Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Στα 77 της χρόνια η κυρία Δ. βρίσκεται στο δρόμο, άστεγη, μαζί με τα δύο της κατοικίδια στην περιοχή της Ομόνοιας.

Δίπλα της έχει λίγα προσωπικά αντικείμενα, μερικά κλινοσκεπάσματα και τους δύο της σκύλους.

Την προηγούμενη εβδομάδα υπέστη έξωση από το σπίτι στο οποίο διέμενε για τη μη καταβολή μόλις τριών ενοικίων, σύμφωνα με τη μαρτυρία της ίδιας.

Πριν βρεθεί στον δρόμο αντιμετώπιζε ήδη σοβαρά προβλήματα υγείας, έχει μερική απώλεια όρασης λόγω καταρράκτη και εμφανίζει αναπνευστικές δυσκολίες.

Η περιορισμένη της όραση δυσκολεύει ακόμη και απλές καθημερινές κινήσεις. Δυσκολεύεται να χρησιμοποιήσει ακόμα και το κινητό της.

Η ΜΚΟ για την αστεγία Emfasis, η οποία παρακολουθεί σε καθημερινή βάση τη 77χρονη χαρακτηρίζει την κατάστασή της κρίσιμη και επισημαίνει ότι χρειάζεται άμεσα ιατρική διερεύνηση και έναν ασφαλή χώρο φιλοξενίας.

Η επιβίωση στον δρόμο

Το να ζεις στον δρόμο επιφέρει σταδιακή βιολογική και ψυχική φθορά. Στην περίπτωση της Δ. η απώλεια βάρους είναι αισθητή, ενώ η έλλειψη πρόσβασης σε τουαλέτα και τρεχούμενο νερό επιβαρύνει καθημερινά την υγεία της.

Η πρώτη περίοδος στον δρόμο δε συνιστά μόνο μια αλλαγή τόπου, αλλά συνοδεύεται από την απώλεια του προσωπικού χώρου, της αίσθησης ασφάλειας και του ελέγχου πάνω στην καθημερινότητα.

Η Emfasis περιγράφει τις πρώτες ημέρες και εβδομάδες αστεγίας ως ένα «βίαιο μεταβατικό σοκ», κατά το οποίο η απώλεια της κατοικίας μπορεί να βιωθεί και ως απώλεια ταυτότητας.

Η 77χρονη άστεγη βρίσκεται με μόλις λίγα κλινοσκεπάσματα και προσωπικά είδη στην περιοχή της Ομόνοιας.

«Από την πρώτη στιγμή, η κυρία Δ. εισήλθε σε μια κατάσταση οξείας επιβίωσης. Το κυρίαρχο στοιχείο είναι η χρόνια υπερεπαγρύπνηση. Το άτομο στον δρόμο δεν μπορεί να χαλαρώσει. Ο εγκέφαλος μεταφράζει κάθε ερέθισμα του περιβάλλοντος ως απειλή. Αυτή η διαρκής έλλειψη ποιοτικού ύπνου οδηγεί σε βαθιά ψυχική εξάντληση και αίσθημα μόνιμης ανασφάλειας» αναφέρει η οργάνωση.

Πέρα από την ψυχολογική επιβάρυνση, η απώλεια εγγράφων, φαρμάκων ή προσωπικών αντικειμένων μπορεί να εγκλωβίσει έναν άνθρωπο σε έναν κυκεώνα γραφειοκρατικών εμποδίων, δυσχεραίνοντας ακόμη περισσότερο την πρόσβασή του σε επιδόματα, ιατρική περίθαλψη ή προγράμματα στέγασης.

«Ανά πάσα στιγμή μπορεί να με σκοτώσουν»

Οι δρόμοι κάτω από την Ομόνοια εμφανίζουν υψηλή επικινδυνότητα, ειδικά το βράδυ και πόσω μάλλον για ένα ηλικιωμένο άστεγο άτομο με περιορισμένη όραση.

Κάτοικοι της περιοχής με τους οποίους συνομιλήσαμε επιβεβαιώνουν εμφατικά «γύρω από το Εθνικό είναι παντού τοξικομανείς».

Η κυρία Δ. έρχεται διαρκώς αντιμέτωπη με αυτό τον κίνδυνο. «Είναι πολύ άσχημα εδώ πέρα. Περνάνε συνέχεια. Ειδικά το βράδυ και μου ζητάνε ναρκωτικά ή μου φωνάζουν ή πειράζουν τα σκυλιά. Τσακώνονται, κάνουν χρήση. Είναι πολύ άσχημο το πράγμα. Ανά πάσα στιγμή μπορεί να με σκοτώσουν κιόλας» δήλωσε στο ΒΗΜΑ.

Το σημείο που βρίσκεται η 77χρονη κατά τη διάρκεια της νύχτας.

«Το μόνο που την προστατεύει είναι τα σκυλιά της», σημειώνουν ακτιβιστές με πολλά χρόνια εμπειρίας σε ζητήματα αστεγίας.

Τι απογίνονται οι άστεγοι με κατοικίδια;

Η φιλοξενία της Δ. σε κάποια κρατική δομή αστέγων είναι μια περίπλοκη διαδικασία λόγω της ύπαρξης των κατοικιδίων της.

Οι δομές φιλοξενίας αστέγων δεν υποδέχονται κατοικίδια, όπως υποστηρίζει στο ΒΗΜΑ ο Δήμος Αθηναίων.

Ωστόσο, το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, υποστηρίζει κάτι διαφορετικό μετά από επικοινωνία μας με το γραφείο του Γενικού Γραμματέα Δημογραφικής και Στεγαστικής Πολιτικής. Χαρακτηριστικά επισημαίνει πως «Δεν υφίσταται ρητή νομοθετική απαγόρευση για τη φιλοξενία ζώων συντροφιάς στις δομές αστέγων. Ωστόσο, το ισχύον θεσμικό πλαίσιο δεν προβλέπει ειδικές υπηρεσίες ή ενιαίες προδιαγραφές για τη φιλοξενία και τη φροντίδα τους στις συγκεκριμένες δομές. Ως εκ τούτου, κάθε περίπτωση εξετάζεται εξατομικευμένα, ανάλογα με τις διαθέσιμες υποδομές και τον κανονισμό λειτουργίας της εκάστοτε δομής».

«Εγώ τα σκυλιά τα θέλω μαζί μου. Είναι η ζωή μου, δεν μπορώ χωρίς αυτά», ανέφερε στο ΒΗΜΑ η 77χρονη.

Η Μαρία Καρρά, συνιδρύτρια της Emfasis, υπογραμμίζει τη σημασία ενός ζώου συντροφιάς για έναν άνθρωπο στο δρόμο, καθώς αποτελεί «τον βασικό υποστηρικτικό του ιστό, παρέχοντάς του ασφάλεια, σκοπό και αποδοχή χωρίς όρους».

Αναγνωρίζοντας τη σημασία της συναισθηματικής σχέσης ενός ανθρώπου με το κατοικίδιο του, ειδικά σε καθεστώς επισφάλειας, το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας επισημαίνει στο ΒΗΜΑ πως «όταν εκτιμάται ότι ο αποχωρισμός από το ζώο συντροφιάς μπορεί να επιβαρύνει σοβαρά την ψυχική του κατάσταση, αναζητείται η καταλληλότερη δυνατή λύση, σε συνεργασία με τα συναρμόδια υπουργεία και τους αρμόδιους φορείς».

Τι λέει ο δήμος

Η Μίνα Φούντζουλα, Αντιδήμαρχος Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Αστικής Πανίδας & Ζωοφιλίας στο Δήμο Αθηναίων δήλωσε πως γνωρίζουν το περιστατικό και προσπαθούν να επιλυθεί. Ανέφερε, μάλιστα, πως επισκέπτονται την κυρία Δ. δύο φορές την ημέρα.

Η 77χρονη το αμφισβητεί αυτό λέγοντάς μας πως ο δήμος την έχει επισκεφθεί δύο ή τρεις φορές συνολικά. «Μου είπαν θα σου φέρουμε ρούχα, θα σου φέρουμε παπούτσια και δεν έφεραν τίποτα. Δεν ξαναπάτησε κανένας» περιγράφει στο ΒΗΜΑ.

«Της προτείναμε να αφήσει τα κατοικίδια της και να μπει αυτή στο Πολυδύναμο και τα σκυλιά της στον Σωκράτη. Και κάθε μέρα θα μπορεί να πηγαίνει να τα βλέπει και να τα πηγαίνει βόλτα. Είναι κοντά αυτά μεταξύ τους», μας ανέφερε μέλος της Δράση στον δρόμο» (street work) του Δήμου Αθηναίων.

Βέβαια, η απόσταση μεταξύ του Πολυδύναμου Κέντρου Αστέγων και Καταφυγίου Αδέσποτων Ζώων Δήμου Αθηναίων «Σωκράτης» είναι με τα πόδια 44 λεπτά απόσταση, ενώ με αυτοκίνητο γύρω στα 10 λεπτά. Το εύλογο ερώτημα είναι μια γυναίκα με περιορισμένη όραση, πώς θα μπορεί να διανύσει αυτή την απόσταση; Θα τη συνοδεύει ή θα τη μεταφέρει κάποιο άτομο από τις -ήδη υποστελεχωμένες- υπηρεσίες του δήμου;

«Να μη γίνεται ο άνθρωπος μπαλάκι»

Για την αντιπολίτευση του Δήμου Αθηναίων, η διαχείριση τέτοιων υποθέσεων απαιτεί έναν σαφή συντονισμό των υπηρεσιών και την ανάθεση της υπόθεσης σε συγκεκριμένο κοινωνικό λειτουργό.

Η Φωτεινή Λεομπίλλα, κοινωνιολόγος και συνεργάτης της αντιπολιτευόμενης παράταξης ΑΘΗΝΑ ΨΗΛΑ με επικεφαλής τον Κώστα Μπακογιάννη, υποστηρίζει ότι η πρώτη παρέμβαση θα έπρεπε να περιλαμβάνει την πλήρη καταγραφή των αναγκών της Δ., την κοινωνική και ιατρική αξιολόγησή της και την αναζήτηση μιας εξατομικευμένης λύσης.

«Οφείλει μία κοινωνική υπηρεσία του Δήμου να σκύψει πάνω στο περιστατικό», αναφέρει. «Κάποιος πρέπει να το δει πιο συντονισμένα και ενδεχομένως να ξεπερνάει τις δυνατότητες του Δήμου. Αλλά οφείλει να διερευνήσει όλες τις πιθανές λύσεις».

Η ίδια ζητά περισσότερες δομές προσωρινής φιλοξενίας, ενισχυμένες κοινωνικές υπηρεσίες και συνεργασία μεταξύ της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των συναρμόδιων υπουργείων.

«Πρέπει να υπάρχουν αρχικά δομές προσωρινής φιλοξενίας και όχι να κλείνουν», αναφέρει, ασκώντας κριτική στη σημερινή δημοτική αρχή. «Θα πρέπει να υπάρχει συνεργασία με τα συναρμόδια υπουργεία, προκειμένου οι κοινωνικές υπηρεσίες να μπορούν να είναι σε συντονισμό και να γνωρίζουν τις δυνατότητες που υπάρχουν ώστε τα άτομα αυτά να λαμβάνουν υποστηρικτικές υπηρεσίες».

Η επιδίωξη, προσθέτει, πρέπει να είναι «να μη χάνεται ο άνθρωπος και η ανάγκη του, να μη γίνεται μπαλάκι από τη μία υπηρεσία στην άλλη».

Η ευθύνη του Δήμου και ο συντονισμός του υπουργείου

Η Γενική Γραμματεία Δημογραφικής και Στεγαστικής Πολιτικής διευκρινίζει ότι η κύρια αρμοδιότητα για την καταγραφή, την κοινωνική προσέγγιση και την άμεση υποστήριξη των ανθρώπων που βρίσκονται σε κατάσταση αστεγίας ανήκει στον εκάστοτε οικείο δήμο.

«Παρότι η ευθύνη για τον εντοπισμό, την κοινωνική προσέγγιση και την άμεση υποστήριξη των ανθρώπων που βρίσκονται σε κατάσταση αστεγίας ανήκει κατά κύριο λόγο στον οικείο Δήμο, το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας παρεμβαίνει συντονιστικά και συνεργάζεται άμεσα με τις αρμόδιες δημοτικές κοινωνικές υπηρεσίες, ώστε να εξευρίσκεται η καταλληλότερη λύση σε κάθε περίπτωση», προσθέτει.

Σχετικά με την υπόθεση της Δ., η Γενική Γραμματεία δεσμεύεται με δήλωσή της στο ΒΗΜΑ πως, αφού αξιολογήσει τα πραγματικά δεδομένα, «θα αναλάβει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, κάθε αναγκαία πρωτοβουλία για τον συντονισμό και τη συνεργασία με τους κατά περίπτωση αρμόδιους φορείς».

Στόχος, σύμφωνα με την απάντηση, είναι η συνεργασία των υπηρεσιών του Δήμου, των κοινωνικών και υγειονομικών υπηρεσιών, του ΟΠΕΚΑ και των φορέων προστασίας των ζώων, ώστε «να διαμορφωθεί μια ολοκληρωμένη και βιώσιμη λύση τόσο για την κυρία Δ. όσο και για τα ζώα συντροφιάς της».

Το υπουργείο δε δίνει, πάντως, συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα από την πρώτη καταγραφή ενός αστέγου έως την εύρεση μιας στέγης. «Δεν υπάρχει ένας ενιαίος και αξιόπιστος μέσος χρόνος», αναφέρει, καθώς η ταχύτητα εγκατάστασης εξαρτάται από τις ανάγκες του ωφελουμένου, τη διαθεσιμότητα κατάλληλης δομής ή κατοικίας και τις προϋποθέσεις κάθε προγράμματος.

Για έναν άνθρωπο που ζει ήδη στον δρόμο, όμως, ο χρόνος είναι αρκούντως σημαντικός. Κάθε νύχτα χωρίς ασφαλή στέγη επιδεινώνει εκθετικά τη σωματική και ψυχική κατάσταση, σύμφωνα με πηγές από το χώρο των ΜΚΟ σχετικών με την αστεγία.

Θεσμικά κενά

Η υπόθεση της Δ. αποκαλύπτει τα όρια ενός συστήματος το οποίο λειτουργεί αποτελεσματικότερα για τους ανθρώπους που μπορούν να προσαρμοστούν στις προϋποθέσεις του και λιγότερο αποτελεσματικά για εκείνους που έχουν τις πιο σύνθετες ανάγκες.

Η Emfasis μιλά για «τεράστια θεσμικά κενά», ιδιαίτερα όταν στο ίδιο περιστατικό συνυπάρχουν ζητήματα υγείας, περιορισμένη αυτονομία και ζώα συντροφιάς. Σε άτυπη επικοινωνία, κυβερνητικοί παράγοντες παραδέχθηκαν αυτές τις συστημικές παθογένειες.

«Θέλω ένα σπίτι να μπω μέσα άμεσα. Να ζω σαν άνθρωπος» παραμένει το αίτημα της 77χρονης.