«Οι δημοσκοπήσεις είναι απλώς ένα εργαλείο για τη μέτρηση της κοινής γνώμης», έλεγε ο George Gallup, ο άνθρωπος που θεμελίωσε τη σύγχρονη δημοσκοπική έρευνα. Δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί ότι, δεκαετίες αργότερα, το εργαλείο που σχεδιάστηκε για να κατανοεί την κοινωνία θα χρησιμοποιούνταν συχνά ως υποκατάστατο της πολιτικής.
Κάθε νέα δημοσκόπηση στην Ελλάδα αντιμετωπίζεται σχεδόν ως πολιτικό γεγονός. Τα κόμματα πανηγυρίζουν, ανησυχούν ή αμφισβητούν, τα Μέσα Ενημέρωσης αναζητούν νικητές και ηττημένους και η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από λίγες μονάδες πάνω ή κάτω. Όμως οι δημοσκοπήσεις δεν είναι ούτε στρατηγική ούτε πολιτική. Είναι ένας καθρέφτης της στιγμής.
Στις συζητήσεις που γίνονται αναζητείται μία μόνο εξήγηση για την επιτυχία ή την αποτυχία μιας πολιτικής δύναμης. Συνήθως η συζήτηση καταλήγει είτε στο πρόγραμμα και τα μέτρα (βλέπε παροχές), είτε στον αρχηγό. Στην πραγματικότητα, όμως, η πολιτική δυναμική προκύπτει από τη συνάντηση τριών παραγόντων. Μιας συνεκτικής στρατηγικής, μιας αξιόπιστης ηγεσίας και μιας σχέσης εμπιστοσύνης με την κοινωνία.
Η πολιτική στρατηγική απαντά στο «πού και πως θέλουμε να πάμε». Η ηγεσία στο «ποιος μπορεί να μας οδηγήσει εκεί». Και η εμπιστοσύνη στο πιο κρίσιμο ερώτημα που είναι το «γιατί να σας πιστέψουμε;». Όταν αυτά τα τρία στοιχεία ευθυγραμμίζονται, δημιουργείται πολιτικό ρεύμα. Όταν ένα από αυτά υστερεί, οι δημοσκοπήσεις το καταγράφουν, αλλά δεν μπορούν να το διορθώσουν.
Η σημερινή πολιτική συγκυρία στην Ελλάδα επιβεβαιώνει αυτή την προσέγγιση.
Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται, αλλά το ερώτημα δεν είναι αν διατηρεί το προβάδισμά της. Είναι αν, μετά από δύο συνεχόμενες κυβερνητικές θητείες, μπορεί να ανανεώσει την πολιτική της για μια κοινωνία που έχει διαφορετικές ανησυχίες και προσδοκίες από εκείνες του 2019 και του 2023. Η εμπιστοσύνη δεν είναι μόνιμο πολιτικό κεφάλαιο και το 2026 έχει κλονιστεί συθέμελα.
Το ΠαΣοΚ αντιμετωπίζει μια διαφορετική πρόκληση. Δεν φαίνεται να υστερεί σε προγραμματικές θέσεις και οργανωτική διάταξη. Ωστόσο, δυσκολεύεται να πείσει ότι αποτελεί την «αυτονόητη» εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης και να μετατρέψει αυτά τα στοιχεία σε δυναμική. Ίσως γιατί ο προγραμματικός λόγος από μόνος του δεν αρκεί όταν δεν συνοδεύεται από μια ηγεσία που μπορεί να εκφράσει με πειστικότητα μια νέα πολιτική προοπτική.
Η ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ από τον Αλέξη Τσίπρα φωτίζει την αντίστροφη όψη του ίδιου ζητήματος. Εδώ υπάρχει ένα πρόσωπο με κυβερνητική εμπειρία και ισχυρό αποτύπωμα που επαναφέρει ένα χώρο στο επίκεντρο της συζήτησης. Όμως η πραγματική πρόκληση είναι αν η επιστροφή ενός πρώην πρωθυπουργού μπορεί να εκφράσει μια νέα πολιτική που να απαντά στα ερωτήματα της επόμενης δεκαετίας και όχι μόνο στις εκκρεμότητες της προηγούμενης.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της σημερινής περιόδου. Δεν βιώνουμε μόνο μια αναδιάταξη κομμάτων και ποσοστών. Βιώνουμε μια κρίση πολιτικής εκπροσώπησης.
Η σημαντική φθορά της κυβέρνησης δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε ενίσχυση της αντιπολίτευσης. Η εμφάνιση νέων πολιτικών φορέων δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην κοινωνική αποδοχή και ισχυρή δυναμική. Και η αναγνωρισιμότητα ενός ηγέτη δεν εγγυάται από μόνη της πολιτική κυριαρχία.
Συχνά λέγεται ότι «οι εκλογές κερδίζονται στο κέντρο» ή ότι «τις εκλογές τις κρίνει η οικονομία». Στη σημερινή εποχή όμως, ισχύει κάτι πιο σύνθετο καθώς οι εκλογές κερδίζονται όταν μια πολιτική δύναμη κατορθώνει να συνδέσει το σχέδιό της με ένα πρόσωπο και ομάδα που μπορεί να το εκφράσει πειστικά και να οικοδομήσει μια σχέση εμπιστοσύνης με την κοινωνία. Χωρίς αυτή τη σύγκλιση, ούτε η καλύτερη στρατηγική ούτε ο πιο χαρισματικός ηγέτης αρκούν.
Εν’ όψη της προεκλογικής περιόδου, να ξεκαθαριστεί ότι οι δημοσκοπήσεις μπορούν να μας πουν πού βρισκόμαστε. Είναι το θερμόμετρο της πολιτικής. Δεν μπορούν να μας δείξουν το δρόμο. Αυτός παραμένει ευθύνη της πολιτικής και των πολιτικών.
Άλλωστε οι μεγάλες πολιτικές αλλαγές δεν ξεκίνησαν ποτέ από έναν πίνακα ποσοστών – θερμοκρασιών. Ξεκίνησαν όταν η κοινωνία πείστηκε ότι υπάρχει ένα αξιόπιστο πολιτικό σχέδιο για το μέλλον και μια ηγεσία ικανή να το υλοποιήσει.
Ο κύριος Δημήτρης Γέρου είναι Σύμβουλος Στρατηγικής Επικοινωνίας.






