Επτά γυναίκες νεκρές από τα χέρια των συντρόφων τους (πρώην και νυν) εντός του έτους που διανύουμε, οι τρεις μάλιστα από αυτές δολοφονήθηκαν μέσα σε μόλις 10 ημέρες. Οι αριθμοί αυτοί ανάγκασαν ακόμη και τους αρνητές της συζήτησης γύρω από τις γυναικοκτονίες να παραδεχθούν ότι εδώ κάτι συμβαίνει και αν μη τι άλλο να παραδεχθούν την ανάγκη για τη συζήτηση σχετικά με τον όρο.
Και στις τρεις περιπτώσεις του τελευταίου δεκαημέρου, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, οι γυναίκες είχαν αποφασίσει να πάρουν αποστάσεις από τους συζύγους-συντρόφους τους, κάτι βεβαίως που οι δράστες δεν μπορούσαν να αποδεχθούν. Γιατί οι γυναίκες αυτές ήταν «κτήση» τους, έπρεπε να παραμείνουν κάτω από τον έλεγχό τους και στο τέλος της ημέρας αν δεν μπορούσαν να τις έχουν εκείνοι, τότε δεν θα έπρεπε να τις έχει κανένας. Μόνο ο θάνατος.
Και στην περίπτωση του Αιγίου και στην περίπτωση της Καλαμάτας και στην περίπτωση της Δράμας, οι γυναίκες έπεσαν νεκρές με ιδιαίτερα βάναυσο τρόπο καθώς και οι τρεις έφεραν δεκάδες μαχαιριές, από 20 ως 75, ενδεικτικές του μένους των δραστών.
Παρά το επίμονο των αριθμών και το ειδεχθές των περιστατικών η ελληνική κυβέρνηση αρνείται να θεσμοθετήσει ένα διακριτό αδίκημα στον Ποινικό Κώδικα με βασικό επιχείρημα ότι η ποινική αντιμετώπιση των δραστών έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να υπερβεί την πρόβλεψη των ισοβίων. Απολύτως απογοητευτική, αν όχι και εξοργιστική, η τοποθέτηση της κυρίας Μαρίας Γρατσία, η οποία εστίασε στη «διάκριση», λέγοντας ότι η αξία της ανθρώπινης ζωής είναι ίδια για γυναίκες και άνδρες, λες και η συζήτηση ήταν ποτέ αυτή.
Η αλήθεια είναι ότι όσοι διεκδικούν τη θέσπιση ενός διακριτού αδικήματος δεν τη διεκδικούν γιατί πιστεύουν ότι οι γυναίκες είναι ανώτερα όντα, αλλά γιατί ο όρος αυτός θα φέρει ορατότητα σε κάτι που ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας θέλει να παραμείνει αόρατο. Θα το δείξει με το δάχτυλο ως αυτό που είναι, θα του αποδώσει την απαξία που του αρμόζει, θα το καταστήσει μετρήσιμο. Γυναικοκτονία, για να γίνω πιο σαφής, δεν είναι κάθε δολοφονία γυναίκας από άνδρα δράστη, δεν είναι δηλαδή η περίπτωση κατά την οποία μια γυναίκα δολοφονείται με στόχο, παραδείγματος χάρη, να τη ληστέψουν. Είναι η δολοφονία με έμφυλα χαρακτηριστικά.
Δεν θέλουμε να δούμε τι συμβαίνει, αυτή είναι η σκληρή αλήθεια, γιατί αν δούμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη θα πρέπει να κάνουμε και κάτι γι’ αυτό. Δεν θέλει να παραδεχθεί η κατά τα άλλα δυτική και προοδεύουσα ελληνική κοινωνία ότι η πατριαρχία εξακολουθεί να ρίχνει βαριά τη σκιά της στις ανθρώπινες σχέσεις. Η μη εισαγωγή του όρου και στην κοινωνική σφαίρα και στο δίκαιο ευνοεί τη συλλογική ανεκτικότητα απέναντι σε τέτοιου είδους φαινόμενα.



