτσέκ, είναι ο τελευταίος μέχρι σήμερα κρίκος της franchise αλυσίδας «Evil dead» που άρχισε το 1981 με την κλασική για του είδος ταινία του Σαμ Ράιμι – και εκεί θα έπρεπε να είχε σταματήσει. Από τότε έχουν περάσει πολλές δεκαετίες, οπότε πολύ φυσικά, η σημερινή ταινία θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο εμετική σε σκηνές τρόμου, όσο το δυνατόν πιο ακαταλαβίστικη από πλευράς ιστορίας και όσο το δυνατόν πιο απωθητική προς όλους εκείνους τους θεατές που δεν ανήκουν στο φαν κλαμπ της «σειράς» (απίζουν: Σουχέλα Γιακούμπ, Τάντι Ράιτ, Χάντερ Ντούχαν κ.α.)

Βαθμολογία: ½

ΑΘΗΝΑ: ΟΛΑ ΤΑ VILLAGE – ΟΛΑ ΤΑ OPTIONS – AΘΗΝΑΙΟΝ κ.α. ΘΕΣ/ΚΗ: VILLAGE

——————————

Σε περισσότερες από 200 αίθουσες της Ελλάδας προβάλλεται επίσης η «Βαϊάνα» (ΗΠΑ, 2026). Live action κινηματογραφική εκδοχή της ταινίας κινουμένων σχεδίων «Βαϊάνα» της Disney, στην οποία ένα κορίτσι ανταποκρίνεται στο κάλεσμα του Ωκεανού και για πρώτη φορά στη ζωή της ταξιδεύει σε αχαρτογράφητα νερά με τον θρυλικό ημίθεο Μάουι. Στην ελληνική μεταγλώττιση ακούγονται οι: Μαρίνα Σάττι, Μιχάλης Κουινέλης, Βίνα Παπαδοπούλου κ.α.