Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Η παραίτηση του Σωκράτη Φάμελλου από την προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν μια απόφαση της τελευταίας στιγμής. Ήταν η κατάληξη μιας πολιτικής διαδρομής που τις τελευταίες ημέρες οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε αδιέξοδο. Οι εσωκομματικοί συσχετισμοί είχαν μεταβληθεί ραγδαία, οι ισορροπίες που μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες έμοιαζαν σταθερές είχαν καταρρεύσει και ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ αντιλήφθηκε ότι η επικείμενη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής θα εξελισσόταν σε μια ανοικτή δοκιμασία χωρίς πολιτικό δίχτυ ασφαλείας.

Στελέχη που τον είχαν στηρίξει στην εκλογή του απομακρύνονταν σταδιακά, ενώ σημαντικός αριθμός βουλευτών είχε ήδη επιλέξει διαφορετική στρατηγική. Το κλίμα άλλαξε οριστικά μετά τη δημόσια παρέμβαση του προέδρου της ΕΛ.Α.Σ Αλέξη Τσίπρα, η οποία λειτούργησε ως σημείο αναφοράς για αρκετούς μέσα στο κόμμα καθώς διαχώριζε πλήρως τα δύο ακόμα και έκλεινε την πόρτα συνεργασίας. Αν και δεν υπήρξε ευθεία παρέμβαση στις εσωτερικές διαδικασίες, ωστόσο η πολιτική σημειολογία της συνέντευξης ήταν αρκετή ώστε να επιταχύνει τις εξελίξεις.

Οι αιχμές της αποχώρησης

Σε αυτό το περιβάλλον ο Σ. Φάμελλος βρέθηκε ουσιαστικά απομονωμένος. Οι συνομιλητές του περιγράφουν έναν πρόεδρο που μέχρι την τελευταία στιγμή επιχείρησε να κρατήσει ανοιχτές τις γέφυρες, θεωρώντας ότι η κρίση μπορούσε να εκτονωθεί. Η εικόνα όμως που είχε μπροστά του ήταν διαφορετική. Οι αριθμοί δεν έβγαιναν και η προοπτική μιας πολιτικής ήττας μέσα στην Κεντρική Επιτροπή φαινόταν πλέον εξαιρετικά πιθανή. Η παραίτηση κρίθηκε ως η μόνη κίνηση που θα απέτρεπε μια ακόμη πιο σκληρή σύγκρουση.

Το περιεχόμενο της δήλωσής του μόνο ουδέτερο δεν ήταν. Πίσω από τις αναφορές περί ενότητας και ευθύνης υπήρχαν σαφείς αιχμές προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο πρώην πρόεδρος μίλησε για απαξιωτικές συμπεριφορές απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, κατηγόρησε όσους απέκλεισαν τη δυνατότητα προγραμματικών συγκλίσεων και άφησε να εννοηθεί ότι προσωπικές στρατηγικές υπερίσχυσαν της συλλογικής προσπάθειας.

Το «όχι» στην αναβολή και το μπλοκάρισμα των διαδικασιών

Η παραίτησή του ενεργοποίησε αυτομάτως τις καταστατικές διαδικασίες. Στην Κουμουνδούρου άρχισε αμέσως η συζήτηση για τα επόμενα βήματα. Η Πολιτική Γραμματεία καλείται να διαχειριστεί τη μεταβατική περίοδο, η Κοινοβουλευτική Ομάδα πρέπει να αποκτήσει νέο επικεφαλής, ενώ σε δεύτερο χρόνο θα πρέπει να συγκληθεί συνέδριο που θα ανοίξει τον δρόμο για την εκλογή νέας ηγεσίας από τη βάση.

Αρχικά υπήρξε η σκέψη να αναβληθεί η συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής, με το επιχείρημα ότι μετά την παραίτηση του προέδρου δεν υπήρχε πολιτικό και οργανωτικό πλαίσιο για τη διεξαγωγή της. Το σχετικό μήνυμα εστάλη στα μέλη του οργάνου, όμως η αντίδραση ήταν άμεση και ιδιαίτερα έντονη.

Το μπλοκ των στελεχών που εκφράζεται κυρίως από τον Παύλο Πολάκη, τον Νίκο Παππά και τη Ρένα Δούρου απέρριψε την αναβολή ως αντικαταστατική. Η θέση τους είναι ότι η Κεντρική Επιτροπή έχει συγκληθεί ύστερα από αίτημα των μελών της και επομένως η παραίτηση του προέδρου δεν μπορεί να ακυρώσει μια ήδη δρομολογημένη διαδικασία. Για τον λόγο αυτό επιμένουν ότι το όργανο πρέπει να συνεδριάσει κανονικά και να λάβει αποφάσεις για την επόμενη ημέρα.

Καταμέτρηση δυνάμεων

Στο παρασκήνιο, οι δύο πλευρές πέρασαν μεγάλο μέρος της νύχτας καταγράφοντας δυνάμεις. Τηλέφωνα, επαφές και συνεχείς συζητήσεις συνέθεταν το σκηνικό στην Κουμουνδούρου. Η πλευρά της μειοψηφίας υποστηρίζει ότι διαθέτει πλέον καθαρή πλειοψηφία στην Κεντρική Επιτροπή και επιχειρεί να προσελκύσει ακόμη περισσότερα στελέχη που μέχρι πρόσφατα βρίσκονταν κοντά στον Σ. Φάμελλο.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο Π. Πολάκης ανέβασε ακόμη περισσότερο τους τόνους. Με δημόσια παρέμβασή του κάλεσε τα μέλη της Πολιτικής Γραμματείας να συνεδριάσουν, διαμηνύοντας ότι κανείς δεν μπορεί να αναβάλει την Κεντρική Επιτροπή. Το μήνυμα ήταν σαφές: η μάχη για τον έλεγχο του κόμματος αρχίζει τώρα και θα δοθεί μέσα στα συλλογικά όργανα.

Ωστόσο, οι εξελίξεις δεν περιορίζονται μόνο στις εσωκομματικές διαδικασίες. Το πραγματικό διακύβευμα είναι η φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ την επόμενη ημέρα. Εάν επικρατήσει η πλευρά Πολάκη ή μια ηγεσία που θα εκφράζει την ίδια πολιτική γραμμή, τότε η αυτόνομη πορεία του κόμματος προς τις εκλογές θεωρείται δεδομένη. Αυτό σημαίνει ότι το σχέδιο ευρύτερων συνεργασιών εγκαταλείπεται και ανοίγει ένας νέος κύκλος πολιτικών ανακατατάξεων.

Το σενάριο αυτό προκαλεί ήδη σοβαρούς κραδασμούς στην Κοινοβουλευτική Ομάδα. Βουλευτές που έχουν ταχθεί ανοικτά υπέρ των πρωτοβουλιών του Αλ. Τσίπρα δύσκολα θα ακολουθήσουν μια διαφορετική στρατηγική. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, να υπάρξουν ανεξαρτητοποιήσεις σε πρώτη φάση και στη συνέχεια οριστικές αποχωρήσεις, εφόσον διαμορφωθεί νέος πολιτικός φορέας.

Οι αριθμοί μόνο αδιάφοροι δεν είναι. Από τους 22 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ αρκετοί θεωρείται ότι δεν θα παραμείνουν σε περίπτωση αλλαγής ηγεσίας με διαφορετικό πολιτικό προσανατολισμό. Στελέχη του κόμματος εκτιμούν ότι η κοινοβουλευτική ομάδα μπορεί να περιοριστεί σε επτά ή οκτώ βουλευτές, αριθμός που βρίσκεται οριακά πάνω από το κατώφλι που απαιτείται για τη διατήρηση της κοινοβουλευτικής της υπόστασης.

Εσωτερικές ρωγμές και η μάχη για την ηγεσία της Κ.Ο.

Την ίδια ώρα, ούτε το μέτωπο των αντιπάλων του Σ. Φάμελλου εμφανίζεται απολύτως συμπαγές. Πριν από την παραίτηση είχαν ήδη εκδηλωθεί διαφωνίες ανάμεσα στην πλευρά Πολάκη και σε εκείνη των Ν. Παππά και Ρ. Δούρου. Οι τελευταίοι επεξεργάζονταν πρόταση για συλλογική ηγεσία, εκτιμώντας ότι μια τέτοια λύση θα απέτρεπε την πλήρη κυριαρχία ενός μόνο προσώπου και θα εξασφάλιζε καλύτερες ισορροπίες στο εσωτερικό του κόμματος.

Ένα ακόμη ανοιχτό μέτωπο αφορά τον ίδιο τον Π. Πολάκη. Ο βουλευτής επιθυμεί να τεθεί προς συζήτηση η ακύρωση της απόφασης με την οποία είχε διαγραφεί από την Κοινοβουλευτική Ομάδα. Ωστόσο, σύμφωνα με τον κανονισμό της Βουλής, η επανένταξή του δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο από τον νέο πρόεδρο της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στην επικείμενη εκλογή.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ποιος θα διαδεχθεί τον Σ. Φάμελλο, αλλά και ποιος θα αναλάβει την ευθύνη να κρατήσει ενωμένη την κοινοβουλευτική δύναμη του κόμματος. Τα ονόματα του Ν. Παππά και της Ρ. Δούρου συζητούνται έντονα για τη θέση του επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει διαμορφωθεί οριστική εικόνα.