Ο Αλέξης Τσίπρας, σε συνέντευξή του στο POLITICO, θέτει ζήτημα επαναπροσδιορισμού των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, ασκεί έντονη κριτική στην κυβέρνηση για την εξωτερική πολιτική έναντι των ΗΠΑ και συνδέει τη σημερινή οικονομική πίεση των νοικοκυριών με το κόστος ζωής και τη διαφθορά. Ο πρώην πρωθυπουργός μιλά για ανάγκη «ισορροπημένης σχέσης» με την Ουάσιγκτον και αφήνει σαφείς αιχμές για υπερβολικές παραχωρήσεις της Αθήνας.
Ο Αλέξης Τσίπρας αμφισβητεί τη σημερινή αρχιτεκτονική των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, υποστηρίζοντας ότι έχουν μετακινηθεί προς μια λογική μονομερούς ευθυγράμμισης.
Στρέφοντας τα πυρά του προς την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, κάνει λόγο για πολιτική «λευκής επιταγής» προς την Ουάσιγκτον, η οποία, όπως υποστηρίζει, δεν υπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα. «Το ζήτημα αυτό αναδείχθηκε με ιδιαίτερη ένταση κατά τη διάρκεια του πρόσφατου πολέμου στο Ιράν. Είδαμε ποια ήταν η αντίδραση του Έλληνα πρωθυπουργού και ποια εκείνη του Ισπανού πρωθυπουργού.»
Παράλληλα, θέτει ζήτημα χρήσης των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στην Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να εξυπηρετούν πρωτίστως την ελληνική ασφάλεια και όχι μόνο τις επιχειρησιακές ανάγκες των ΗΠΑ. Συνδέει το θέμα με τις γεωπολιτικές εξελίξεις και αναφέρεται εμμέσως σε αντιδράσεις ευρωπαϊκών κυβερνήσεων σε αντίστοιχα ζητήματα.
Απόσταση από το MAGA και νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο
Σύμφωνα με τη συνέντευξη, ο Αλέξης Τσίπρας προκρίνει μεγαλύτερη απόσταση της Αθήνας από το πολιτικό ρεύμα MAGA του Ντόναλντ Τραμπ, την ώρα που στην Ευρώπη επανέρχεται η συζήτηση για την αυτονομία έναντι των ΗΠΑ.
Στο ευρωπαϊκό σκέλος των θέσεών του, δίνει έμφαση στην ενίσχυση της πολιτικής συνοχής και στη μείωση των ανισοτήτων μεταξύ κρατών-μελών. Παράλληλα, ζητά διεύρυνση των ίδιων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αιχμή τη φορολόγηση πολυεθνικών και των εκπομπών άνθρακα.
Υποστηρίζει επίσης την ανάγκη αύξησης των αμυντικών δαπανών της Ευρώπης, προειδοποιώντας όμως ότι μια τέτοια επιλογή δεν πρέπει να αποδυναμώσει το κοινωνικό κράτος. Σε διαφορετική περίπτωση, όπως σημειώνει, η ΕΕ κινδυνεύει να ενισχυθεί στρατιωτικά αλλά να χάσει πολιτική σταθερότητα.
Διαφθορά και κόστος ζωής ως «αόρατος φόρος»
Στο οικονομικό σκέλος της παρέμβασής του, ο Αλέξης Τσίπρας περιγράφει τη διαφθορά ως έναν «αόρατο φόρο» που επιβαρύνει την κοινωνία πέρα από το επίσημο φορολογικό βάρος. Όπως υποστηρίζει, οι απώλειες από απευθείας αναθέσεις και κακοδιαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων στερούν πόρους από την εκπαίδευση, την υγεία και το εισόδημα των εργαζομένων στο δημόσιο.
«Έχουμε τον αόρατο φόρο της διαφθοράς — και τον αποκαλώ φόρο, επειδή πιστεύω ότι το κόστος των εκτεταμένων και πρωτοφανών επιπέδων διαφθοράς στην Ελλάδα είναι τόσο μεγάλο, ώστε στερεί πόρους από την κοινωνική πολιτική», δήλωσε ο Αλέξης Τσίπρας.
«Κάθε ευρώ που χάνεται μέσω απευθείας αναθέσεων σε δημόσιους διαγωνισμούς και μέσω της υπεξαίρεσης ευρωπαϊκών κονδυλίων είναι ένα ευρώ που λείπει από τα δημόσια σχολεία, τους μισθούς των εκπαιδευτικών, τα δημόσια νοσοκομεία και τις αμοιβές των νοσηλευτών», πρόσθεσε.
Ερωτηθείς για τις πολιτικές συνέπειες της φήμης του ως ενός ριζοσπάστη και απρόβλεπτου πολιτικού από την περίοδο της κρίσης της ευρωζώνης, ο Τσίπρας απάντησε ότι πολλοί θυμούνται τη διακυβέρνησή του μόνο για τους πρώτους έξι ταραχώδεις μήνες, όταν η Αθήνα βρισκόταν στο χείλος της εξόδου από την ευρωζώνη.
Ο ίδιος, ωστόσο, παρουσίασε τον εαυτό του ως τον ηγέτη της κυβέρνησης που τελικά κατάφερε να σταθεροποιήσει την κατάσταση.
«Γίνεται μια προσπάθεια να επικεντρώνεται η συζήτηση μόνο στους πρώτους έξι μήνες της διακυβέρνησης, από τον Ιανουάριο έως τον Ιούλιο του 2015. Όμως υπάρχει και η περίοδος πριν και μετά. Η χώρα δεν μπήκε στην κρίση εξαιτίας των δικών μας πολιτικών… Καταλήξαμε σε μια δύσκολη συμφωνία, μέσα από συγκρούσεις και εντάσεις, αλλά βάλαμε τέλος στα μνημόνια, αποκαταστήσαμε την αξιοπιστία της οικονομίας και πετύχαμε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.»
Παράλληλα, αναφέρει ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις, με την πλειονότητα των πολιτών να ζητά πολιτική αλλαγή. Επικαλέστηκε δημοσκοπήσεις σύμφωνα με τις οποίες περίπου το 70% των Ελλήνων επιθυμεί πολιτική αλλαγή, περίπου το 90% θεωρεί ότι η διαφθορά είναι εκτεταμένη, ενώ περίπου το 55% δηλώνει ότι ζούσε καλύτερα το 2019 απ’ ό,τι σήμερα.
Σε αυτό το πλαίσιο, εξηγεί ότι η δημιουργία νέου πολιτικού φορέα αποτελεί απάντηση στο έλλειμμα εμπιστοσύνης τόσο προς την κυβέρνηση όσο και προς την υφιστάμενη αντιπολίτευση.
Ο πρώην πρωθυπουργός επανέρχεται και στην περίοδο της διακυβέρνησής του, υποστηρίζοντας ότι η δημόσια συζήτηση παραμένει εγκλωβισμένη στο πρώτο εξάμηνο του 2015. Επισημαίνει ότι η συνολική εικόνα περιλαμβάνει και την περίοδο μετά τη συμφωνία και την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια.
Υποστηρίζει ότι η διακυβέρνησή του οδήγησε σε σταθεροποίηση της οικονομίας και σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, επιχειρώντας να επανατοποθετήσει τη συζήτηση γύρω από το πολιτικό του αποτύπωμα.





