Η μέτρηση του χρόνου με βάση τη διαδοχή των Μουντιάλ ποδοσφαίρου είναι μια (κατά βάση) αντρική συνήθεια αρκετά γνώριμη, τουλάχιστον στις γενιές των σημερινών σαραντάρηδων και πενηντάρηδων. Είναι ένας τρόπος καταμέτρησης του βίου σχεδόν αθώος, αφού προέρχεται από τα βάθη της μνήμης.
Το πρώτο Μουντιάλ από το οποίο έχω έστω και αμυδρές αναμνήσεις είναι εκείνο της Ισπανίας του 1982. Θυμάμαι το πανταχού παρόν μουσικό τζινγκλάκι («Ε-σπάνια-τσα τσα τσα») αλλά και το παιδικό παιχνίδι-τρόπαιο που συνόδευε εμπορικά τη διοργάνωση, ένα πλαστικό κατασκεύασμα σε μέγεθος κασετίνας ταβλιού, όπου οι παίκτες κλωτσούσαν την μπάλα με έναν συρταρωτό μηχανισμό σαν σφεντόνα, που μου είχε φανεί μαγικός.
Μαζί με τα άλμπουμ της Πανίνι, το παιδικό συλλεκτικό απόκτημα-φετίχ της δεκαετίας του ογδόντα, απ’ όπου οι αγριωπές λαϊκόφατσες των εντεκάδων της εποχής (τότε που οι έννοιες του grooming και της αντρικής περιποίησης ήταν περίπου άγνωστες) κοσμούσαν τα δωμάτια και τα θρανία μας. Και φυσικά το χαμογελαστό, ιδρωμένο πρόσωπο του Πάολο Ρόσι, ως ακαταμάχητο εξώφυλλο στα αγορίστικα περιοδικά. Εκτοτε ακολούθησαν αρκετά Παγκόσμια, με εκείνα του Μαραντόνα του 1986 και του Ζιντάν του 1998 να ξεχωρίζουν με άνεση, ως τουρνουά που εκτόξευσαν δύο αθλητικά είδωλα σε διαστάσεις εξωπραγματικές.
Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με προσέλκυε στα Παγκόσμια Κύπελλα, ενώ δεν έπαιζα πολύ ποδόσφαιρο ως παιδί – τις λίγες φορές που συμμετείχα, η μοίρα μου ήταν δεμένη με την άδοξη θέση του τερματοφύλακα, αν όχι του «εξωφυλαρούχα». Υπήρχε ωστόσο κάτι στην τετραετή επανάληψη ενός μαζικού εθιμοτυπικού, περισσότερο ίσως και από εκείνου της Ολυμπιάδας, και φυσικά πέρα και πάνω από τη μίζερη εκδοχή του ελληνικού πρωταθλήματος (σε εποχές κιόλας που η πρόσβαση σε άπλετο διεθνές αθλητικό θέαμα δεν ήταν δεδομένη όπως τώρα), που διέθετε μια ειδική γοητεία.
Ηταν περίπου ένα τελετουργικό καρναβαλικής πολυφωνίας και πολυχρωμίας, φτιαγμένο λες επίτηδες για να απαθανατιστεί στη μνήμη σαν ένα πέρασμα ενηλικίωσης για εμάς τότε. Μια διεθνής τελετή, προ παγκοσμιοποίησης, γεμάτη υπερβολή, σημαίες και λάβαρα, κραυγαλέα χρώματα, στριμωγμένα, αλαλάζοντα πλήθη, ιδρώτα, κακή ηχοληψία και αφελείς εκφωνητές (αυτό δεν αλλάζει ποτέ) και πάνω απ’ όλα φαντεζί, ζογκλερικούς παίκτες.
Εκείνη τη χρονική συγκυρία, στα μισά του νοητού τόξου της Μεταπολίτευσης, την εποχή που η πλειοψηφία μπορούσε να αποκτήσει πλέον έγχρωμη τηλεόραση και να αγοράσει στα παιδιά της παιχνίδια, δερμάτινες μπάλες και ποδοσφαιρικά παπούτσια, υπήρχε κάτι σε όλο το πρωτόφαντο πανηγύρι ενός ιδιαζόντως ελληνικού καταναλωτισμού σε απευθείας μετάδοση, που έδενε και με το αθλητικό θέαμα αλλά και με τις ζωές ειδικά της δικής μας γενιάς.
Στα χρόνια που θα ‘ρχονταν, οι παίκτες θα αποκτούσαν χαρακτηριστικά μιας ρώμης και μιας αθλητικής τελειότητας ανεπανάληπτης, θα γίνονταν χρηματιστηριακά προϊόντα και μιντιακές περσόνες, φωτομοντέλα και «αλάνθαστα κομπιούτερ», οδηγώντας το θέαμα σε έναν βρασμό που μόνο σε ένα μεταμοντέρνο Κολοσσαίο θα μπορούσε να παραπέμπει.
Ωστόσο, στα δικά μου μάτια, κάτι από την καρναβαλική χροιά του παρελθόντος, κάτι από την ιδιαίτερη «αποφορά» που σάμπως να διαπερνούσε την τηλεόραση όταν εμφανίζονταν αξιαγάπητοι καλικάντζαροι όπως ο Βαλντεράμα, ο Κανίγια και ο Χιγκίτα, τώρα απουσίαζε. Και ταυτόχρονα, ένα πιο επιδέξιο μανιπουλάρισμα, μια τηλεοπτική υπερσκηνοθεσία, σε αγαστή συνεργασία με τα ψηφιακά εφέ και τις οθόνες υψηλής ευκρίνειας, σαν να διύλιζε τη σαρκικότητα του θεάματος με μια διαύγεια που λες και την αποστείρωνε, καθιστώντας την σχεδόν καρτουνίστικη, ιδεατή, εξαϋλωμένη.
Ο Κριστιάνο Ρονάλντο και ο Μέσι ήταν οι ζογκλέρ αυτής της περιόδου, τα ινδάλματα των millennials και της Γενιάς Ζ· εντούτοις, όσο κι αν τεχνικά δικαιολογούσαν το στέμμα τους, κάτι είχε αμετάκλητα χαθεί. Δεν ήταν καρναβάλι πια. Ηταν περισσότερο videogame.
Τι μένει; Για μένα, που πλέον δεν παρακολουθώ παρά με ελάχιστη προσήλωση τα μουντιαλικά τεκταινόμενα, λίγα πράγματα. Κυρίως, κάτι από την παλιά σωματικότητα, όταν καταφέρνει και διαπερνά σαν στιγμιαία έκλαμψη την οθόνη. Κάτι από μια ντρίμπλα ή μια απρόβλεπτη «ποδιά», ένα εναέριο κοντρόλ όπως αυτό του Μαζραουί στο πρόσφατο ματς του Μαρόκου με την Ολλανδία, όταν τα πόδια ελίσσονται με έναν ρυθμό που γίνεται μουσική, κάνοντας την μπάλα να διαγράψει ένα στιχούργημα.
Είναι η χαμηλή τέχνη των ποδιών, μια σαρκική μελωδία που δεν παύει να συγκινεί, ακόμα και όταν τα υπόλοιπα μοιάζουν πολιτική και εμπορική σκηνοθεσία. Πέρα από έθνη και αποτελέσματα, είναι η καρναβαλική ποίηση των σωμάτων. Και αυτή δεν σταματάει ποτέ.
Ο κύριος Νίκος Α. Μάντης είναι συγγραφέας.






