«Από την πρώτη φορά που πάτησα στα χώματα της Επιδαύρου βίωσα κάτι μαγικό. Ηταν το 1994, θυμάμαι, με το Θέατρο Τέχνης, στον “Πλούτο” του Αριστοφάνη. O Mίμης Κουγιουμτζής είχε δημιουργήσει μια δυνατή παράσταση. Εκανα έναν μικρό ρόλο, τη γυναίκα του Χρεμύλου. Ομως ήμουν μαζί με τον Δημήτρη Οικονόμου, έναν υπέροχο ηθοποιό. Δέκα ατάκες έλεγα λοιπόν! Δέκα ατάκες, δέκα ατάκες, δεν πειράζει. Σημασία έχει με ποιον και πώς. Εγώ όταν βγήκα στην ορχήστρα της Επιδαύρου νόμισα ότι όλος ο κόσμος είχε έρθει για εμένα! Οταν άκουσα δε το πρώτο γέλιο… Και, ξέρετε, το γέλιο στην Επίδαυρο σκάει σαν κύμα επάνω στον ηθοποιό, και μάλιστα λίγο καθυστερημένα. Γιατί για να φτάσει το αστείο μέχρι επάνω στο κοίλον και να επιστρέψει πίσω σε εσένα χρειάζεται λίγος χρόνος. Επειτα, βρέθηκα ξανά στην Επίδαυρο το 2004, πάλι με τον “Πλούτο”, σε σκηνοθεσία αυτή τη φορά του Νίκου Μαστοράκη. Εκανα πλέον την Πενία. Μεγάλος ρόλος. Και θυμάμαι να λέω στον εαυτό μου: “Εντάξει, τότε με τον μικρό ρόλο τα κατάφερες, το κέρδισες το γέλιο. Τώρα, με τον μεγάλο, θα τα καταφέρεις;”. Αυτή η ανάγκη για επιβεβαίωση δεν τελειώνει μάλλον ποτέ για τον ηθοποιό. Θέλω να τον κρατάω τον θεατή. Να κοιτάει τι λέω, να είναι εκεί επάνω μου, να μη φεύγει ο νους του».
Η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου βρίσκεται καθισμένη αναπαυτικά σε μια πολυθρόνα απέναντί μου, στην καλαίσθητη σουίτα του Athens Capital Suites-MGallery Collection στην οδό Ζαλοκώστα. Εχει μόλις πριν από λίγα λεπτά ολοκληρώσει τη φωτογράφιση για το ΒΗΜagazino. Αν και έχει ξυπνήσει από τα χαράματα προκειμένου να πετάξει από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, η ζωογόνος ενέργειά της κυριαρχεί στο δωμάτιο.
Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, η πόλη του Θερμαϊκού έχει γίνει το δεύτερο σπίτι της εξαιτίας της συνεργασίας της με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ). Πρώτα την απολαύσαμε ως Θελεστίνα στο ομώνυμο έργο του Φερνάντο ντε Ρόχας, σε σκηνοθεσία του καλλιτεχνικού διευθυντή του ΚΘΒΕ Αστέριου Πελτέκη. Τώρα οι δυο τους συμπράττουν ξανά επάνω στη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη. Η παράσταση κάνει πρεμιέρα στις 30 Ιουνίου στο Θέατρο Δάσους, για να ακολουθήσει περιοδεία σε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο, ενώ προγραμματίζεται να παρουσιαστεί και στη Ρώμη, στο Teatro di Ostia, στο πλαίσιο του Teatro Ostia Antica Festival 2026, σε συνεργασία με το Teatro di Roma, στις 4 και 5 Ιουλίου. Και, βέβαια, στις 21 και 22 Αυγούστου τους περιμένει η Επίδαυρος.
«Σας ταιριάζει αυτή η ορμητική ηρωίδα του Αριστοφάνη» παρατηρώ. Μοιάζει σκεπτική. «Ναι, αλλά δεν θέλει μόνο αυτό ο Αστέρης. Θέλει να μπω και σε άλλα, πιο ιδιαίτερα μονοπάτια. Αποδίδει στη Λυσιστράτη μια σχεδόν θεϊκή υπόσταση. Υπάρχει μάλιστα κάτι πολύ χαρακτηριστικό στην παράσταση: στην αρχή εμφανίζεται η θεά Αθηνά και, ενώ στροβιλίζεται μέσα σε ατμούς, έρχομαι εγώ ως Λυσιστράτη. Θέλει δηλαδή να ενσωματωθεί αυτό το θεϊκό στοιχείο στην ηρωίδα. Και αυτό με δυσκολεύει ακόμα. Γιατί τον δυναμισμό που είπατε, ναι, τον διαθέτω εύκολα. Αλλά αυτό το υπόλοιπο κομμάτι της ηρωίδας με δυσκολεύει και δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι το έχω κατακτήσει ακόμη 100%. Αλλά είμαι σε πολύ καλό δρόμο».
Η συζήτηση με την Ελισάβετ Κωνσταντινίδου κυλά αβίαστα. Οχι επειδή είναι επικοινωνιακή – αυτό είναι το λιγότερο. Αλλά γιατί, στον δημόσιο λόγο της, ποτέ δεν υιοθέτησε προσωπεία. Δεν λέει αυτά που θέλει να ακούσει ο συρμός της εποχής, ούτε ακκίζεται. Μοιάζει μόνο να κοιτά τον εαυτό της κατάματα, έχοντας πλέον ζυγίσει τα καλά και τα στραβά του.
«Για παράδειγμα, αυτή η μαχητικότητα που λέτε ότι βλέπετε σε εμένα πολλές φορές φοβίζει τον άλλον» θα πει σε μία αποστροφή του λόγου της. «Γιατί, άμα διεκδικώ κάτι, μπορώ να γίνω παράφορη, σκληρή. Δεν μπορείς όμως να αλλάξεις τον άλλον άνθρωπο απέναντί σου, αν εκείνος δεν θέλει. Και ενώ τα ξέρω όλα αυτά, εγώ εκεί, επαναλαμβάνω το ίδιο λάθος. Νομίζω ότι θα καταλάβει. Αλλά δεν καταλαβαίνει. Γι’ αυτό πλέον το μεγαλύτερο ζητούμενο για εμένα είναι η αυτοκυριαρχία».
Ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου αλλά και καλλιτέχνιδας η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου. Μία από τις καλύτερες κωμικές ηθοποιούς της γενιάς της – εάν όχι η καλύτερη –, πάντα προσέγγιζε την κωμωδία από το δραματικό μονοπάτι, φθάνοντας σε ιδιαίτερα υποκριτικά ημιτόνια.
Ετσι έπλασε ένα ολόκληρο σύμπαν ερμηνειών μέσα από τις ηρωίδες της. Από τη Ζουμπουλία του τηλεοπτικού «Στο πάρα πέντε», αυτή την ηρωίδα που παρέδωσε στο πάνθεον της ελληνικής μυθοπλασίας, μέχρι την εγκλωβισμένη στα συντρίμμια του αυτοκινήτου της Γωγώ της Ελένης Γκασούκα στο θεατρικό «Εγώ, η Γωγώ», και φυσικά την τραγική Εκάβη από το «Τρίτο Στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, την οποία συνάντησε στο θέατρο σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου, με ένα σπάνιο υποκριτικό ένστικτο η ίδια έπλαθε τους ρόλους της αντλώντας και από το DNA των γυναικών που γνώρισε στη ζωή της. Και έτσι δεν έπαιζε, γινόταν. «Εγώ την κωμωδία μέσα από το δράμα την περνώ» παραδέχεται. «Εγώ πάσχω και εσύ γελάς. Αυτός είναι ο τρόπος μου. Δεν ξέρω άλλον. Μα δραματική ηθοποιός είμαι τελικά. Απλώς έβγαλα περισσότερα χρήματα από την κωμωδία. Ομως δεν είναι μόνο αυτό. Θέλω να κάνω τον κόσμο να γελά. Μου αρέσει όταν γελά» λέει σχεδόν ψιθυριστά.

Γιατί «Λυσιστράτη» φέτος, κυρία Κωνσταντινίδου;
«Με τόσους πολέμους γύρω μας, δεν νομίζετε ότι είναι η πιο συνεπής απόφαση; Λένε να παίρνουν θέση οι καλλιτέχνες. Εμείς έτσι μιλάμε. Να πεις λοιπόν κάτι ουσιαστικό: ότι δεν γίνεται να κάνεις πολέμους στην εποχή μας. Είναι δυνατόν, με τέτοια εξέλιξη σε όλους τους τομείς, να υπάρχουν ακόμη συρράξεις; Ο Αστέριος Πελτέκης, που εκτός από τη σκηνοθεσία υπογράφει και τη δραματουργική επεξεργασία-απόδοση του έργου, έχει εντάξει μία πρόταση μέσα στο κείμενο: “Ολοι άνθρωποι είμαστε και κάθε πόλεμος εμφύλιος πόλεμος είναι”. Για εμένα αυτή η πρόταση ήταν λόγος να κάνω τη Λυσιστράτη. Διαβάζουμε κάθε ημέρα: σκοτώθηκαν τόσοι σήμερα, τόσοι χθες. Και το περνάμε έτσι αψήφιστα. Η ενσυναίσθηση νομίζω, βέβαια, ότι είναι θέμα χαρακτήρα αλλά και βιωμάτων. Εμένα οι παππούδες μου ήταν Πόντιοι. Ξέρω τι σημαίνει πόλεμος, ξεριζωμός. Μια υπενθύμιση λοιπόν είναι η “Λυσιστράτη” για τον παραλογισμό τού σήμερα».
Η «Λυσιστράτη» γράφτηκε και πρωτοπαρουσιάστηκε το 411 π.Χ., κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν, ο Αριστοφάνης φαντάζεται γυναίκες να σταματούν έναν πόλεμο σε μια κοινωνία που δεν τους αναγνωρίζει καν πολιτική φωνή. Πόσο τολμηρή ήταν τελικά αυτή η σύλληψη;
«Και πώς τον σταματούν; Κόβοντας το σεξ από τον άνδρα. Του λένε ουσιαστικά: “Διάλεξε. Θες τη ζωή ή τον θάνατο;”. Πόσο ευφυές. Τότε οι άνθρωποι, βέβαια, ήταν πιο κοντά στην ερωτική τους φύση. Δεν είχαν τα στερεότυπα και τα κλισέ της δικής μας εποχής».
Εμείς θεωρείτε ότι είμαστε πιο συντηρητικοί σήμερα;
«Δεν είμαστε, όταν ξεχωρίζουμε τους ανθρώπους που έχουν άλλες σκέψεις από αυτές που μας έμαθαν ότι είναι οι σωστές; Στην αρχαιότητα δεν υπήρχε αυτό. Και μασάμε πλέον την καραμέλα της αποδοχής. Μα τι να αποδεχτείς, χριστιανέ μου; Να αποδεχτείς ότι εσύ είσαι ένας άνθρωπος και εκείνος ένας άλλος άνθρωπος. Αυτό μόνο μπορείς να αποδεχτείς. Ούτε να κρίνεις ούτε να σχολιάσεις. Βέβαια, ακούς και υπερβολές. Σου λέει ο άλλος στα 15 του χρόνια: “Εγώ δεν είμαι ο ή η, είμαι το”. Τι “το” είσαι, παιδί μου; Εχουν κάτι τίτλους που δεν τους ξέρω. Δεν μπορώ να μπω και σε αυτή τη διαδικασία. Εγώ δέχομαι ότι είσαι αυτό. Με γεια σου και χαρά σου. Δεν θα κάτσω να πω πώς λέγεται αυτό και πώς λέγεται το άλλο. Ανθρωποι είμαστε όλοι».
Θεωρείτε λοιπόν ότι αγγίξαμε την υπερβολή;
«Ξεκάθαρα. Οπως και το κίνημα #MeToo, που πολύ καλώς και μπράβο που ξεκίνησε, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις έχει ξεφύγει. Και, εν τω μεταξύ, μιλάμε για #MeToo μόνο στον χώρο του θεάτρου. Κουνούν το δάχτυλο οι δημοσιογράφοι στις πρωινές εκπομπές. Λες και στον χώρο της δημοσιογραφίας όλα είναι αγγελικά πλασμένα».
Πιστεύετε ότι εν γένει οι καλλιτέχνες κρίνεστε πιο αυστηρά;
«Δεν κρινόμαστε; Εδώ πιάνουν έναν ηθοποιό να οδηγεί έχοντας πιει δυο ποτηράκια παραπάνω
– δεν μιλάω να είναι λιώμα και επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια – και θα τον ξεφωνίζουν επί ημέρες. Ποιος δεν έχει πιει μια φορά από χαρά, από έρωτα ή από στενοχώρια; Τυχαίνει στους ανθρώπους, ξέρετε. Αλλά τους κανονικούς ανθρώπους δεν τους βγάζουν στα μανταλάκια. Δεν θα ακούσεις: “Πιάσαμε τον τάδε διευθυντή τράπεζας, τον δείνα φούρναρη”. Ο ηθοποιός και ο τραγουδιστής γίνονται αμέσως είδηση. Είναι θλιβερή η κατάστασή μας. Είμαστε ξεπεσμένο ανθρώπινο είδος. Ζούμε σε εποχές παρόμοιες με τον Μεσαίωνα. Εντάξει, δεν καίμε ανθρώπους στη φωτιά. Τους “καίμε” με άλλον τρόπο. Βλέπετε πώς μπορούν να καταστρέψουν τη ζωή ενός ανθρώπου από μία δήλωσή του και μετά να μην μπορεί να πατήσει ξανά στα πόδια του».
Εσείς φοβάστε μήπως κάτι που θα πείτε παρεξηγηθεί;
«Είμαι πολύ προσεκτική στις διατυπώσεις μου, γιατί δεν θέλω ο συνομιλητής μου να καταλάβει κάτι διαφορετικό από αυτό που εννοώ. Δεν προσέχω εξαιτίας του #MeToo ή της ανάγκης για πολιτική ορθότητα. Δεν προσέχω για να μην με πιάσουν, εν ολίγοις, στο στόμα τους κάποιοι. Αν πω κάτι που είναι σύμφωνο με τον αξιακό μου κώδικα, δεν με ενδιαφέρει τι θα πουν για εμένα».
Επιστρέφω στην παράσταση. Η Επίδαυρος πολλές φορές γίνεται αρένα. Σας ενδιαφέρει η κριτική της επόμενης ημέρας;
«Δεν τις διαβάζω ποτέ μου έτσι κι αλλιώς. Καμιά φορά μού λένε: “Είδες τι σου έγραψαν;”. Λέω: “Πού, καλέ;”. Τι να γράψουν, δηλαδή; Οτι δεν κάνω για αυτή την εργασία; Εντάξει, ας το γράψουν. Και δεν μιλάω έτσι από έπαρση. Οχι, δεν κοιτάω την επόμενη ημέρα. Κοιτάω τι “παιχνίδι” έγινε εκείνη τη στιγμή με το κοινό. Τι πινγκ πονγκ παίξαμε. Την ώρα που παίζεις, καταλαβαίνεις αν ήσουν καλή. Από το γέλιο, το χειροκρότημα. Την ενέργεια… Με τον Αστέριο Πελτέκη, τώρα, προσπαθούμε για το καλύτερο. Η “Λυσιστράτη”, από γραφής, είναι ένα τολμηρό κείμενο. Θα υπάρχουν και στοιχεία επικαιρότητας, όχι πολιτικής. Για παράδειγμα, μία ηθοποιός κάνει την AI της αρχαιότητας. Αυτό το σημείο το λατρεύω».
Αλήθεια, κυρία Κωνσταντινίδου, αναρωτιέμαι πώς μια ηθοποιός όπως εσείς έχει πάει μέχρι σήμερα μόνο τέσσερις φορές στην Επίδαυρο…
«Εχει να κάνει προφανώς με τους τίτλους. Αυτά τα “εμπορικός”, “ποιοτικός”, τα ξέρετε τώρα…».
Πώς σας φαίνεται αυτός ο διαχωρισμός;
«Τι να πω; Ας έρθει κάποιος να μου πει ότι η κωμωδία μου δεν είναι ποιοτική. Δεν με αφορά. Απλώς, όταν βάζουν αυτούς τους τίτλους, δεν σου δίνονται κάποιες ευκαιρίες. Βέβαια, καμιά φορά σκέφτεσαι μήπως δεν τις χρειαζόσουν τελικά και αυτές τις ευκαιρίες. Γιατί με ό,τι είναι να συναντηθείς, θα συναντηθείς».
Κυρία Κωνσταντινίδου, μέχρι σήμερα είχατε μια εύκολη ή μια δύσκολη ζωή;
«Μια παράξενη ζωή, θα έλεγα. Δεν θα τη χαρακτήριζα δύσκολη. Δεν κακοποιήθηκα. Δεν κακόπεσα. Πάντως δεν μου χαρίστηκε ποτέ κάτι. Πάντα ό,τι κέρδιζα το διεκδικούσα. Και αυτή είναι δύναμή μου. Οπότε θα πω όλα καλώς καμωμένα. Απλώς θα ήθελα, εάν γινόταν, να μην ξανάρθω σε αυτή την ενσάρκωση. Να μην ξαναγεννηθώ. Να μην κατεβώ ξανά κάτω, γιατί δεν μου αρέσει αυτό το παιχνίδι που παίζεται εδώ στη Γη».
Εξελιχθήκατε ως άνθρωπος;
«Πώς να τολμήσω να το πω αυτό; Πώς να τολμήσω; Ξέρω πάντως ότι δεν ησυχάζω. Οπότε, κάτι μάλλον καλό μπορεί να έρθει στο τέλος».
Μοιάζετε με το κορίτσι που ήσασταν 20 ετών;
«Οχι. Είμαστε άλλοι άνθρωποι. Κάποια χαρακτηριστικά έχουν μείνει ίσως. Η ζωντάνια, το ότι θα κάνω αυτό που θέλω και δεν με νοιάζει τι λένε οι άλλοι. Τότε όμως είχα έναν τεράστιο εγωισμό. Οτι ήμουν η καλύτερη. Πλέον λέω: “Κατάφερε εσύ ό,τι μπορείς από το δικό σου μετερίζι. Ασ’ τα τα πράγματα, μην τα βροντοφωνάζεις”. Σήμερα ξέρω ότι όσο πιο πολλά μαθαίνεις τόσο πιο λίγα νιώθεις ότι ξέρεις. Τόσο πιο ανεπαρκής αισθάνεσαι».
Επήλθε λοιπόν μια γείωση…
«Μια ησυχία, θα έλεγα. Σαν γείωση βλέπετε την ησυχία; Εγώ είχα μια έλλειψη. Ηθελα όλα να τα γευτώ. Σήμερα έχω λίγο καλύτερη σχέση με την ταπεινοφροσύνη, που σημαίνει ότι βλέπεις τα πράγματα όπως είναι και όχι όπως θα ήθελε το εγώ σου. Μου αρέσει που είμαι όλο και πιο κοντά σε αυτή την κατάκτηση. Τώρα λέω στον εαυτό μου: “Ησύχασε. Και αυτά που έχεις μια χαρά είναι. Κάτσε στο μπαλκόνι σου, κοίταξε τη θάλασσα”».
Με την έπαρση έχετε φλερτάρει;
«Οταν σου έρχεται η γη ανάποδα από τη μία ημέρα στην άλλη, όπως συνέβη στη δική μου ζωή με το “Στο παρά πέντε”, είναι και κάπως αναπόφευκτο. Μακάρι λοιπόν να το καταλάβεις και να αντισταθείς και απλώς να πάρεις το μάθημα που σου έφερε η ζωή. Θέλει μεγάλη εργασία με τον εαυτό σου. Ευτυχώς εκείνη την εποχή είχα ξεκινήσει ήδη ψυχοθεραπεία. Επίσης είχα μικρό παιδί» (σ.σ.: αναφέρεται στην κόρη της, την επίσης ηθοποιό Μαρία Χάνου). Ηταν εννέα χρόνων το κορίτσι μου. Πηγαίναμε να της πάρουμε παπούτσια και δεν άντεχε. Δεν μπορούσαμε να περπατήσουμε. Θύμωνε, στενοχωριόταν, γκρίνιαζε. Το έβλεπα αυτό και έλεγα στον εαυτό μου: “Μαζέψου, μαζέψου. Αλλού είναι η πραγματική ζωή σου. Οχι εκεί, στα φώτα”».
Το reunion «Στο παρά πέντε – 20 χρόνια μετά» το ευχαριστηθήκατε;
«Πολύ, αλλά ήταν για λίγο. Με αυτά τα παιδιά είναι σαν να έχουμε κάνει μαζί στρατό. Πάντα θα μας ενώνει ό,τι περάσαμε τότε. Και όταν συναντιόμαστε είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα. Πιάνουμε το νήμα ξανά από την αρχή».
Τον αγαπάτε τον Γιώργο Καπουτζίδη;
«Πολύ. Και τον εκτιμώ. Ηταν μια σημαντική συνάντηση στη ζωή μου».
Κεφάλαιο «έρωτας». Τον απομυθοποιείτε μεγαλώνοντας;
«Υπήρξαν περίοδοι της ζωής μου που ήταν το πρώτο για εμένα. Σήμερα ούτε καν. Οχι λόγω ηλικίας. Λόγω γνώσης. Ο έρωτας είναι πόλεμος, καταστροφή. Τώρα ωραία συντροφιά να υπάρχει, ωραίες κουβέντες και ο καθένας σπιτάκι του μετά».
Φαντάζομαι πρέπει κανείς να είναι πολύ δυναμικός για να σταθεί δίπλα σας.
«Αλήθεια είναι αυτό. Δεν με ξεγελάει ο άλλος εύκολα. Παλιά μπορούσαν λίγο περισσότερο. Τώρα δεν έχω καμία ανάγκη. Ισως πάλι και να έχω, τώρα που το σκέφτομαι. Πολλές φορές λέω: “Ρε γαμώτο, να είχα έναν άνθρωπο κι εγώ να βλέπαμε μαζί μια ταινία αγκαλιά, να τρώγαμε λίγο παγωτό”. Εχω βέβαια πολύ καλούς φίλους και, με έναν τρόπο, γεμίζουν αρκετά κενά. Βέβαια, για να είμαστε ειλικρινείς, τα δικά σου κενά δεν τα συμπληρώνει κανείς. Μόνο εσύ μπορείς».
INFO
«Λυσιστράτη»: Πρεμιέρα στις 30 Ιουνίου, στο Θέατρο Δάσους στη Θεσσαλονίκη. Ακολουθεί περιοδεία σε Ελλάδα και Κύπρο.
Στις 21 και 22 Αυγούστου στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου.
Η φωτογράφιση πραγματοποιήθηκε στο Athens Capital Suites-MGallery Collection (Ζαλοκώστα 7-9, Σύνταγμα, athenscapitalsuites-mgallery.com).



