Τον Απρίλιο του 2025, ο δεξιός πρόεδρος του Ελ Σαλβαδόρ Ναγκίμπ Μπουκέλε συναντήθηκε με τον αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Υιοθετώντας τη σκληρή αντιμεταναστευτική ρητορική του Τραμπ, ο Μπουκέλε, που αυτοαποκαλείται ο «πιο κουλ δικτάτορας στο κόσμο», δήλωσε ότι «ασφαλώς και δεν θα επιστρέψω έναν τρομοκράτη στις ΗΠΑ» – εννοώντας τον Κιλμάρ Αμπρέγκο Γκαρσία, τον οποίο οι ΗΠΑ είχαν απελάσει αδίκως στο Ελ Σαλβαδόρ. Το 2024, ο Μπουκέλε επανεξελέγη για δεύτερη φορά πρόεδρος της χώρας του. Λίγο νωρίτερα, τον Νοέμβριο του 2023, είχε εκλεγεί πρόεδρος της Αργεντινής ο δεξιός Χαβιέρ Μιλέι που φέρει το προσωνύμιο «Ο τρελός».
Στα δυόμισι χρόνια που ακολούθησαν, η δεξιά στροφή χωρών της Λατινικής Αμερικής είναι αδιαμφισβήτητη: οκτώ από τις δεκαεννέα χώρες της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής – το Ελ Σαλβαδόρ, η Κόστα Ρίκα, το Εκουαδόρ, η Αργεντινή, η Βολιβία, η Χιλή, το Περού και η Κολομβία – κυβερνώνται από δεξιές ως πολύ δεξιές κυβερνήσεις. Στις 21 Ιουνίου, ο σκληρός δεξιός Αμπελάρδο ντε λα Εσπριέγια εξελέγη πρόεδρος της Κολομβίας με τις ευλογίες του Τραμπ, ενώ η Κέικο Φουχιμόρι, κόρη του αυταρχικού πρώην προέδρου του Περού Αλμπέρτο Φουχιμόρι, κέρδισε τις εκλογές της 7ης Ιουνίου και προχθές Παρασκευή ανακηρύχθηκε επισήμως πρόεδρος του Περού.
Οι περισσότεροι αναλυτές αποδίδουν τη δεξιά στροφή της Λατινικής Αμερικής σε τρεις παράγοντες: την ακραία κοινωνική ανισότητα, τα υψηλά ποσοστά εγκληματικότητας και την αδυναμία επιβολής του κράτους δικαίου από τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Από τη δεκαετία του 1960 ως τη δεκαετία του 1980 πολλές χώρες της περιοχής έζησαν σκληρές στρατιωτικές δικτατορίες. Ο εκδημοκρατισμός που ακολούθησε την πτώση των δικτατοριών έδωσε τη δυνατότητα στα αριστερά κόμματα να συμμετέχουν στις εκλογές.
Οι αρχές της δεκαετίας του 2000 χαρακτηρίστηκαν από οικονομική ανάπτυξη και από ένα «ροζ κύμα» κεντροαριστερών και αριστερών κυβερνήσεων. Αυτή όμως η περίοδος έφτασε στο τέλος της με την πανδημία του κορωνοϊού.
Σχολιάζοντας τις εξελίξεις στον ιστότοπο της «Deutsche Welle», ο Τόμας Κέστλερ, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Βίρτσμπουργκ στη Γερμανία, χρησιμοποιεί την αναλογία ενός εκκρεμούς που έχει μετακινηθεί προς τα δεξιά. Δεν θεωρεί ότι πρόκειται περί πραγματικής ιδεολογικής στροφής προς τα δεξιά.
Οι πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις, όπως στην Κολομβία και στο Περού, σημειώνει, κρίθηκαν με διαφορά ελάχιστων ψήφων και αντανακλούν κυρίως τη βαθιά πόλωση που επικρατεί. «Το εκκρεμές θα κινηθεί ξανά προς την αντίθετη κατεύθυνση, στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον, αν όσοι εξελέγησαν πρόσφατα δεν υλοποιήσουν τις δεσμεύσεις τους» καταλήγει, υπενθυμίζοντας ότι η πλειονότητα του εκλογικού σώματος στις χώρες της Λατινικής Αμερικής είναι ευμετάβλητη και πολιτικά ετερογενής. Δεδομένου επίσης ότι σε πολλές από αυτές τις χώρες ισχύουν αυστηρά όρια στον αριθμό των προεδρικών θητειών, «η πολιτική τράπουλα ανακατεύεται» σε κάθε εκλογική αναμέτρηση.

Πώς μπορεί να παγιωθεί η δεξιά στροφή
Ωστόσο, η δεξιά στροφή της ηπείρου θα μπορούσε να παγιωθεί αν οι δεξιές κυβερνήσεις τηρήσουν τις προεκλογικές τους υποσχέσεις. Στο Ελ Σαλβαδόρ, ο Μπουκέλε έχει εκπληρώσει την υπόσχεσή του να μειώσει δραστικά τη βία των συμμοριών. Το επιπλέον ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι το «μοντέλο Μπουκέλε» συνοδεύεται από αδιαφορία για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Πολλοί δεξιοί ψηφοφόροι θεωρούν ότι έφτασε η ώρα να ανατραπούν οι κατακτήσεις των φεμινιστριών, των κινημάτων των αυτόχθονων πληθυσμών, των ΛΟΑΤΚΙ. Το ότι οι δεξιές πολιτικές δυνάμεις στη Λατινική Αμερική συνεργάζονται και αλληλοϋποστηρίζονται και ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει επιδιώξει, με επιθετικό τρόπο, να ενισχύσει τους δεξιούς συμμάχους του παντού (όπως έπραξε χρηματοδοτώντας με δισεκατομμύρια δολάρια την εκστρατεία του Μιλέι στην Αργεντινή προκειμένου να τον βοηθήσει να περιορίσει τον πληθωρισμό) αυξάνουν τις πιθανότητες να εδραιωθούν οι δεξιές κυβερνήσεις.
Κοινό στοιχείο των δεξιών ηγετών της Λατινικής Αμερικής είναι η ρητορική τους, η οποία επικεντρώνεται στον «λαό», οι έντονες επιθέσεις κατά των παραδοσιακών πολιτικών κομμάτων και οι καλοσχεδιασμένες εκστρατείες επικοινωνίας, με προτίμηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Παρότι οι πολιτικές τους μπορεί να διαφέρουν – για παράδειγμα, o πρόεδρος του Εκουαδόρ Ντανιέλ Νομπόα είναι μετριοπαθής στα κοινωνικά ζητήματα (στηρίζει τους γάμους των ομοφύλων) σε σχέση με τον υπερσυντηρητικό Χοσέ Αντόνιο Καστ, πρόεδρο της Χιλής –, συνήθως πρόκειται για λαϊκιστές ηγέτες τους οποίους εμπιστεύονται οι ψηφοφόροι που δεν φοβούνται τις ριζοσπαστικές εναλλακτικές λύσεις.
Οι νέοι ψηφίζουν τη «νέα Δεξιά»
Η νέα λατινοαμερικανική Δεξιά υπερασπίζεται τις παραδοσιακές κοινωνικές αξίες – οικογένεια, θρησκεία, εθνική ταυτότητα – απέναντι στη woke ατζέντα. Στη Χιλή, ο Καστ κέρδισε τις εκλογές διεξάγοντας εκστρατεία εναντίον των αμβλώσεων και των «ταυτοτήτων φύλου». Το ότι ισχυρίστηκε πως η Χιλή ζούσε καλύτερα επί της στυγνής δικτατορίας του Αουγούστο Πινοτσέτ (1993-1980) δεν επηρέασε τους ψηφοφόρους. Τον Καστ στήριξαν πολλοί νέοι καθώς και ψηφοφόροι που ψήφισαν για πρώτη φορά. Και αυτό διότι πολλοί νέοι δεν αυτοπροσδιορίζονται με βάση την ιδεολογία, αλλά ενδιαφέρονται κυρίως για τη βελτίωση της καθημερινότητάς τους, τη δουλειά και την ασφάλειά τους και το κόστος ζωής.
Επίσης, οι νέοι αυτοί δεν έχουν προσωπικές μνήμες από τις δεξιές στρατιωτικές δικτατορίες, ούτε από τη συναισθηματικά φορτισμένη περίοδο του εκδημοκρατισμού, τη δεκαετία του 1980. Αντιθέτως, μεγάλωσαν με σκάνδαλα διαφθοράς, οικονομικές κρίσεις και κοινωνική στασιμότητα, φαινόμενα που χαρακτήρισαν τη διακυβέρνηση των παραδοσιακών αριστερών κομμάτων. Η εμπιστοσύνη τους στους θεσμούς και τα κόμματα έχει κλονιστεί, ενώ καθοριστικό ρόλο στην κινητοποίησή τους διαδραματίζουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ενα ακόμη κοινό στοιχείο των δεξιών κυβερνήσεων της Λατινικής Αμερικής είναι η πρόθεσή τους να διατηρήσουν καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ. Παρά τις ενδεχόμενες ανησυχίες τους για το συγκρουσιακό ύφος του Τραμπ, αντιμετωπίζουν την κατάσταση με πραγματισμό. Εκτιμούν ότι η στενή συνεργασία τους με τις ΗΠΑ προσφέρει περισσότερες ευκαιρίες παρά κινδύνους.




