Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Η δήλωση αποχώρησης του Κιρ Στάρμερ από την ηγεσία των Εργατικών και την πρωθυπουργία του Ηνωμένου Βασιλείου τη Δευτέρα (22/06), σηματοδοτεί το πολιτικό τέλος του έκτου ένοικου της Ντάουνιγκ Στριτ μέσα σε δέκα χρόνια. Διόλου τυχαία, η αποχώρηση του συμπίπτει με τη συμπλήρωση δέκα χρόνων από την αποχώρηση της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που εν πολλοίς εξηγεί και καθορίζει τη διαρκή πολιτική κρίση που ταλανίζει τη χώρα.

Δεδομένα

«Το ερώτημα που θέτει πλέον το κόμμα είναι αν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για να το οδηγήσω στις επόμενες γενικές εκλογές. Άκουσα την απάντηση και την αποδέχομαι με καλή διάθεση. Θα παραιτηθώ από την ηγεσία των Εργατικών», δήλωσε μεταξύ άλλων ο Στάρμερ από το αναλόγιο που στήθηκε μπροστά από την πρωθυπουργική κατοικία, όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Η αναφορά του στην οικογένεια του προσέδωσε έναν ασυνήθιστα συναισθηματικό τόνο στην περίσταση, δίνοντας την πρώτη δυνατή εικόνα της ημέρας.

Η δεύτερη ήρθε από τη Βουλή των Κοινοτήτων, όπου ο πρώην δήμαρχος του Μάντσεστερ, Άντι Μπέρναμ, ορκιζόταν βουλευτής, λίγες μέρες μετά τη σαρωτική του νίκη στην περιφέρεια του Μέικερφιλντ. Προηγουμένως, ο «βασιλιάς του Βορρά» όπως είναι το προσωνύμιο του, επιβεβαίωσε ότι θα είναι υποψήφιος για την ηγεσία του ιστορικού κόμματος. Η έναρξη κατάθεσης των υποψηφιοτήτων για την ηγεσία εκκινεί στις 9 Ιουλίου και ολοκληρώνεται έως το τέλος των θερινών διακοπών, ωστόσο ο Μπέρναμ θεωρείται ακλόνητο φαβορί και η επικράτησή του θεωρείται, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, βέβαιη.

Αποχαιρετώντας τον Στάρμερ, ο βρετανικός τύπος είχε τις δικές του εξηγήσεις για την πρόωρη λήξη της θητείας του. Οι συντάκτες της κεντροαριστερής εφημερίδας The Independent, μέσα από τις τοποθετήσεις τους, απέδωσαν την ήττα καθένας σε διαφορετικούς λόγους, από τον μοιραίο διορισμό στη θέση του Πρέσβη στις ΗΠΑ του εκτεθειμένου ανεπανόρθωτα στη δίνη του σκανδάλου Έπστιν, Πίτερ Μάντελσον, έως την υποχωρητικότητα προς τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και την κακή δημοσιονομική κατάσταση της χώρας. O αρθρογράφος της εφημερίδας Guardian, Τζον Χάρις, θέλοντας να περιγράψει την έλλειψη στρατηγικής, έκανε λόγο για «σύγχυση και απουσία συνοχής», εκπεφρασμένη σε όλα τα πισωγυρίσματα της διακυβέρνησής του, ιδίως στην φορολογική πολιτική και τη μετανάστευση. Πιο βιτριολικός, ο συντάκτης του συντηρητικού περιοδικού Spectator, Τομ Σίπμαν, κατέγραψε ούτε λίγο ούτε πολύ 42 (!) λόγους για τους οποίους ο Κιρ Στάρμερ απέτυχε.

Το φάντασμα του Brexit

Πέρα από τις δημοσιογραφικές αποτιμήσεις, το σημαντικότερο γεγονός αυτό καθεαυτό παραμένει η αποχώρηση ενός ακόμη επικεφαλής της κυβέρνησης, πολύ προτού ολοκληρώσει το ανώτατο πενταετές όριο. Είναι ενδεικτικό ότι από τις 23 Ιουνίου του 2016 έως σήμερα, 23 Ιουνίου του 2026, ο μέσος χρόνος παραμονής στο πρωθυπουργικό αξίωμα είναι 665 μέρες (21 μήνες). Την ίδια δεκαετία, το Ηνωμένο Βασίλειο είχε τον ίδιο αριθμό πρωθυπουργών όσων τα προηγούμενα 46.

Η ιδιότυπη επιτάχυνση του πολιτικού χρόνου ταυτίζεται με την αποχώρηση της Βρετανίας από την Ε.Ε., ύστερα από δημοψήφισμα που προκάλεσε ο τότε επικεφαλής της κυβέρνησης των Συντηρητικών, Ντέιβιντ Κάμερον, με σκοπό να κατευνάσει την ευρωσκεπτικιστή πτέρυγα των Τόρηδων, που εκτός της παραδοσιακής εχθρότητας προς το ευρωπαϊκό εγχείρημα ανησυχούσαν για την πρωτιά του ακροδεξιού UKIP, το οποίο είχε έλθει πρώτο στις ευρωεκλογές του 2014. Σε αυτό, το 52% των πολιτών υπερψήφισε την πρόταση εξόδου από την οικονομική και πολιτική ένωση και οδηγώντας τον οπαδό της παραμονής Κάμερον στην παραίτηση.

Ακολούθησε η Τερέζα Μέι, που κέρδισε τις εκλογές του 2017 και έμεινε στην εξουσία για τρία χρόνια, έως τον Ιούλιο του 2019. H θητεία της σημαδεύτηκε από τις διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες, με αντικείμενο τη Συμφωνία Αποχώρησης και το νέο νομικό καθεστώς που θα αντικαθιστούσε τις διμερείς σχέσεις ΕΕ-Βρετανίας. Παρότι προσπάθησε να συνάψει μια συμφωνία που να ικανοποιεί υπέρμαχους και πολέμιους του Brexit, είδε το βρετανικό κοινοβούλιο να απορρίπτει το προτεινόμενο νομοσχέδιο της τρεις φορές.  H προσπάθεια της να κερδίσει τη στήριξη των πλειοψηφικά φιλοευρωπαιστών Εργατικών, προτείνοντας ένα νέο νομοσχέδιο που περιλάμβανε την πιθανότητα διεξαγωγής δεύτερου δημοψηφίσματος, εξόργισε το κόμμα της και οδήγησε στην παραίτήσή της.

Ο Μπόρις Τζόνσον, που ακολούθησε, έφερε εις πέρας το Brexit, αλλά βυθίστηκε στα προσωπικού χαρακτήρα σκάνδαλα, με κορυφαίο το λεγόμενο Partygate, δηλαδή τις παράνομες εν μέσω πανδημίας Covid-19 εορταστικές συναθροίσεις, με τον ίδιο τον Τζόνσον να γίνεται ο πρώτος πρωθυπουργός στην ιστορία του Ηνωμένου Βασιλείου που παραβαίνει τον νόμο. Τελικά, τον Σεπτέμβρη του 2022 παρέδωσε την εξουσία στην υπουργό Εξωτερικών, Λις Τρας. Η τελευταία θα έσπαγε κάθε αρνητικό ρεκόρ, αφού παρέμεινε στη Ντάουνινγκ Στριτ μόνο 44 ημέρες, όσο χρειαζόταν ώστε ο διαβόητος μίνι προϋπολογισμός της να ανακοινωθεί και να «θαφτεί» από τις χρηματοπιστωτικές αγορές, που έμειναν με την απορία πως η Τρας θα χρηματοδοτούσε μαζικές φοροαπαλλαγές 45 δισ. λιρών (50 δισ. ευρώ) δίχως να καταφύγει σε περικοπές δαπανών. Η «λύση», που βρέθηκε στον έκτακτο δανεισμό, χωρίς όμως να προηγηθεί κοστολόγηση από το Γραφείο Προϋπολογισμού (OBR), προκάλεσε πανικό στους επενδυτές, κατάρρευση της ισοτιμίας της λίρας με το δολάριο, εκτόξευση του τρέχοντος κόστους δανεισμού και παρέμβαση της Τράπεζα της Αγγλίας για να διασωθούν τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων.  Ο πανικός θα προκαλούσε εσωκομματική ανταρσία και διαδοχή της Τρας από τον πρώην υπουργό Οικονομικών, Ρίσι Σούνακ, ο οποίος θεωρήθηκε τελικός αποδέκτης της συσσωρευμένης δυσαρέσκειας κατά των προκατόχων του.

Σήμερα, δέκα χρόνια μετά το υπαρξιακό για την οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή της Βρετανίας ρήγμα του Brexit, έρευνα από το Ινστιτούτο Μελέτης Οικονομικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Stanford δείχνει μείωση του ΑΕΠ κατά 6% έως 8% και πτώση των επενδύσεων έως 18%. Το δημόσιο χρέος παραμένει πολύ υψηλό, αγγίζοντας το 100% του ΑΕΠ, με το κόστος κρατικού δανεισμού να είναι το μεγαλύτερο ανάμεσα στις επτά μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη (G7). Την ίδια στιγμή, το ακροδεξιό αντιμεταναστευτική Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ παραμένει δημοκοπικά πρώτο, απειλώντας τον παραδοσιακό δικομματισμό σε επίπεδο κεντρικής πολιτικής σκηνής.

Νέα ήθη, νέα έθιμα

Επιστρέφοντας στην περίπτωση του Στάρμερ, η αποδρομή του δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά με τις διαιρετικές τομές που συνόψισε και παγίωσε το Brexit. «Οι τελευταίες δύο δεκαετίες είναι μια ατελείωτη σειρά από σοκ. Η κρίση της ευρωζώνης. Το δημοψήφισμα της Σκωτίας. Το Brexit. Η πανδημία. Η Ουκρανία. Το Ιράν. Χωρίς ανάπτυξη, οι πολιτικοί κατέληξαν να δανείζονται δισεκατομμύρια για να συνεχίσουν το show — και στη συνέχεια να πληρώνουν δισεκατομμύρια περισσότερα για να εξυπηρετήσουν το χρέος» σημείωνε προ ημερών ο αρθρογράφος των Times του Λονδίνου, Ρόμπερτ Κόλβιλ, αναφερόμενος στη γενικότερη κρίση του εγχώριου οικονομικού μοντέλου και την κοντόφθαλμη λογική που η βρετανική ελίτ επέλεξε κατά τον ίδιο να το διαχειρίζεται.

Στο ίδιο άρθρο, ανέλυε μια σειρά άλλων παραγόντων τα οποία κατά τον ίδιο συντείνουν στο να αποτύχει μια πρωθυπουργική θητεία, μεταξύ των οποίων η αναποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού, η κακή ποιότητα του πολιτικού προσωπικού, η ψηφιακή επιτάχυνση του πολιτικού βίου. «Το αποτέλεσμα είναι οι πρωθυπουργοί να παρασύρονται σε ένα ατέλειωτο σπιράλ άμεσης αντίδρασης, χωρίς τον χρόνο να σκεφτούν τα ζητήματα. Σε μια προσπάθεια να ξεπεράσουν τα προβλήματα, οι κυβερνήσεις αναλώνονται σε ανακοινώσεις ύστερα από άλλες ανακοινώσεις, πολλές από τις οποίες αφορούν νέους κανονισμούς ή νέες δαπάνες. Εν τω μεταξύ, οι ίδιες τεχνολογικές δυνάμεις που δημιουργούν το άγχος αυτής της ταχύτητας έχουν πολώσει και διχάσει το κοινό, πράγμα που σημαίνει ότι κανείς δεν ακούει πια τίποτα στην πραγματικότητα» αναφέρει.

Στο ίδιο συμπέρασμα, από εντελώς διαφορετική αφετηρία καταλήγει ο χιουμοριστικός ιστότοπος The Onion, ο οποίος σχολιάζοντας τα συμβάντα αναφέρει: «Ο Κιρ Στάρμερ παραιτείται εν μέσω του σκανδάλου να μην είναι πολύ καλός πρωθυπουργός».

Μαθήματα

Όσο για τον Μπέρναμ και τις δομικές προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει ο σκεπτικός προς τις μεθόδους του πολύπειρου πολιτικού αρθρογράφος του Independent, Σον Ο’ Γκρέιντι, προειδοποιεί: «Ο Μπέρναμ μπορεί να συγκεντρώνει μια εντυπωσιακή ομάδα συμβούλων, αλλά κανένας τους δεν διαθέτει λεφτόδεντρο, ούτε μπορεί να ενισχύσει τους ρυθμούς ανάπτυξης απλώς φορολογώντας τους πλούσιους και τον Νότο και στέλνοντας τα έσοδα στον Βορρά (κάτι που γίνεται από τότε που εφευρέθηκε η προοδευτική φορολογία και το κράτος πρόνοιας στη Βρετανία)… Η τρομερή ειρωνεία είναι ότι αυτή η άμορφη ατζέντα δικαιοσύνης και η ρητορική μιας κάποιας απροσδιόριστης “αλλαγής” που απλόχερα προσέφερε στην προεκλογική του εκστρατεία δεν διαφέρουν τόσο από αυτά που προσέφερε ο Στάρμερ  στις γενικές εκλογές του 2024.». Και υπενθυμίζει με νόημα, πως «ο λόγος που όλα πήγαν τόσο στραβά για τον Στάρμερ είναι επίσης ο λόγος που όλα πήγαν τόσο καλά στις γενικές εκλογές: επέλεξε να μην κάνει τα δημοσιονομικά του μαθήματα».