Οι εικόνες από το φλεγόμενο νεοκλασικό κτίριο της οδού Σταδίου όπου στεγαζόταν η Marfin Bank, με τους υπαλλήλους στο μπαλκόνι να εκλιπαρούν για βοήθεια ενώ τους έπνιγαν οι πυκνοί καπνοί που προκάλεσε ο εμπρησμός του κτιρίου από τις μολότοφ των κουκουλοφόρων, στοιχειώνει 16 ολόκληρα χρόνια την ελληνική κοινωνία, τις αρμόδιες Αρχές, αλλά και το πολιτικό σύστημα. Η εμπρηστική επίθεση κατά της τράπεζας, ενώ μέσα βρίσκονταν οι υπάλληλοι, κατά τη διάρκεια των μεγάλων διαδηλώσεων της 5ης Μαΐου 2010, μία ημέρα πριν την ψήφιση του πρώτου μνημονίου, κόστισε την ζωή σε τρεις εξ αυτών: την Αγγελική Παπαθανασοπούλου, 32 ετών και έγκυο 4 μηνών, την Παρασκευή Ζούλια, 35 ετών και τον Επαμεινώνδα Τσάκαλη, 36 ετών.
Αστοχίες, κενά και παραλείψεις στην πρώτη φάση της έρευνας οδήγησαν στη μη εξιχνίαση της υπόθεσης, η οποία δεν στιγμάτισε μόνο το πολιτικό σύστημα και τις αστυνομικές Αρχές. Ηταν ένα έγκλημα που σκόρπισε τον τρόμο και προκάλεσε τον αποτροπιασμό αμαυρώνοντας τις κοινωνικές κινητοποιήσεις όταν η χώρα έμπαινε στο «σκοτεινό τούνελ» των μνημονίων. Την Παρασκευή, η ΕΛ.ΑΣ. ανακοίνωσε ότι έχει φτάσει με βεβαιότητα στους τρεις δράστες, οι δύο εκ των οποίων συνελήφθησαν, και έχει ζητηθεί η έκδοση της τρίτης από τη Βρετανία.
Ο φάκελος της Marfin έχει ανοίξει και κλείσει πολλές φορές. Ολες επί υπουργίας Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, ο οποίος έχει βάλει προσωπικό στοίχημα να εξιχνιαστεί το έγκλημα και να οδηγηθούν οι δράστες στη Δικαιοσύνη. Οταν κάηκε η τράπεζα ήταν εκείνος υπουργός Προστασίας του Πολίτη, όμως έναν μήνα αργότερα μετακινήθηκε στο υπουργείο Ανάπτυξης.
Οι έρευνες της αστυνομίας οδήγησαν σε πρόσωπο που το 2016 κρίθηκε ομόφωνα αθώο από το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών «ελλείψει ικανών ενδείξεων ενοχής», ενώ δεν εντοπίστηκε κάποιος από τους αυτουργούς της επίθεσης καθώς υπήρξε ομάδα οργανωμένη που έδρασε ξεπηδώντας μέσα από τις γραμμές των διαδηλωτών. Υπήρξαν σοβαρές ελλείψεις στο αρχικό στάδιο ερευνών με αποτέλεσμα τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν σε εκείνη τη φάση να κριθούν ανεπαρκή. Αυτό που κανείς δεν κατανόησε είναι γιατί από το 2010 και αργότερα δεν κινήθηκε η διαδικασία για όλα τα μέλη της ομάδας, ούτε σε ανακριτικό ούτε σε δικαστικό επίπεδο.
Το 2019, ο κ. Χρυσοχοΐδης βρέθηκε ξανά στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και άνοιξε εκ νέου τον φάκελο, αλλά στον ανασχηματισμό του 2021 τον αντικατέστησε ο Τάκης Θεοδωρικάκος. Το υλικό που είχε συγκεντρωθεί ήταν πολύ αλλά η προσέγγισή του ήταν λάθος, με αποτέλεσμα να μπει στο αρχείο. Το 2024 ο κ. Χρυσοχοΐδης επέστρεψε στο κτίριο της Κατεχάκη και μετά από πολλή μελέτη, άλλαξε στρατηγική. Ανέθεσε τον συντονισμό των ερευνών όχι στην Κρατική Ασφάλεια που τον είχε μέχρι τότε, αλλά στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών και συνέστησε μια ειδική ομάδα στην οποία συμμετείχε και η Αντιτρομοκρατική.
Επειτα από επίπονη μελέτη των στοιχείων κατέληξαν στην ταυτοποίηση των τριών δραστών. Στα νέα στοιχεία προστέθηκε και το ανώνυμο e-mail προς το «ελληνικό FBI» για τους δράστες της επίθεσης, που οδήγησε σε νέα εξέταση του συνόλου του υλικού της δικογραφίας, ενώ για τα τρία πρόσωπα που εστίασαν οι Αρχές αναζητήθηκαν στοιχεία και σε άλλες δικογραφίες, οδηγώντας στις συλλήψεις από τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος (ΔΑΟΕ).
«Η Δημοκρατία μας είναι πολύ ισχυρή και πάντα νικά στο τέλος. Δεν νικά εκδικητικά. Οι νίκες της έχουν να κάνουν με τη δικαίωση και την απόδοση δικαίου που πρέπει, κάθε φορά, να γίνεται στο πλαίσιο του Συντάγματος και των Νόμων. Δεν νοείται έγκλημα – αφαίρεση ζωής, χωρίς απόδοση δικαιοσύνης» δήλωσε ο υπουργός. Ο κ. Χρυσοχοΐδης, από την εποχή της εξάρθρωσης της 17Ν, λέει ότι έχει γίνει πιο σοφός, ότι έχει αποκτήσει καλύτερη γνώση του τρομοκρατικού φαινομένου και τεχνογνωσία σε αυτές τις απαιτητικές έρευνες.
Σε συνομιλητές του συνηθίζει να λέει ότι σε τόσο βαριές πολιτικά υποθέσεις, η αστυνομία χρειάζεται κατεύθυνση και καθοδήγηση. Ο ίδιος είναι γνωστό ότι προΐσταται σε όλες τις συσκέψεις που αφορούν μεγάλες υποθέσεις. Για παράδειγμα, για την εξιχνίαση της δολοφονίας της Βάγιας Νέστορα ανέβηκε έξι φορές στη Θεσσαλονίκη μέσα σε δέκα ημέρες. Ηθελε να σιγουρευτεί ότι οι δικογραφίες θα είναι τεκμηριωμένες και ακλόνητες προκειμένου να αποδοθεί δικαιοσύνη.




