Το κράτος δεν αποτελεί έναν οργανισμό που αναδύεται ανεξάρτητα από την κοινωνία, αλλά συνιστά την αντανάκλαση της ίδιας της κοινωνικής της συγκρότησης και των επιμέρους πυρήνων που τη συναποτελούν, με θεμελιώδη μονάδα την οικογένεια.
Οι μορφές οικογενειακής οργάνωσης διαμορφώνουν πρότυπα εξουσίας, τα οποία αναπαράγονται και στο επίπεδο της πολιτικής οργάνωσης.
Eπί παραδείγματι, περισσότερο αυταρχικά οικογενειακά σχήματα τείνουν να ευνοούν συγκεντρωτικές και πατερναλιστικές μορφές διακυβέρνησης, ενώ οικογένειες που λειτουργούν με όρους αυτονομίας και συμμετοχής, τροφοδοτούν ευκολότερα φιλελεύθερες και δημοκρατικές πολιτικές κουλτούρες. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το αξιακό σύστημα κάθε κοινωνίας.
Όπως παρατηρεί ο Ισοκράτης, «το της πόλεως όλης ήθος, ομοιούται τοις άρχουσιν», επισημαίνοντας την αλληλεπίδραση μεταξύ πολιτικής ηγεσίας και κοινωνικού χαρακτήρα.
Οι διαφορετικές μορφές πολιτικής οργάνωσης αντανακλούν και διαφορετικές αξιολογικές ιεραρχήσεις. Τα αυταρχικά συστήματα τείνουν να δίνουν προτεραιότητα στη συλλογική ομοιομορφία, την ιεραρχία και την ασφάλεια, συχνά εις βάρος της ατομικής ελευθερίας, της αυτενέργειας και κριτικής σκέψης, ενώ τα δημοκρατικά πολιτεύματα αναγνωρίζουν την ελευθερία ως θεμελιώδη προϋπόθεση της πολιτικής ζωής, επιδιώκοντας ταυτόχρονα τη διασφάλιση της ισότητας ενώπιον του νόμου και της ισότητας των ευκαιριών.
Η ελληνική κοινωνία
Η ελληνική κοινωνία διατηρεί ισχυρά κολλεκτιβιστικά χαρακτηριστικά, τα οποία αποτυπώνονται τόσο στις κοινωνικές σχέσεις όσο και στη λειτουργία των θεσμών. Η έμφαση στις προσωπικές σχέσεις, ο τοπικισμός, η εξάρτηση από τα οικογενειακά και πελατειακά δίκτυα και η περιορισμένη εμπιστοσύνη προς τους απρόσωπους θεσμούς, ευνοούν τη διαμόρφωση ενός κράτους έντονα συγκεντρωτικού και γραφειοκρατικού και για τον λόγο αυτόν αναποτελεσματικού.
Η κρατική διοίκηση εμφανίζει συχνά στοιχεία δυσκαμψίας, αποσπασματικό σχεδιασμό και περιορισμένη προσήλωση στη θεσμική συνέχεια και στους κανόνες, χαρακτηριστικά που μπορούν να ιδωθούν ως προεκτάσεις μιας βαθύτερης πολιτικής κουλτούρας, η οποία αναπαράγεται ήδη από το επίπεδο της οικογένειας και των πρωτογενών κοινωνικών δεσμών.
Ως προς την ελληνική οικογένεια, η σχέσεις μεταξύ των μελών της δεν οικοδομούνται πάνω στην αυτονομία και την ευθύνη, αλλά στην ανταλλαγή εξάρτησης με προστασία. Η υπάκουη συμπεριφορά ανταμείβεται με παροχές.
Στην πολιτική το ίδιο πρότυπο μεταφέρεται στη σχέση κράτους-πολίτη, όπου το κράτος δεν αντιμετωπίζει τον πολίτη ως αυτόνομο φορέα δικαιωμάτων, αλλά ως μέλος μιας σχέσης αμοιβαίων εξυπηρετήσεων.
Η παιδαγωγική αρχή: «Φάε το φαγητό σου να σου πάρω κινητό» της ελληνίδας μάνας, ισούται πολιτικά με το: «στήριξέ με στις εκλογές και θα σε ανταμείψω».
Η ενοχοποίηση του παιδιού, «γιατί δεν τρως; Θέλεις ή μαμά να κλαίει;» ισούται πολιτικά με συνθήματα όπως: «αυτοδυναμία ή χάος». Στο συγκεκριμένο πολιτισμικό πρότυπο, το κράτος γίνεται ο μεγάλος γονέας που επιβραβεύει με ευεργεσίες και νουθετεί τα ανήλικα παιδιά του.
Η ισχυρή θέση της οικογένειας στα κολλεκτιβιστικά μοντέλα
Η ισχυρή θέση της οικογένειας στα κολλεκτιβιστικά μοντέλα, δημιουργεί ένα πρότυπο ζωής στο οποίο η εγγύτητα θεωρείται προϋπόθεση προστασίας. Επί παραδείγματι, η ελληνική πολυκατοικία, όπου οι τρεις ή και οι τέσσερις γενιές της ίδιας οικογένειας κατοικούν στο ίδιο κτίριο, δεν αποτελεί απλώς μια αρχιτεκτονική επιλογή, αλλά ένα πολιτισμικό σύμβολο μιας καθετοποιημένης ταυτότητας η οποία χάριν ασφάλειας και αλληλοϋποστήριξης, θυσιάζει τον ελεύθερο ιδιωτικό βίο αρνούμενη στα υποκείμενα ζωή ενήλικη.
Έτσι, στον πρώτο όροφο κατοικεί η γιαγιά και ο παππούς, στον δεύτερο όροφο η μητέρα με τον πατέρα και στον τρίτο όροφο τα εγγόνια. Δεν είναι τυχαίο ότι σε τέτοιες κοινωνίες, όπου εκλείπει ο δημόσιος χώρος, κυριαρχεί η οικοδομική πυκνότητα και η καθημερινότητα οργανώνεται γύρω από συγγενικά δίκτυα, ανθίζει το κουτσομπολιό και ο φθόνος εφόσον ο κοινωνικός έλεγχος ασκείται πρωτίστως μέσω της συγγένειας και της κοινότητας και όχι μέσω απρόσωπων κανόνων.
Η ίδια πολιτισμική λογική του συγκεντρωτισμού αντανακλάται και στη γεωγραφική υπερσυγκέντρωση του πληθυσμού σε μια κυρίως πόλη. Μια οικονομία γίνεται περισσότερο ανθεκτική, όταν διαθέτει πολλαπλά αυτόνομα αστικά και παραγωγικά κέντρα, τα οποία αναπτύσσονται παράλληλα και αλληλοσυμπληρώνονται.
Εν προκειμένω, η Αθήνα αποτελεί τον μόνο διοικητικό, εκπαιδευτικό και οικονομικό πυρήνα της χώρας, ενώ οι υπόλοιπες περιφέρειες εξαρτώνται ζωτικά από το κέντρο.
Η υπερφόρτωση της πρωτεύουσας δημιουργεί υψηλό κόστος κατοικίας, κυκλοφοριακή συμφόρηση, χαμηλή ποιότητα ζωής και ανισοκατανομή επενδύσεων, ενώ η περιφέρεια οδηγείται σε δημογραφική και παραγωγική αποδυνάμωση.
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό παράδειγμα της συγκεντρωτικής πολιτικής κουλτούρας που διαπερνά συνολικά το ελληνικό κράτος είναι η δημοσιονομική οργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης. Παρότι οι δήμοι και οι περιφέρειες στη χώρα μας διαθέτουν θεσμική υπόσταση ως οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, η οικονομική τους αυτονομία παραμένει στην ουσίας της ανύπαρκτη.
Μια σχέση διαρκούς δημοσιονομικής εξάρτησης
Ένα πολύ σημαντικό μέρος των πόρων τους προέρχεται από μεταβιβάσεις της κεντρικής διοίκησης, γεγονός που δημιουργεί μια σχέση διαρκούς δημοσιονομικής εξάρτησης που δεν επιτρέπει στην περιφέρεια καμία ουσιαστική προοπτική δημιουργίας και προκοπής.
Αντιθέτως, η εν λόγω πολιτική ψυχολογία που δημιουργείται επιβάλλει τοπικά στους οργανισμούς της αυτοδιοίκησης να επιβιώνουν δίχως να παράγουν τοπικό πλούτο περιμένοντας παθητικά τις τακτικές χρηματοδοτήσεις του κεντρικού κράτους.
Έτσι η επιτυχία μιας δημοτικής αρχής αξιολογείται από την ικανότητά της να εξασφαλίζει επιχορηγήσεις και λιγότερο από το αν καταφέρνει να δημιουργεί βιώσιμες τοπικές οικονομίες, ακριβώς όπως συμβαίνει με το ανήλικο παιδί που περιμένει από τον γονέα τη διαρκή οικονομική υποστήριξη, δίχως να μπορεί να αναλάβει το ίδιο την ευθύνη της αυτονομίας του.
Η δυσκολία αποχωρισμού του συλλογικού υποκειμένου από την πατρική αρχή (κράτος) καθηλώνει τους πολίτες σε μια κατάσταση θεσμικής ανηλικότητας, αφ΄ης στιγμής αναζητάς διαρκώς προστασία και ανταμοιβή από μια εξωτερική αρχή η οποία καλείται να επιλύει διαρκώς κάθε πρόβλημα της συλλογικής ζωής.
Μια ώριμη δημοκρατία δεν οικοδομείται όταν το κράτος αναλαμβάνει συγκεντρωτικά όλες τις λειτουργίες, αλλά όταν οι πολίτες, οι κοινότητες και οι θεσμοί αποκτούν την ικανότητα να αυτοδιοικούνται και να λογοδοτούν.
Έτσι, αντί για σωτήρες που παραχωρούν την ελευθερία ως προνόμιο της εξουσίας τους στους πολίτες, έχει έρθει η ώρα να αναζητήσουμε την ελευθερία στην ευθύνη της υπάρξεώς μας.
Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνούμε ότι η ιστορία της δημοκρατίας είναι μια διαδικασία ψυχικής ωρίμανσης που οφείλει να οδηγεί στον αποχωρισμό της κοινωνίας από τον πολιτικό της γονέα.
Μέσα από αυτή την αντίληψη δημιουργήθηκε η δημοκρατία στην αρχαιότητα, στον δρόμο αυτόν οφείλουμε να προχωρήσουμε ξανά, αν μας ενδιαφέρει να βρούμε τον ιστορικό μας βηματισμό.
*O κ. Πέτρος Δ. Καψάσκης είναι Διδάκτορας Πολιτιστικής Διπλωματίας και Πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Πολιτιστικής Διπλωματίας.






