Σας δίνουν μια αναλογική κασέτα και ένα στυλό -πώς τα συνδυάζετε; Θα είχε πλάκα αν σε κάποια στιγμή τα Ημισκούμπρια έβαζαν αυτό το «τεστ γενιών» στο κοινό. Άλλωστε για τους περισσότερους από όσους γεμίσαμε ασφυκτικά την πλατεία Νερού η σχέση μας με τα Ημισκούμπρια ξεκίνησε από μια αναλογική κασέτα που γράφτηκε πριν από περίπου 30 χρόνια και κυκλοφορούσε χέρι με χέρι σε σχολικές αυλές, σε γειτονιές και φροντιστήρια.
Και εξαιτίας αυτής της κασέτας, που μάλλον είναι πλέον χαμένη ή ξεχασμένη σε κάποιο πατάρι, πολλοί από εκείνους τους «φίτσουλες» (για να χρησιμοποιήσουμε μία από τις πολλές λέξεις που συνδέθηκαν με το συγκρότημα) του τότε πήγαμε χθες να ακούσουμε τα «Ημίζ» παρέα με τους κολλητούς μας από τα σχολικά χρόνια, με τα αδέλφια ή τα ξαδέλφια μας, πάρα πολλοί με τα παιδιά τους, με όλους εκείνους, τέλος πάντων, που κάποια στιγμή μοιραστήκαμε την ίδια ιστορία: να πατάς το πλέι μιας συσκευής και από την πρώτη κιόλας νότα του τραγουδιού να είσαι έτοιμος να πεις κάθε λέξη κάθε στίχου. Τα Ημισκούμπρια δεν τα ακούγαμε, τα λιώναμε.

Φωτό: Release Festival
Η συναυλία σηματοδότησε την κοινή επιστροφή της τριάδας Μεντζέλου-Μιθριδάτη-Πρύτανη στη σκηνή μετά από μια χειμερία νάρκη δέκα ετών, ωστόσο περισσότερο λειτούργησε ως μια βραδιά νοσταλγίας.
«Τα “Ημίζ” είναι εδώ»
Η είσοδος στη σκηνή, πρώτος ανέβηκε -ως είθισται- ο Πρύτανης και έπειτα εμφανίστηκαν οι δύο mcs, έγινε με το θέμα της «Δυναστείας» και με το Carmina Burana και αμέσως μετά μας βροντοφώναξαν «Τα Ημίζ είναι εδώ», ένα κομμάτι με το οποίο άνοιγε η «Απλή μέθοδος των τριών» το 2006. Τότε θα ήταν αδύνατο να το γνωρίζουν (και να το γνωρίζουμε) αλλά είναι τόσο Ημισκούμπρια ότι ένα τέτοιο τραγούδι, με αυτό τον τίτλο συμπεριλαμβάνεται σε ένα άλμπουμ που μέχρι σήμερα είναι το τελευταίο τους.

Φωτό: Release Festival
Όπως είναι τόσο Ημισκούμπρια και το γεγονός ότι τιτλοφόρησαν το ντεμπούτο άλμπουμ τους «30 χρόνια επιτυχίες» και να τοι εδώ τώρα μπροστά μας να αυτοσαρκάζονται με το ίδιο τους το αστείο.
Από τον «Κύρη» στο «Σεξ»
Το setlist κινήθηκε σε όλο το εύρος της δισκογραφίας τους. Το «Νωρίς», η συνεργασία τους με τον αξέχαστο Λουκιανό Κηλαηδόνη, ήταν η πρώτη δυνατή στιγμή του live, ενώ λίγο αργότερο στον «Κύρη του σπιτιού» το κοινό τραγούδησε μόνο του σχεδόν όλο τραγούδι -αυτό όμως δεν είναι και είδηση διότι το sing along γινόταν σε κάθε μα κάθε κομμάτι.

Φωτό: Release Festival
«Ο κύρης» ήταν το πρώτο από μια σειρά τραγουδιών που μας υπενθύμισαν ότι σε εποχές σε εποχές (και σε ένα μουσικό είδος) που δεν γινόταν κουβέντα περί πατριαρχίας, τα Ημισκούμπρια σατίριζαν ανελέητα τις εξουσιαστικές και κακοποιητικές όψεις της αρρενωπότητας δίχως να κουνούν τα δάχτυλο, μα ούτε και μένοντας αμέτοχοι ή ουδέτεροι. Η κορύφωση αυτής της ενότητας ήρθε με είσοδο στη σκηνή του πρώτου καλεσμένου της βραδιάς, του Φοίβου Δεληβοριά, για το «Je suis bossu» (μια πειραγμένη εκδοχή του θέματος του Γιάννη Σπανού για το «Εκείνο το καλοκαίρι») και απογειώθηκε με τη δική τους εκδοχή στο «Σεξ» του Σταμάτη Κραουνάκη.
Σάτιρα που άντεξε στον χρόνο
Δεν ακούστηκαν όμως μόνο οι μεγάλες επιτυχίες των τελευταίων τριάντα ετών. Το πολιτικό σχόλιο της βραδιάς έγινε μέσα από τρία κομμάτια, το «Δώρο του Καίσαρα», ίσως ένα από τα πιο παραγνωρισμένα κομμάτια της δισκογραφίας τους, τον «Υποκλοπέα» και τον «Καταδότη», ενώ τα visuals την ώρα που τραγούδησαν το «Βουκολικό», με τα πρόβατα και την γκλίτσα που μεταμορφωνόταν σε πολυτελές αυτοκίνητο αποτελούσαν ευθεία αναφορά στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Μιλώντας για τα visuals, η θρυλική λήψη με τους τρεις να ξεπροβάλλουν από τη μισανοιγμένη κονσέρβα «ζωντάνεψε» με τη χρήση AI -η αλήθεια είναι όχι πάντα πετυχημένα ή εμπνευσμένα- ενώ από τα highlights ήταν μεταφορά στην οθόνη του «…Μετά Το Λούνα Παρκ», με τη μορφή dms. Αυτό είναι ίσως το καλύτερο skit (σύντομο διαλογικό κομμάτι που παρεμβάλλεται ανάμεσα στα τραγούδια ενός ραπ δίσκου)των Ημισκουμπρίων και σίγουρα αυτό με το πιο stoner humor.

Φωτό: Release Festival
Το τελευταίο μέρος της συναυλίας, κάπως πιεσμένο χρονικά διότι το ωράριο στην Πλατεία Νερού είναι πολύ αυστηρό, είχε μερικές από τις πιο μεγάλες στιγμές των «Ημίζ». Η Ευρυδίκη, δεύτερη καλεσμένη της βραδιάς, ανέβηκε για το «Αν ήσουν άλλος» και το φινάλε ήρθε με το «Πάμε όλοι σε μια παραλία» και, όπως αναμενόταν, με την «Ντισκοτέκ» σε μια party banger εκδοχή που ενθουσίασε τους πάντες.
Οι καλεσμένοι και οι παλιές συγγένειες
Η ροή του live διακόπηκε αρκετές φορές άλλοτε για εξομολογητικές και άλλοτε για χιουμοριστικές παρεκβάσεις. Δεν ενόχλησαν ούτε κούρασαν. Ναι, τυπικά δεν «πρέπει», αλλά αυτό δεν ήταν ένα live που όφειλε να είναι τυπικά τέλειο, αλλά να είναι ειλικρινές. Και τα Ημισκούμπρια είναι ειλικρινή.

Φωτό: Release Festival
Πρώτος έδωσε το έναυσμα ο Δημήτρης Μεντζέλος: «Ένα live σε μια μπουάτ σκεφτήκαμε να κάνουμε και κοιτάξτε τι συνέβη σήμερα» και συνέχισε αστειευόμενος με την ηλικία, τόσο τη δική του όσο και μέρους του κοινού, καθώς όπως μας ενημέρωσε «μοιράζανε χάπια για την πίεση και τη χοληστερίνη στην είσοδο».
Σε μια κίνηση που δεν συνηθίζεται, τα Ημισκούμπρια κάλεσαν στη σκηνή τον ιστορικό τους παραγωγό και φίλο τους, τον Μιχάλη Παπαθανασίου από τους Going Through, αναγνωρίζοντας τη συμβολή του σε όσα έχουν καταφέρει. Του χάρισαν μάλιστα και μια χρυσή κασέτα -μα τι άλλο θα μπορούσε να είναι- από τα «30 χρόνια επιτυχίες». Λίγο αργότερα συμπλήρωσε την τετράδα και το έτερο μέλος των Going Through, ο Νίκος Βουρλιώτης.

Φωτό: Release Festival
Από την άλλη, δεν γνωρίζω αν ήταν ανάμεσα στο πλήθος χιπ χοπ καλλιτέχνες της νέας γενιάς. Δεν ξέρω πώς τους ακούγονταν σήμερα οι παραγωγές που ηχογραφούνταν σε διαδρόμους διαμερισμάτων ή ότι σε μια αχανή σκηνή ανέβηκαν τρεις τύποι με τα μικρόφωνα και τον μείκτη τους, ότι σε μια εποχή που οι εγχώριες χιπ χοπ συναυλίες έχουν την υπογραφή κινηματογραφικών σκηνοθετών, ή πώς τους φάνηκε ότι κάποτε το χιπ χοπ ήταν «σκηνή» και όχι το κυρίαρχο μουσικό είδος.
Ο κόσμος των Ημισκουμπρίων
Ήταν μια νύχτα που άξιζαν να ζήσουν τα Ημισκούμπρια. Nα είναι headliners σε ένα μεγάλο mainstream φεστιβάλ με 20.000 κόσμο από κάτω. Και την άξιζαν όχι επειδή «αδικήθηκαν» όσο ήταν ενεργοί δισκογραφικά, αλλά διότι, δανειζόμενοι κυρίαρχες μα και περιθωριακές αναφορές, δημιούργησαν έναν ολοδικό τους κόσμο, ο οποίος είχε χώρο για όλους: τον Γκάλη, τον Σπανό, τον Ψάλτη, τη Φίνου, τον Ice-T και τους Wu-Tang Clan, τη Γαρμπή, τον Γκουσγκούνη και τον Κολοκοτρώνη.

Φωτό: Release Festival
Ένας κόσμος που συνέβαινε όχι αντίθετα με τον πραγματικό, μα ως μια παράλληλη, σατιρικά διαστρεβλωμένη εκδοχή του. Ήταν και είναι «ραπερόνια», μα περίμεναν για ώρες δίπλα μας στα γκισέ των δημόσιων υπηρεσιών, πνίγονταν από την επιδειξιομανία της νυχτερινής διασκέδασης, βουτούσαν μέσα πνιγηρό μικροαστισμό μα ευτυχώς κρατούσαν καλαμάκι – σαν άλλοι Ντάλτονς που ήθελαν να αποδράσουν κρυμμένοι μέσα στα βαρέλια με το λαρδί.

Φωτό: Release Festival
Ήταν μια βραδιά που αξίζαμε να ζήσουμε κι εμείς. Να συνδεθούμε με αυτόν τον κόσμο που έχει μέσα του τα πιο ειλικρινή, ανόθευτα και αγνά κομμάτια μας. Να παίξουμε «μπάσκετ με τον Γκάλη» και να σηκωθούμε μπροστά του για να σκοράρουμε.
Θα το χάσουμε, αλλά δεν πρόκειται να ξεχάσουμε αυτά τα δευτερόλεπτα που περπατήσαμε στον αέρα.





