Η κυρία Αννα Ξανθάκη δέχτηκε με προθυμία να μοιραστεί την ιστορία της ζωής της μαζί μας. Συναντηθήκαμε ένα πρωινό στο σπίτι της. Βολευτήκαμε στον καναπέ του σαλονιού. Άνοιξε ένα μπαούλο, που είχε μέσα ένα κουτί με παλιές ξεθωριασμένες φωτογραφίες. Τις κοίταξε με νοσταλγία και πόνο. Μας έδειξε ένα πράσινο βιβλίο, τη βιογραφία του πατέρα της, που την έγραψε ο ίδιος με καλλιγραφικά γράμματα.
Μας είπε πως ο πατέρας της διάβαζε «Το Βήμα», γι’ αυτό χαίρεται που τώρα «Το Βήμα» θα γράψει κάτι για την ίδια και για εκείνον. Έχει μια μεγάλη καρδιά, που χωράει και τις δύο χώρες, τις κόρες της, τα εγγόνια και τα δισέγγονά της, που κάνουν τη ζωή της, σήμερα, στην ηλικία των 93 χρόνων, πιο φωτεινή. Είχαμε μια έκπληξη για εκείνη στο τέλος της συνέντευξης. Της δώσαμε ένα φάκελο. Τον κοίταξε με απορία. Τον άνοιξε κι έμεινε με ανοιχτό το στόμα από το ευχάριστο ξάφνιασμα. Την προηγούμενη μέρα είχαμε πάει στο μουσείο των Μεταναστών και αναζητήσαμε τα πιστοποιητικά άφιξης της οικογένειάς της στο λιμάνι του Μπουένος Άιρες. Με συγκίνηση παραλάβαμε της ίδιας και του πατέρα της.
Κυρία Άννα, από ποια περιοχή της Ελλάδας κατάγεστε;
«Ο πατέρας μου ο Σπύρος γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1906 και η μητέρα μου η Μάρω στη Σάμο το 1912. Εγώ γεννήθηκα το 1932 και ο αδελφός μου, ο Μανώλης, το 1940».
Πόσο χρονών ήσασταν όταν φύγατε για την Αργεντινή; Τι θυμάστε από εκείνη τη μέρα;
«Φύγαμε από την Ελλάδα για την Αργεντινή το 1947. Ήμουν σχεδόν 15 ετών -τα γενέθλια μου ήταν σε ένα μήνα. Δυστυχώς, δεν ολοκλήρωσα την τέταρτη τάξη του εξατάξιου Γυμνασίου της Ευαγγελικής σχολής Σμύρνης. Την ημέρα που φύγαμε πήραμε τις βαλίτσες και πήγαμε στον Πειραιά. Ανεβήκαμε στο πλοίο και περιμέναμε ως το βράδυ, για να πάμε στη Νότια Ιταλία και από εκεί, ύστερα από 15 ημέρες, στο Μπουένος Άιρες. Εγώ προσπαθούσα να κρατήσω στον νου μου ό,τι έβλεπα γύρω μου».
«Οι Αργεντίνοι μάς φέρθηκαν με μεγάλη ευγένεια και γενναιοδωρία και πάντα μας βοηθούσαν, όταν συναντούσαμε κάποια δυσκολία».
Γιατί αποφάσισε η οικογένειά σας να μεταναστεύσει; Πείτε μας λίγα λόγια για την οικογένειά σας.
«Ο πατέρας μου, πρόσφυγας από τη Σμύρνη, βίωσε τον ξεριζωμό των Ελλήνων το 1922. Ήταν Πολιτικός Μηχανικός του Πολυτεχνείου και αεροπόρος στην Πολεμική Αεροπορία από το 1930 έως το 1944. Η τύχη τον έσωσε. Όταν τελείωσε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και στη συνέχεια ξεκίνησε ο εμφύλιος -τι τρομερές εμπειρίες!- θέλησε να βρει δουλειά αλλά δεν τα κατάφερε. Μάλιστα, μια μέρα τον άκουσα να λέει στη μητέρα μου, “θέλω να φύγω από εδώ. Κουράστηκα από τους πολέμους. Θέλω να πάω μακριά, σ’ ένα ήρεμο μέρος και να εργαστώ…”».
Πότε έφυγε, τελικά, ο πατέρας σας;
«Περίπου σ’ ένα χρόνο, όλα ήταν έτοιμα. Πουλήσαμε ό,τι είχαμε και δεν είχαμε, τις βέρες, ακόμα και τον βαφτιστικό σταυρό μου. Ο πατέρας μας ετοίμασε τα διαβατήρια και με τα λίγα ισπανικά, που του έμαθε ένας υπάλληλος της Πρεσβείας αναχώρησε για την Αργεντινή τον Σεπτέμβριο του 1946».
Εσείς πότε φύγατε;
«Εννέα μήνες μετά. Ο πατέρας μου είχε ήδη βρει δουλειά εκεί, είχε νοικιάσει ένα σπίτι τριών δωματίων και είχε αγοράσει έπιπλα με δόσεις».

Το πιστοποιητικό άφιξης της κυρίας Αννας Ξανθάκη, τo οποίo εντοπίσαμε στο Μουσείο Μεταναστών του Μπουένος Άϊρες.
Το ταξίδι με το καράβι πώς ήταν; Τι πήρατε μαζί σας ως τελευταίο κομμάτι από την πατρίδα σας;
«Το πλοίο ήταν μικρό και παλιό. Κουνούσε πάρα πολύ. Το ταξίδι ήταν δυσάρεστο. Ήμασταν στην τρίτη θέση. Δεν περίσσευαν χρήματα για κάτι καλύτερο. Μαζί μου πήρα την ανάμνηση ενός εφηβικού φλερτ».
Ποιους αφήσατε πίσω σας και τους κουβαλούσατε διαρκώς στη σκέψη; Κρατήσατε επικοινωνία με τους δικούς σας;
«Άφησα πίσω μου τις γιαγιάδες, τους θείους και τις συμμαθήτριές μου. Ακολούθησε αλληλογραφία. Γνώρισα καινούργιους συμμαθητές και συμμαθήτριες, χωρίς όμως, να ξεχάσω τις στενές μου φίλες, με τις οποίες ήμουν σε επαφή έως τώρα τελευταία μέχρι που έφυγαν για πάντα. Η επικοινωνία τότε ήταν πολύ δύσκολη. Ενα γράμμα χρειαζόταν έναν μήνα για να φθάσει στον παραλήπτη του».
Όταν φτάσατε στο λιμάνι ποιος σας περίμενε;
«Ο πατέρας. Μας περίμενε ανυπόμονα στο λιμάνι. Θυμάμαι πως μας έκανε μια μεγάλη βόλτα στο κέντρο του Μπουένος Άιρες για να δούμε την πόλη. Εντυπωσιαστήκαμε».
Είχατε δυσκολίες με τη γλώσσα και τον τρόπο ζωής στη νέα χώρα;
«Δεν είχαμε ιδιαίτερη δυσκολία με την ισπανική γλώσσα. Ο αδελφός μου κι εγώ τα μάθαμε από μια δασκάλα αρχικά και στη συνέχεια στο σχολείο. Η μητέρα μας τα έμαθε μόνη της, μιλώντας με τον κόσμο στην αγορά. Οι Αργεντίνοι μάς φέρθηκαν με μεγάλη ευγένεια και γενναιοδωρία και πάντα μας βοηθούσαν, όταν συναντούσαμε κάποια δυσκολία».
Βρήκατε συμπαράσταση από κάποια ελληνική κοινότητα;
«Στην αρχή, λόγω της εργασίας του πατέρα μου, ζούσαμε μακριά από την ελληνική κοινότητα. Με τον καιρό, όμως, μετακομίσαμε πιο κοντά κι έτσι είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε καλύτερα τους συμπατριώτες μας. Συναντιόμασταν συχνά στον χώρο της Εκκλησίας. Αυτό μας έκανε να αισθανόμαστε σαν να ήμασταν μια οικογένεια».
Ποιο ήταν το κύριο εισόδημα της οικογένειά σας;
«Ο πατέρας μου αμέσως κατάφερε και έκανε μια εταιρία και εξάσκησε το επάγγελμα του πολιτικού μηχανικού με επιτυχία. Το 1960, με τα κέρδη που αποκόμισε, αποφάσισε να επιστρέψει στην αγαπημένη του πατρίδα, την Ελλάδα, μαζί με τη μητέρα μου. Οι δυο τους είναι θαμμένοι στο νεκροταφείο της Νέας Σμύρνης».
«Πήρα την αργεντίνικη υπηκοότητα αλλά κράτησα και την ελληνική, που δεν θα ήθελα να χάσω ποτέ. Αυτή είναι, λοιπόν, η δική μου ιστορία. Η καρδιά μου ανήκει και στις δύο χώρες».
Σε ποια ηλικία δημιουργήσατε τη δική σας οικογένεια;
«Δημιούργησα τη δική μου οικογένεια στα 24 μου χρόνια το 1954. Απέκτησα δύο κόρες, την Ντιάνα και τη Δάφνη. Τα έξι εγγόνια και τα τέσσερα δισέγγονά μου με κάνουν, σήμερα, που είμαι 93 χρονών, να ζω ευτυχισμένη».
Κρατήσατε τη γλώσσα και τα ελληνικά έθιμα;
«Βεβαίως! Κράτησα και την ελληνική γλώσσα και τα ελληνικά έθιμα».
Σπουδάσατε;
«Τελείωσα το αμερικανικό γυμνάσιο στην Αργεντινή. Μιλούσα τρεις γλώσσες, αγγλικά, γαλλικά και ισπανικά. Ξεκίνησα εργασία σε τρεις μεγάλες εταιρίες. Αργότερα στα 50 μου χρόνια αποφοίτησα από την αρχιτεκτονική σχολή και πήρα το δίπλωμά μου».
Τώρα με τι ασχολείστε;
«Τώρα είμαι 93 ετών και ασχολούμαι με την οικογένειά μου».
Πόσες φορές πήγατε στην Ελλάδα, ύστερα από την αναχώρηση σας και πότε ήταν η τελευταία φορά που την επισκεφτήκατε;
«Έχω πάει περίπου 40 φορές στην Ελλάδα. Η τελευταία φορά ήταν το 2017. Από τότε δεν πήγα πια κανένα ταξίδι. Δυστυχώς, τα αρθριτικά δεν μου το επιτρέπουν».
Γιατί δεν επιστρέψατε στην Ελλάδα με τους γονείς σας;
«Δεν επέστρεψα στην Ελλάδα με τους γονείς μου, διότι δεν ήθελα να ζήσουν οι δύο μου κόρες μακριά από τον πατέρα τους».
Πήρατε την αργεντίνικη υπηκοότητα;
«Πήρα την αργεντίνικη υπηκοότητα αλλά κράτησα και την ελληνική, που δεν θα ήθελα να χάσω ποτέ. Αυτή είναι, λοιπόν, η δική μου ιστορία. Η καρδιά μου ανήκει και στις δύο χώρες. Στη χώρα που γεννήθηκα και στερήθηκα νωρίς και στη νέα χώρα που έκτισα τη ζωή μου. Οι αναμνήσεις από την Ελλάδα έγιναν νόστος, γι’ αυτό κι ο δρόμος με οδηγούσε συνεχώς πίσω στην πατρίδα».



