Πρόεδρος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΔΕΕ) από το 2015 και κορυφαίος θεωρητικός του ευρωπαϊκού συνταγματικού δικαίου, ο Κουν Λέναρτς διανύει μια θητεία γεμάτη κρίσεις, από το Brexit και το Μεταναστευτικό μέχρι την πανδημία και τις ανοιχτές διαμάχες για το κράτος δικαίου σε Πολωνία και Ουγγαρία.
Με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψή του στην Ελλάδα, όπου η Ακαδημία Αθηνών τού επεφύλαξε επίσημη υποδοχή, ο πρόεδρος του ΔΕΕ μιλάει σε συνέντευξή του στο «Βήμα» για τις θεμελιώδεις αξίες της ΕΕ, τον ρόλο του Δικαστηρίου και τον διάλογο με τα ελληνικά δικαστήρια, ενώ τοποθετείται παράλληλα για την τεχνητή νοημοσύνη και την ισχύ των τεχνολογικών κολοσσών.
Πώς διασφαλίζει το ΔΕΕ ότι οι κοινές ευρωπαϊκές αξίες γίνονται σεβαστές από τα κράτη-μέλη;
«Το ΔΕΕ, που περιλαμβάνει το Δικαστήριο και το Γενικό Δικαστήριο, μπορεί να επιληφθεί μιας υπόθεσης με διαφορετικούς τρόπους. Ο πιο συνηθισμένος και σημαντικός είναι η προδικαστική παραπομπή, δηλαδή ο μηχανισμός συνεργασίας του ΔΕΕ με τα εθνικά δικαστήρια των κρατών-μελών. Τα εθνικά δικαστήρια, από τα πρωτοβάθμια έως τα ανώτατα ή συνταγματικά, εφαρμόζουν καθημερινά το ενωσιακό δίκαιο. Οταν ανακύπτει αμφιβολία για την ερμηνεία ή το κύρος του, μπορούν, και σε ορισμένες περιπτώσεις οφείλουν, να παραπέμψουν το ζήτημα στο ΔΕΕ, το μόνο αρμόδιο να αποσαφηνίζει δεσμευτικά το κοινό δίκαιο των κρατών μελών ή να κρίνει την εγκυρότητά του. Γι’ αυτό και το ΔΕΕ δημιουργήθηκε ως κοινό δικαστήριο της Ενωσης, με δικαστές από όλα τα κράτη-μέλη, ενώ οι κυβερνήσεις τους μπορούν να συμμετέχουν στη διαδικασία και να εκθέτουν τις απόψεις τους.
Το ΔΕΕ, επομένως, δεν λειτουργεί απομονωμένα, αλλά ως μέρος ενός πανευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου για την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών. Οι περισσότερες αποφάσεις του για το κράτος δικαίου προέρχονται από προδικαστικές παραπομπές, μέσω των οποίων αποσαφηνίζονται οι κοινοί κανόνες που τα κράτη-μέλη έχουν συμφωνήσει να τηρούν, όπως η δικαστική ανεξαρτησία και οι θεμελιώδεις εγγυήσεις της Ενωσης. Ενας ακόμη τρόπος είναι η διαδικασία επί παραβάσει, μέσω της οποίας η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή άλλο κράτος-μέλος μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο ζητώντας να διαπιστωθεί παραβίαση του ενωσιακού δικαίου.
Στο πεδίο αυτό περιλαμβάνονται και οι κανόνες, καθώς και η νομολογία, για το κράτος δικαίου και τη δικαστική ανεξαρτησία. Αν το Δικαστήριο διαπιστώσει παράβαση και το κράτος δεν συμμορφωθεί, η Επιτροπή μπορεί να προσφύγει εκ νέου ζητώντας χρηματικές κυρώσεις. Σε περίπτωση που το κράτος καταδικαστεί αλλά αρνηθεί να καταβάλει τα σχετικά ποσά, αυτά μπορούν να παρακρατηθούν από τις απαιτήσεις του έναντι του προϋπολογισμού της ΕΕ. Πρόκειται για έναν ιδιαίτερα αποτελεσματικό μηχανισμό επιβολής και συμμόρφωσης».
Η ιστορική απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ουγγαρίας άνοιξε μια νέα συζήτηση για τον ρόλο του ΔΕΕ στην προστασία των θεμελιωδών αξιών της Ενωσης. Πώς απαντάτε στην κριτική ότι το Δικαστήριο παρεμβαίνει πολιτικά και μετατρέπεται σε «υπερνομοθέτη» της Ευρώπης;
«Στην προσφυγή κατά της Ουγγαρίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστήριξε ότι παραβιάστηκαν κανόνες του ενωσιακού δικαίου για τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά, δικαιώματα του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, καθώς και το άρθρο 2 ΣΕΕ, το οποίο κατοχυρώνει τις κοινές αξίες στις οποίες θεμελιώνεται η Ενωση. Το ΔΕΕ τόνισε, μάλιστα, ότι δεν μπορεί να απορρίψει μια προσφυγή επειδή έχει πολιτικό χαρακτήρα, αλλά οφείλει να την κρίνει με βάση το ισχύον δίκαιο. Εν προκειμένω, η Ολομέλεια έκρινε ότι η επίμαχη ουγγρική νομοθεσία στιγματίζει και περιθωριοποιεί τα ΛΟΑΤΚΙ+ πρόσωπα, παραβιάζοντας θεμελιώδη δικαιώματα του Χάρτη, όπως την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την απαγόρευση διακρίσεων, τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, καθώς και την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης. Ως προς το άρθρο 2 ΣΕΕ, η Ολομέλεια έκρινε ότι οι αξίες του προσδιορίζουν την ίδια την ταυτότητα της ΕΕ ως κοινής έννομης τάξης και είναι νομικά δεσμευτικές.
Τα κράτη-μέλη και τα θεσμικά όργανα της Ενωσης οφείλουν να τις σέβονται, να τις διαφυλάσσουν και να τις προάγουν. Το Δικαστήριο διευκρίνισε, πάντως, ότι δεν συνιστά κάθε παραβίαση του ενωσιακού δικαίου και παραβίαση του άρθρου 2 ΣΕΕ. Μόνο πρόδηλες και ιδιαιτέρως σοβαρές προσβολές των κοινών αξιών μπορούν να οδηγήσουν σε τέτοια διαπίστωση. Στη συγκεκριμένη υπόθεση η Ολομέλεια διαπίστωσε τέτοιου είδους παραβίαση των αξιών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ισότητας και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες. Το πρότυπο δικαστικού ελέγχου που διαμορφώθηκε με την εν λόγω απόφαση αποδίδει πλήρως όσα συμφώνησαν τα κράτη-μέλη και αντανακλά την αναγκαία δικαστική αυτοσυγκράτηση: δεν καθιστά το ΔΕΕ νομοθέτη, αλλά του επιτρέπει να διασφαλίζει την τήρηση του συνταγματικού πλαισίου της ΕΕ».
Εχετε δεχθεί πολιτικές πιέσεις από κυβερνήσεις κρατών-μελών;
«Η απάντηση είναι ξεκάθαρα όχι. Φυσικά και γνωρίζουμε ότι μια εθνική κυβέρνηση μπορεί να μην είναι ικανοποιημένη με κάποια απόφασή μας ή, σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις, ακόμη και να δηλώσει ότι δεν πρόκειται να συμμορφωθεί με αυτήν. Αυτό, όμως, δεν επηρεάζει στο παραμικρό τις αποφάσεις μας. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, τότε δεν θα επιτελούσαμε τον θεμελιώδη ρόλο μας: την προάσπιση και εφαρμογή του δικαίου».
Πώς αξιολογείτε τη σχέση των ελληνικών δικαστηρίων με το ΔΕΕ;
«Ο διάλογος με τους συναδέλφους μας στην Ελλάδα είναι, κατά τη δική μου εκτίμηση, εξαιρετικός. Την περασμένη χρονιά το ΔΕΕ έλαβε 11 αιτήσεις προδικαστικής παραπομπής από ελληνικά δικαστήρια, αριθμό απολύτως εύλογο σε σύγκριση με άλλα κράτη-μέλη, ενώ μία υπαγόταν στη νέα αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου. Ιστορικά, οι περισσότερες παραπομπές από την Ελλάδα έχουν προέλθει από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ενώ οι έλληνες δικαστές συμμετέχουν ενεργά και στην ετήσια Συνάντηση Δικαστών στο ΔΕΕ».
Ποιες νομικές προκλήσεις δημιουργεί η νέα πραγματικότητα της τεχνητής νοημοσύνης;
«Το 2024 η Ευρωπαϊκή Ενωση υιοθέτησε τον Κανονισμό 2024/1689 για την τεχνητή νοημοσύνη και ήδη το ΔΕΕ έχει δεχθεί αρκετές προδικαστικές παραπομπές που ζητούν την ερμηνεία των νέων αυτών κανόνων. Οι σχετικές υποθέσεις παραμένουν σήμερα εκκρεμείς ενώπιον του Δικαστηρίου. Ωστόσο, η μείζων σύνθεση του Δικαστηρίου είχε ήδη τοποθετηθεί με την απόφαση Ligue des droits humains (C-817/19) του 2022, σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων επιβατών αεροπορικών μεταφορών βάσει προκαθορισμένων κριτηρίων. Εκρινε ότι η χρήση τεχνητής νοημοσύνης που μπορεί να μεταβάλλει αυτόνομα τη διαδικασία αξιολόγησης δεν είναι συμβατή με την απαίτηση των “προκαθορισμένων” κριτηρίων, καθώς η αδιαφάνεια που συχνά χαρακτηρίζει τα συστήματα αυτά μπορεί να καθιστά αδύνατη την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο καταλήγουν στα συμπεράσματά τους. Παράλληλα, το ΔΕΕ υιοθέτησε φέτος Χάρτη Δεοντολογίας για την Τεχνητή Νοημοσύνη, με στόχο την υπεύθυνη αξιοποίησή της και τον περιορισμό των κινδύνων που συνεπάγεται. Βασική αρχή του Χάρτη είναι ότι οι δικαστές και οι γενικοί εισαγγελείς διατηρούν τον πλήρη έλεγχο των δικαστικών διαδικασιών, διαφυλάσσοντας την ανεξαρτησία και την αυτονομία τους. Κατά την άποψή μου, αυτό είναι και το πιο κρίσιμο στοιχείο: ο έλεγχος της Δικαιοσύνης να παραμένει πάντοτε στα χέρια του ανθρώπου».



